Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη

Αφού το βαποράκι εστάθη ως μισήν ώραν εις τον μικρόν όρμον, κατέναντι της αγοράς, ήτις εφαίνετο σχεδόν γεμάτη από κόσμον, έστρεψε την πρώραν προς ανατολάς και απέπλευσε. Συγχρόνως οι καμπάνες των δυό εκκλησιών, αίτινες διέπρεπον με τους υψηλούς πύργους και τους θόλους των, η μία εις το ύψος της παραθαλασσίας οδού και της πλατείας, η άλλη εις το κέντρον της επάνω συνοικίας, εκινήθησαν γοργώς, εκχέουσαι μεγάλην και παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.
Διατί αυτά; Οι παπάδες ήξευραν, ότι ο Δεσπότης ο νεοχειροτόνητος της επαρχίας ήτο μέσα στο βαπόρι, αλλ’ ο πρώτος μεταξύ αυτών, ο επισκοπικός επίτροπος, είχε πληροφορηθή ότι η Σεβασμιότης του δεν επροτίθετο προς το παρόν να εξέλθη εις την πολίχνην, αλλά θα μετέβαινε πρώτον, χάριν της ιδίας ευκολίας του, εις την άλλην νήσον, την ανατολικήν, την απωτέραν εις τον δρόμον του, και είτα θα επέστρεφε να επισκεφθή και το εδώ ποίμνιόν του. Ουχ ήττον επήραν μίαν βάρκαν και ανήλθον όλοι ομού, οι επτά παπάδες, εις το βαπόρι, διά να χαιρετίσουν απλώς τον επίσκοπον εις την διέλευσίν του.
Μόλις η μαύρη των ρασοφόρων πλειάς ανήλθεν εις το πρυμναίον «κάσαρο» του ατμοπλοίου, όπου ίστατο αγναντεύων την μικράν πόλιν ο περιοδεύων ιεράρχης, και ο διάκος, αποτεινόμενος προς τον πρώτον βαίνοντα εκ των ιερέων, τον οποίον εκατάλαβεν ως επίτροπον του Δεσπότη, αν και πρώτην φοράν τον έβλεπε, του λέγει με τόνον δεσποτικόν.
- Γιατί δεν εσημάνατε τις καμπάνες;
Ο παπα-Γιαννάκης, 83 ετών άνθρωπος, αν και κωφός ήτο, εκατάλαβεν τι έλεγεν ο διάκος. Επειδή ο Δεσπότης δεν επρόκειτο να εξέλθη, δεν είχαν προβλέψει, η το ενόμισον περιττόν, να κρούσουν τις καμπάνες. Τώρα, όμως, εις το κέλευσμα του διάκου, εστράφη προς την λέμβον, εφώναξεν ένα νέον κρατούντα τας κώπας, και του λέγει.
- Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, έξω! Τις καμπάνες! Βαράτε τις καμπάνες!
Ο Σταμάτης, έφηβος ως 16 ετών, κυρίως βαρκάρης δεν ήτο, αλλ’ ορφανός μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εις τα ράσα των παπάδων. Όπως υπάρχουν εκκλησιαστικά δαιμόνια, ούτω υπάρχουν και αγυιόπαιδα εκκλησιαστικά. Πάραυτα εσιόφισεν, εκωπηλάτησε, και μετά εν λεπτόν έφθασεν εις την προκυμαίαν. Θα ημπορούσε να φωνάξη από την βάρκαν προς τους έξω, διά να τρέξουν να σημάνουν τις καμπάνες, αλλά δεν το έκαμε. Επήδησε έξω, κι᾿ έτρεξε διά ν’ απολαύση αυτός πρώτος την υπερτάτην ηδονήν της κωδωνοκρουσίας.
Καθώς έτρεχεν, έκραξε τον άλλον αδελφόν του, τον Φώτην, και τον έστειλεν εις την επάνω ενορίαν προς τον αυτόν σκοπόν. Είτα ανήλθεν υψηλά εις το καμπαναριό, εκόλλησεν ως τελώνιον εις την μεγάλην καμπάναν, ήρπασε το γλωσσίδι της, με την άλλην χείρα την λαβήν του επικράνου της άλλης, κι᾿έρριψε το σχοινίον της τρίτης εις εν άλλο παιδίον παρά την βάσιν του κωδωνοστασίου, το οποίον είχε κλειδώσει πεισμόνως έξω από το πορτέλλο του καμπαναριού.
Μετά μίαν στιγμήν μανιώδης κωδωνοκρουσία ήρχισε, και άλλοι εναέριοι ήχοι απήντησαν από την άλλην εκκλησίαν. Καί υπό τους ήχους αυτούς το ατμόποοιον απέπλεε, και οι παπάδες επέστρεψαν εις την ξηράν.
Μετά δυο εβδομάδας, όταν επέστρεψεν από την γείτονα νήσον ο Σεβασμιώτατος, εν μεγάλη κλαγγή κωδώνων, ως πρώτην φοράν ερχόμενος, επήγε κατ᾿ ευθείαν εις τον ναόν. Εκεί, εις το τέλος της δοξολογίας –και αυτό υπήρξε μετά την περί κωδωνοκρουσίας διαταγήν, την διά του διάκου δοθείσαν, η πρώτη χαρακτηριστική πράξις της ποιμαντικής του– επετίμησεν ένα των ιερέων, διότι ως επαρχιώτης και ασυνήθιστος από αρχιερατικάς ιεροπραξίας, είπε το σύνηθες «Δι’᾿ευχών των αγίων Πατέρων ημών», και δεν είπε: «Δι’ ευχών του αγίου Δεσπότου ημών». Ο δυστυχής ιερεύς πως να το ξεύρη, αφού πουθενά δεν το είχεν εύρει γραμμένον.
Την Κυριακήν όταν ελειτούργησεν ο επίσκοπος, εις το τέλος της λειτουργίας έδωκε νέον δείγμα της ποιμαντικής του. Εις το «Πάντοτε, νυν και αεί», τον γεροντότερον, τον πλέον πεπειραμένον, αλλά και εγγράμματον ιερέα, τον έπιασεν αποτόμως από τον βραχίονα, βαστάζοντα το Άγιον Ποτήριον, και τον εβίασε να σταθή επί εν λεπτόν εις τα βημόθυρα, διά να είπη το «Πάντοτε» – ως να επρόκειτο, κατόπιν του «Μετά φόβου Θεού», να γίνη και Δευτέρα Μετάληψις. Καί όμως το Ευχολόγιον γράφει μόνον, ότι «βλέπει ο ιερεύς προς τον λαόν», και όχι ίσταται εις την Αγίαν Πύλην. Ό,τι δε περιττόν γίνεται, μαρτυρεί μόνον τάσιν προς το πομπώδες και θεατρικόν – όπως συνηθίζουν μάλιστα οι Ρώσοι.
Μέγα ευτύχημα υπήρξε για τον άλλον γέροντα, τον επίτροπόν του, εις την οικίαν του οποίου κατέλυσεν ο ιεράρχης, το ότι ήτο πολύ κωφός. Ο Δεσπότης ηδύνατο να τον επιτιμά και να τον ονειδίζη μάλιστα, χωρίς αυτός ν’ aντιλαμβάνεται, μηδέ να πικραίνεται τίποτε. Όταν δεν ήτο παρών ο διάκος, διά να του εξηγήση, αυτός δεν ηδύνατο να εννοή τίποτε από τους θυμούς και τας εξάψεις του Σεβασμιωτάτου.
Τέλος κατόρθωσε να δώσει λογαριασμόν ο γέρων επίτροπος εις μετρητά, δι’ όλας τας αδείας γάμου και τα λοιπά «δικαιώματα» της Επισκοπής. Αλλά διά τα γαλόπουλα, τους αστακούς και τ’ αυγοτάραχα, κανείς δεν του εζήτησε λογαριασμόν πόσα είχε ξοδεύσει. Είναι αληθές ότι ο Δεσπότης ήτο εγκρατέστατος. Έπασχε από στομαχικά και καρδιακά συμπτώματα – ίσως από ψαμμίασιν η και διαβήτην. Αλλ’ ο διάκος είχε τα νειάτα του, την ξανθήν γενειάδα και την κόμην του. Θα ήτο υπερβολή βεβαίως αν ελέγαμεν, ότι ωμοίαζε με τον αρχιποιητήν εκείνον της Παπικής αυλής, του Λέοντος του Ι, όστις είχε παραπονεθεί ποτε, ότι έκαμνε στίχους διά χίλιους ποιητάς, και εις τον οποίον ο περιώνυμος Ποντίφηξ έδωκε την απάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit (σημείωση του γράφοντος: «μα και ο αρχιποιητής πίνει για χίλιους»).
Όπως και αν έχη, είναι βέβαιον, ότι ηγάπα πολύ το εντόπιον μοσχάτον εις δαμιτζάνες προσφερόμενον.
Τέλος ο Σεβασμιώτατος, αφού έδωκε το τελευταίον και κυριώτερον μάθημα ποιμαντικής εις τους ιερείς του – τους ενουθέτησε να είναι καθάριοι, να μη καπνίζουν ναργιλέ δημοσία και να μην κρατούν ποτέ ράβδον – εν ήχω κωδώνων και πάλιν, προεπέμφθη, επεβιβάσθη στο βαποράκι, κι᾿ επήγε να ποιμάνη και άλλα πρόβατα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)


Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Τα πτερόεντα δώρα

Ξένος του κόσμου και της σαρκός, κατήλθε την παραμονή από τα ύψη, συστείλας τας πτέρυγας όπως τας κρύπτη, θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.

Εκράτει εις την χείρα εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις, και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός, και ήκουσε τα δύο τεκνία να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρά του, και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβην πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την εσπέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει να αποκοιμίση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον ύβρισε νευρική με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη, και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν χωρίς να κάμουν την προσευχήν των, και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κ’ επάνω των έκυπτον άνθρωποι μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτία. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του διά να μη βλέπη κ’ έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς, και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν, και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Αι-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγας τα ώτα, διά να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς, και ο Άγγελος διά να παρηγορηθή, εισήλθεν εις μίαν εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον της θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας· και εις το βάθος, αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του ― το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν διά να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην διά να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας, και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1907)

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Προεπαναστατική Ρωσία (1911) και σύγχρονη Ελλάδα (2013)

(μέρος του επιλόγου του βιβλίου του Αλεξάνδρου Σελιανίνωφ με τίτλο «Η Μυστική Δύναμη του Κακού», Αγία Πετρούπολη 1911)

Ο διωγμός της Εκκλησίας
Πλησιάζει η ώρα εκείνη που δεν θα είμαστε σε θέση να πηγαίνουμε άφοβα στην εκκλησία, που δεν θα έχουμε δικαίωμα να παιδαγωγούμε τα παιδιά μας με το ορθόδοξο πνεύμα… Η βεβήλωση της εκκλησίας προ πολλού ήδη άρχισε…
Οι δολοφόνοι στις εκκλησίες ανιχνεύουν τα θύματά τους. Οι τοίχοι των ναών βάφονται με αίμα διαμελισμένων παιδιών και μητέρων. Ακούγονται ήδη και σε μας οι κακόβουλες φωνές που απαιτούν να φύγουν τα Θρησκευτικά από τα σχολεία, επειδή η διδασκαλία του Χριστού δήθεν εξάπτει την εχθρότητα μεταξύ των παιδιών!
Αρκετοί πολιτικοί, διανοούμενοι, εργάτες, μαθητές, ακόμη και μερικοί ιερείς συστρατεύονται ανοικτά στην παράταξη των διωκτών του Χριστού.

Κοινωνική διαφθορά
Εμείς βλέπουμε πως το γκρέμισμα συντελείται σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις: γκρεμίζεται καθετί θρησκευτικό και πατριωτικό, οι αφόρητοι εμπαιγμοί των ιερών και οσίων αποτελούν συνήθη φαινόμενα…
Τα μικροσκοπικά πορνογραφικά βιβλιαράκια που διανέμονται από ρακένδυτα παιδιά στις πόλεις, οι πορνογραφικές φωτογραφίες που τοποθετούνται στις βιτρίνες των χαρτοπωλείων, όλα συντελούν στη διαφθορά του ρωσικού λαού. Κάποιος ιατρός, ο Σ. Σ. Γκολοούσεφ, ανοικτά διακηρύσσει σε εφημερίδα ότι είναι απαραίτητες η πορνεία και οι εκτρώσεις!
Εμφανίζονται οργανώσεις όπου διαπράττονται όργια και βακχικές τελετές χωρίς καμία αιδώ! Οι ευσεβείς άνθρωποι διώκονται και εμπαίζονται, εάν τολμήσουν να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας εναντίον της κοινωνικής διαφθοράς.
Μέσα σ’ αυτό το άγριο ξεφάντωμα οι σκοτεινές δυνάμεις προωθούν τους σκοπούς τους με ασφαλή βήματα πίσω από τα συνθήματα «πρόοδος», «αλληλεγγύη», «πολιτισμός».

Η ψυχή του λαού
«Πολλοί νομίζουν ότι μια χώρα μπορούν να την κατακτήσουν μόνο με την δύναμη των όπλων», γράφει ο Κοπέν Αλμπανσέλι. Και συμπληρώνει: «Αυτό είναι τραγικό λάθος, υπάρχουν κτυπήματα πολύ πιο καίρια από εκείνα που χύνουν το αίμα του λαού. Είναι αυτά που στρέφονται κατά της ψυχής του λαού»!
Η ψυχή του λαού τρέφεται με τις αιώνιες παραδόσεις και τα πατροπαράδοτα ήθη του. Αυτές είναι και οι πραγματικές πηγές της ζωής του λαού…
Όπως τα δέντρα στο δάσος αναζητούν με τις ρίζες τους την κατάλληλη τροφοδοσία, έτσι και ο λαός ζει με εκείνα τα πνευματικά ερείσματα που διαμορφώθηκαν από την ανδρεία, τον ηρωισμό, τον αγώνα, τη θυσία και την ελπίδα των προγόνων του. Σ’ αυτά συνίσταται η ζωντανή δύναμη την οποία οι προηγούμενες γενιές κληροδότησαν στις επόμενες.

Απώλεια ιστορικής μνήμης
Γι’ αυτό, όποιος θέλει να φονεύσει την ψυχή ενός λαού, αρκεί να τον αποκόψει από το ζωντανό παρελθόν του, δηλαδή να εξαφανίσει από την μνήμη του την παράδοση και τις πνευματικές υποθήκες των προγόνων του, να του εμπνεύσει την περιφρόνηση και την αντιπάθεια προς αυτές, όπως ακριβώς θα έκανε κάποιος που θα έκοβε τις ρίζες ενός δένδρου, προκειμένου να το νεκρώσει. Έτσι ακούμε ότι πολλοί ρώσοι χαίρονται με κάθε κτύπημα που κάποιοι αόρατοι υλοτόμοι καταφέρουν στις ρίζες του αιωνόβιου ρωσικού δένδρου, κτύπημα που συνοδεύεται πάντοτε από δυνατές φωνές για πρόοδο, ελευθερία, ισότητα…

Μπροστά στον πνευματικό αφανισμό
Θα έλθει η ώρα, και ίσως είναι πλέον κοντά, που εμείς σωφρονισμένοι από την πικρή πείρα μας, θα μάθουμε να παλεύουμε κατά των δυνάμεων του σκότους…
Ο κίνδυνος που μας απειλεί είναι πιο φοβερός από τον ζυγό των Τατάρων και πιο ορμητικός από την επιδρομή του Ναπολέοντα. Τώρα πλέον, ανθρωπίνως, όλα είναι εναντίον μας!

Η μάνα μας Εκκλησία
Πίσω μας όμως στέκει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή και μόνη μπορεί να περιμαζέψει το σκόρπιο ποίμνιο του Χριστού, να απαλείψει την κοινωνική αδικία και να ξαναδώσει στη Ρωσία το προηγούμενο πνεύμα της.

Αφυπνιστικός ημέτερος επίλογος (*)
Ο προφητικός λόγος του Αλεξάνδρου Σελιανίνωφ σύντομα έγινε πραγματικότητα. Και η Ρωσία από το 1917 έζησε για εβδομήντα χρόνια μια συνεχόμενη νύχτα. Ζούμε κι εμείς σήμερα την δική μας τραγική πραγματικότητα. Θα παραμείνουμε αδιάφοροι και ασυγκίνητοι μπροστά στη σήψη και διαφθορά του λαού μας; Θα μείνουμε απαθείς μπροστά στους αόρατους υλοτόμους του έθνους μας;

(*) Έκδοση του Ιερού Ναού Θείας Αναλήψεως Δραπετσώνας


Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Σαρακοστιανά αρτύσιμα κεράσματα

Χαίρομαι που επιτέλους τελείωσε η Μεγάλη Σαρακοστή και ο Χριστός έφυγε... Γλίτωσε ακόμη μία φορά από την υποκρισία και την κακία όλων ημών:
(α) αυτών που ανοιχτά Τον καταδιώκουν διαχρονικά,
(β.) των για προφανείς λόγους λίαν επικίνδυνων του είδους: των «ψευτοχριστιανών» ή οικουμενιστών (κατά τον Ιουστίνο Πόποβιτς),
(γ.) αυτών που θρησκειοποίησαν το εκκλησιαστικό γεγονός εξασφαλίζοντας έτσι μία «αριθμημένη θέση» στο μετά θάνατο «αμφιθέατρο», και τέλος
(δ.) των ολιγόψυχων και βολεμένων, που, ενώ είχαν την ευκαιρία να Τον γνωρίσουν, τελικά παραμένουν είτε άβουλοι είτε απείθαρχοι («Ούτως ότι χλιαρός εί, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου» – Αποκάλυψη Γ’, 16).
Πόσες φορές θα χρειαστεί να έρθει και να ξαναέρθει μέχρι κάτι επιτέλους να «καταλάβουμε». Στο κάτω-κάτω, για το συμφέρον μας πρόκειται… Ακόμα κι ο Ρωμαίος Τιβέριος το αντιλήφθηκε και γι’ αυτό τιμώρησε τον Πιλάτο. Εμείς όμως απομακρυνόμαστε, ενεργώντας κάθε φορά και με μεγαλύτερη οίηση, όλο και περισσότερο εις βάρος ακόμα και αυτού του μικρονοϊκού μας συμφέροντος! Μα πότε επιτέλους θα διαφοροποιηθούμε από την κοσμικότητα της εποχής μας. Πότε θα ρισκάρουμε να γίνουμε αποσυνάγωγοι, με κάθε κόστος!
Τα παρακάτω Σαρακοστιανά αρτύματα προσφέρονται με ζείδωρη ελπίδα, λίγο ετεροχρονισμένα, ως «διατροφικό συμπλήρωμα», αντίδοτο σε «καλπάζουσα νεοπλασία». Γιατί η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία. Απλούστατα δεν πεθαίνει ποτέ!...

Χαιρετισμοί
Ρήτορας πολυφθόγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε· 
απορούσι γαρ λέγειν το πώς και Παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας·
ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν·
χαίρε σοφίας Θεού δοχείον, χαίρε προνοίας αυτού ταμείον,
χαίρε φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα,
χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί
χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα, χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα,
χαίρε βυθού αγνοίας εξέλκουσα, χαίρε πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα,
χαίρε ολκάς των θελόντων σωθήναι, χαίρε λιμήν των του βίου πλωτήρων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κυριακή των Βαΐων
Ψαλμός ΛΖ’ (37): Κύριε, μη τώ θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τή οργή σου παιδεύσης με.
Ψαλμός ΡΒ’ (102): …, εμνήσθη ότι χους εσμέν· Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’, 18-43: … πάντα, όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’:
(42.) ... λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταίς γραφαίς, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;
(43.) διά τούτο λέγω υμίν ότι αρθήσεται αφ’᾿υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής·

Ευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου,
πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισέ μοι τω σω δούλω.
Ναι Κύριε Βασιλεύ,
δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου·
ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μεγάλη Δευτέρα
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΒ’, 15-46:
(21.) … απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τώ Θεώ.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΓ’, 1-39:
(5. ) Πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις ...
(12.) Όστις δε υψώσει εαυτόν  ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται ...
(13.) … Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαισαίοι υποκριταί, …
(23.) … ταύτα έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι. Οδηγοί τυφλοί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες ...
(28.) Ούτω και υμείς, έξωθεν μεν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι, έσωθεν δε μεστοί εστε υποκρίσεως και ανομίας ...
(33.) Όφεις, γεννήματα εχιδνών! πώς φύγητε από της κρίσεως της γεέννης;
(37.) Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους τους απεσταλμένους προς αυτήν!
(39.) Λέγω γαρ υμίν, ου μη με ίδητε απ’ άρτι έως αν είπητε· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Την ώραν, ψυχή, του τέλους εννοήσασα και την εκκοπήν της συκής δειλιάσασα, το δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως έργασαι, ταλαίπωρε, γρηγορούσα και κράζουσα· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Τι ραθυμείς, αθλία ψυχή μου; Τι φαντάζη ακαίρως, μερίμνας αφελείς;. Τι ασχολής προς τα ρέοντα; Εσχάτη ώρα εστίν απ’ άρτι, και χωρίζεσθαι μέλλομεν των ενταύθα· έως καιρόν κεκτημένη, ανάνηψον κράζουσα· Ημάρτηκά σοι Σωτήρ μου· μη εκκόψης με, ώσπερ την άκαρπον συκήν, αλλ’ ως εύσπλαχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Ιωάννου μοναχού: Ο της ψυχής ραθυμία νυστάξας, ου κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα την εξ αρετών, και νεάνισιν ωμοιώθην μωραίς, εν καιρώ της εργασίας ρεμβόμενος τα σπλάγχνα των οικτιρμών σου, μη κλείσης μοι Δέσποτα· αλλ’ εκτινάξας μου τον ζοφερόν ύπνον, εξανάστησον, και ταις φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, εις νυμφώνα τον σον, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, και βοώντων απαύστως· Κύριε δόξα σοι.

Έγνως άγονε ψυχή, του πονηρού οικέτου το υπόδειγμα, φοβού και μη αμέλει του χαρίσματος, ου εδέξω, ουχ ίνα κατακρύψης εις γην, αλλ' ίνα εμπορεύση.

Τού κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν, ακούσασα ψυχή, μη κρύπτε λόγον Θεού, κατάγγελλε τα θαυμάσια αυτού, ίνα πλεονάζουσα το χάρισμα, εισέλθης, εις την χαράν του Κυρίου σου.

Ιδού σοι το τάλαντον, ο Δεσπότης εμπιστεύει ψυχή μου, φόβω δέξαι το χάρισμα, δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς, και κτήσαι φίλον τον Κύριον, ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής. Είσελθε δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ τον πλανηθέντα, διά το μέγα σου έλεος.

Μεγάλη Τρίτη
Tον Νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με.

Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον.

Ποίημα Κασσιανής μοναχής: Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μεγάλη Τετάρτη (ακολουθία του Αγίου Ευχελαίου)
Προς Κορινθίους Α΄Επιστολή Παύλου, κεφ. ΙΓ’, 1-8:
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι.
και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία·
πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Η’, 20: …· αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη.

Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου, κεφ. ΣΤ’, 2: Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, …

Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολή Παύλου, κεφ. Ε’, 21:  … πάντα δε δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Θ’, 9-14:
(12.) … ου χρείαν έχουσι οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες.
(13.) Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν· έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.

Μεγάλη Πέμπτη
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον:
(ΙΔ’ 6) Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή· …
(ΙΔ’ 12) … ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα, ά εγώ ποιώ, κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει· …
(ΙΕ’ 5) Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα.
(ΙΕ’ 7) Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ό εάν θέλητε αιτήσεσθε, και γενήσεται υμίν.
(ΙΕ’ 12 & 17) …  αγαπάτε αλλήλους
(ΙΕ’ 22) Ει μη ήλθον και ελάλησα αυτοίς, αμαρτίαν ουκ είχον· νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτίας αυτών.
(ΙΣΤ’ 23) … όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τώ ονόματί μου, δώσει υμίν.
(ΙΣΤ’ 24) Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τώ ονόματί μου· αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών ή πεπληρωμένη.
(ΙΣΤ’ 33) Εν τώ κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κόσμον.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’:
(17.) Λέγει ουν η παιδίσκη η θυρωρός τώ Πέτρω. Μη και συ εκ των μαθητών εί του ανθρώπου τούτου; Λέγει εκείνος· Ουκ ειμί. …
(25.) Είπον ουν αυτώ· Μη και συ εκ των μαθητών αυτού ει; Ηρνήσατο εκείνος και είπεν· Ουκ ειμί.
(26.) Λέγει είς εξ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ών ού απέκοψε Πέτρος το ωτίον· Ουκ εγώ σε είδον εν τώ κήπω με’ αυτού;
(27.) Πάλιν ουν ηρνήσατο ο Πέτρος, και ευθέως αλέκτωρ εφώνησεν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΣΤ’:
(61.) Ούτος έφη, δύναμαι καταλύσαι τον ναόν του Θεού και δια τριών ημερών οικοδομήσαι αυτόν.
(62.) Και αναστάς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Ουδέν αποκρίνη; τι ούτοί σου καταμαρτυρύσιν;
(63.) Ο δε Ιησούς εσιώπα. Και αποκριθείς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Εξορκίζω σε κατά του Θεού του ζώντος ίνα ημίν είπης, ει συ εί ο Χριστός ο Υιός του Θεού.
(64.) Λέγει αυτώ ο Ιησούς· Συ είπας· πλην λέγω υμίν, απ’ άρτι όψεσθε τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού.
(65.) Τότε ο Αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτιά αυτού λέγω ότι εβλασφήμησε· τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;
(69.) Ο δε Πέτρος έξω εκάθητο εν τη αυλή·· και συ ήσθα μετά Ιησού του Γαλιλαίου.
(70.) Ο δε ηρνήσατο έμπροσθεν πάντων, λέγων· Ουκ οίδα τι λέγεις.
(71.) εξελθόντα δε αυτόν εις τον πυλώνα είδεν αυτόν άλλη και λέγει αυτοίς· εκεί και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου.
(72.) και πάλιν ηρνήσατο μεθ’ όρκου ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον.
(73.) μετά μικρόν δε προσελθόντες οι εστώτες είπον τω Πέτρω· αληθώς και συ εξ αυτών ει· και γαρ η λαλιά σου δήλόν σε ποιεί.
(74.) τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε.
(75.) και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.

Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια , την τιμήν του τετιμημένου, όν ετιμήσαντο  από υιών Ισραήλ. Γρηγορείτε κα προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής· δια τούτο γρηγορείτε.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’, 28-40 & ΙΘ’, 1-16:
(33.) Εισήλθεν ουν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;
(34.) Απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· Αφ’ εαυτού σύ τούτο λέγεις, ή άλλοι σοί είπον περί εμού;
(38.) Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Τι εστίν αλήθεια;

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(3.) Τότε ιδών Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερεύσι και τοις πρεσβυτέροις
(4.) λέγων· ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον. οι δε είπον· τι προς ημάς; συ όψει.
(5.) και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε, και απελθών απήγξατο.
(6.) οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια είπον· ουκ έξεστι βαλείν αυτά εις τον κορβανάν, επεί τιμή αίματός εστι.
(7.) συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις·
(8.) διό εκλήθη ο αγρός εκείνος αγρός αίματος έως της σήμερον.
(9.) τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ,
(10.) και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος. 
(11.) Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν του ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε Ιησούς έφη αυτώ· συ λέγεις.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο ΙΕ’:
(22.) Καί φέρουσιν αυτόν επί Γολγοθά τόπον, ο εστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.
(29.) Καί οι παραπορευόμενοι εβλασφήμουν αυτόν κινούντες τας κεφαλάς αυτών και λέγοντες· ουά, ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών!
(30.) σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού.
(31.) ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον· άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι.
(32.) ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ. και οι συνεσταυρωμένοι αυτώ ωνείδιζον αυτόν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(33.) Τω καιρώ εκείνω ελθόντες οι στρατιώται εις τόπον λεγόμενον Γολγοθάν, ός εστί λεγόμενος Κρανίου τόπος, έδωκαν αυτώ πιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον· και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού βαλλόντες κλήρον· …
(46.) Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων· Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί; τουτέστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;

Ρωμανός ο Μελωδός (εις το Πάθος του Κύριου και εις το Θρήνο της Θεοτόκου):
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον, ηκολούθει Μαρία
τρυχομένη μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα·
Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν δρόμον τελείς;
Μη έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά, κακεί νυνί σπεύδεις,
ίνα εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
Συνέλθω σοι, τέκνον, η μείνω σε μάλλον;
Δος μοι λόγον, Λόγε, μη σιγών παρέλθης με,
ο αγνήν τηρήσας με.
Συ γαρ υπάρχεις ο Υιός και θεός μου.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ΙΘ’, 38-42:
(38.) … ηρώτησε τον Πιλάτον Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (ών μαθητής του Ιησού, κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων), ίνα άρη το σώμα του Ιησού και επέτρεψεν ο Πιλάτος. Ήλθεν ουν και ήρε το σώμα του Ιησού. Ήλθε δε και Νικόδημος ο ελθών προς τον Ιησούν νυκτός το πρώτον, …

Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τώ Σταυρώ, φόβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (ΚΖ’):
(62.) Τη δε επαύριον, ήτις εστί μετά την παρασκευήν, συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι προς Πιλάτον
(63.) λέγοντες· κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων, μετά τρεις ημέρας εγείρομαι.
(64.) κέλευσον ούν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών· και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.
(65.) έφη αυτοίς ο Πιλάτος· έχετε κουστωδίαν· υπάγετε ασφαλίσασθε ως οίδατε.
(66.) οι δε πορευθέντες ησφαλίσαντο τον τάφον σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας.

Μεγάλη Παρασκευή
Τάδε λέγει Κύριος τοις Ιουδαίοις· Λαός μου, τι εποίησά σοι ή τι σοι παρηνώχλησα; τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι, και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν∙ αντί του ύδατος όξος· αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε. Ουκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τα έθνη κακείνα με δοξάσουσι συν τω Πατρί και τω Πνεύματι· καγώ αυτοίς δωρήσομαι ζωήν την αιώνιον.

Λαός δυσσεβής και παράνομος, ίνα τι μελετά κενά;
ίνα τι την ζωήν των απάντων θανάτω κατεδίκασε;
Μέγα θαύμα! ότι ο Κτίστης του κόσμου,
εις χείρας ανόμων παραδίδοται,
και επί ξύλου ανυψούται ο φιλάνθρωπος,
ίνα τους εν Άδη δεσμώτας ελευθερώση, κράζοντας·
Μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι.

Μεγάλο Σάββατο
Και συναχθέντες μετά των πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες αργύρια ικανά έδωκαν τοις στρατιώταις λέγοντες· είπατε ότι οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων. Και εάν ακουσθή τούτο επί του ηγεμόνος, ημείς πείσομεν αυτόν και υμάς αμερίμνους ποιήσομεν.

Κατηχητικός Λόγος αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως. 
Ει τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. 
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον. 
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. 
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. 
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω˙ και γάρ ουδέν ζημειούται. 
Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.
Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη˙ και γαρ κατηργήθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεπαίχθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεκρώθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ καθηρέθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ εδεσμεύθη. 
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν. 
Έλαβε γην και συνήντησεν ουρανώ. 
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι. 
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. 
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. 
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. 
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος. 
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. 
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 


Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Χαρτογράφηση των Δυναμικών Κινήσεων (δείγμα με κίνηση)

Η δημοσίευση αυτή αποτελεί συμπλήρωμα εκείνης με τίτλο «Υπόμνημα Χαρτογράφησης των Δυναμικών Κινήσεων» (Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011)

Πρόκειται για μία μικρή και απλοποιημένη δοκιμή αξιοποίησης του κώδικα ανάγνωσης της «Χαρτογράφησης των ‘δυναμικών κινήσεων’ των συμπεριφορών» με την προσθήκη κίνησης.
Σύμφωνα με τον κώδικα αυτόν, καταγράφονται οι «δυναμικές κινήσεις», οι οποίες συγκροτούν «ενότητες δράσεων» σε μία αλληλουχία χρονικών στιγμών. Οι συνιστώσες αυτής της αλληλουχίας τελικά συμπυκνώνονται σε ένα επίπεδο όπου συγκροτούνται και οριοθετούνται οι πόλοι συνάθροισης και συναναστροφής (οι οποίοι αποδίδονται ως επιφάνειες με γκρι χρώμα στο τέλος της κίνησης του παραδείγματος) με κριτήρια τη Λειτουργικότητα και την Εστιακότητα του αντίστοιχου χώρου.

Το δείγμα προέρχεται από την ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια» (1952), και η χρήση του χώρου καταγράφεται στο καθιστικό της Έπαυλης της οικογενείας Γκρενά.

 


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Τις ημύνθη περί πάτρης;

 Το εκήρυξεν ο θείος Όμηρος προ ετών τρισχιλίων: Είς οιωνός άριστος!… Αλλά τις έβαλεν εις πράξιν την συμβουλήν του θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ της παρούσης ημών γενεάς τις ημύνθη περί πάτρης;
Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί του ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους;
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας.
Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλευταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελαν παρουσιάσουν.
Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ’ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ’ αυτού. Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Και σήμερον, νέον έτος έρχεται. Και πάλιν τι χρειάζονται οι οιωνοί; Οιωνοί είναι τα πράγματα. Μόνον ο λαός λέγει «Κάθε πέρσυ και καλλίτερα».
Ας ευχηθώμεν το ερχόμενον έτος να μη είναι χειρότερον από το έτος το φεύγον.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σημείωση: Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1896, στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ. Κάπως έτσι σκιαγραφείται με αδρές γραμμές το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή:
  • 1893 (19 Δεκεμβρίου): κορυφώνεται η κρίση στην πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ομολογεί δημοσίως το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
  • 1895-1897: Πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (κύριος υπεύθυνος της πτώχευσης του 1893 και της υπαγωγής της Ελλάδος στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).
    • 1896 (25 Μαρτίου – 3 Απριλίου): Διεξάγονται οι πρώτοι «αναβιωμένοι» Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα.
    • 1897: Διεξάγεται ο «ατυχής» Ελληνοτουρκικός πόλεμος (ή «Πόλεμος των Τριάντα Ημερών»).
  • 1898: Επιβολή στην Ελλάδα, με απαίτηση της Γερμανίας, του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Εγκαθίστανται υπάλληλοι των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίοι εισπράττουν για λογαριασμό των ξένων τραπεζών μέρος από τα έσοδα των μονοπωλιακών επιχειρήσεων του Ελληνικού Κράτους.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Κατά τις λάμψεις πέρα

Κατά τις λάμψεις, εκεί τραβάει
η ασφαλτοστρωμένη ετούτη στράτα:
Τις αγελάδες, τα καμιόνια
τις μπαρκάρουνε, τρεις τρεις,
κι ήρεμος τραμπαλίζεται ο λαιμός τους
και βαρύς.
...
Τρεις-τρεις μες τα καμιόνια
τις μπαρκάρουνε τις αγελάδες,
πιτσιλωτές, πυρόξανθες ή μαύρες.
Μα να τους εξηγήσει δεν μπορεί
γλώσσα καμία
πως είν’ μεσάνυχτα
και πως τις πάνε στα σφαγεία.

Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963)



Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο δάσκαλος μίλησε για την Ελβετία...

... Θα μπορούσατε να ανακεφαλαιώσετε τα κυριότερα σημεία της ομιλίας του;

Η Ελβετία είναι μια μικρή χώρα της Ευρώπης που συνορεύει με την Ελβετία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ελβετία και την Αυστρία. Έχει πολλές λίμνες και πολλά βουνά, αλλά η θάλασσα δεν βρέχει την Ελβετία, και ιδιαίτερα τη Βέρνη.
Η Ελβετία πουλάει τα όπλα σε όλο τον κόσμο για να τους ξεκάνει αλλά αυτή δεν κάνει ούτε ένα τοσοδούλη πόλεμο.
Με κείνα τα λεφτά χτίζει τις τράπεζες. Αλλά όχι τις καλές τράπεζες, τις τράπεζες των κακών, ειδικά αυτοί με τα ναρκωτικά. Οι εγκληματίες της Σικελίας και της Κίνας βάζουνε εκεί τα λεφτά, τα δισεκατομμύρια. Η αστυνομία πηγαίνει, λέει ποιανού είναι αυτά τα λεφτά, δεν ξέρω, δεν σου λέω, παράτα μας, η τράπεζα είναι κλειστή.
Αλλά δεν ήτανε κλειστή! Ανοιχτή, ήτανε!!
Η Ελβετία, αν στη Νάπολη έχεις καρκίνο, στη Νάπολη πεθαίνεις, αλλά αν πας στην Ελβετία πεθαίνεις πιο αργά, ή ζεις. Γιατί η κλινική είναι πολύ ωραία, το χαλί, τα λουλούδια, οι σκάλες καθαρές, ούτε ένας ποντικός. Όμως πληρώνεις πολλά, αν δεν κάνεις λαθρεμπόριο δεν μπορείς να πας.
Φτάνει τόσο μεγάλη, η έκθεση;

Σημείωση:
Ο δάσκαλος Μαρτσέλο ντ’ Όρτα, διορισμένος σε ένα σχολείο των φτωχικών ναπολιτάνικων συνοικιών, συγκέντρωσε ένα σύνολο εκθέσεων μαθητών του Δημοτικού και τις δημοσίευσε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» (lo speriamo che me la cavo, © 1990, Arnoldo Mondadori Editore S.p.A., Milano, για την ελληνική γλώσσα εκδόσεις «γνώση», Αθήνα 1993). Ζωηρότατα χρωματισμένες, με πολλά λάθη, εκρηκτικές αλλά και με ένα ακούσιο χιούμορ, μπορεί αρχικά να φανούν σαν μια ανθολογία «μαργαριταριών». Όμως, με μία δεύτερη ανάγνωση, διακρίνεται η παιδική σοφία και καρτερικότητα, το ανέμελο και γεμάτο έντονες συγκινήσεις κέφι στην αθωότητά της χαμηλής κοινωνικής τάξης. Πρόκειται τελικά για ένα ανελέητο χρονικό που ανοίγει μια ανήσυχη χαραμάδα στις συνθήκες ζωής του Νότου της Ιταλίας.
Η Νάπολη είναι μια πόλη που παρακινεί, πολύ εύκολα, στο να μετατρέψει κανείς κάθε φτωχό παιδί σε αλητάκι, και έτσι να παίξει ένα παιχνίδι που μπορεί να έλξει. Την παγίδα αυτή απέφυγε έντεχνα ο δάσκαλος Μαρτσέλο ντ’ Όρτα απορρίπτοντας τα στοιχεία που θα διευκόλυναν παρόμοιες ερμηνείες και τα αποσπάσματα που του φαίνονταν «ύποπτα»…

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ανέκδοτο ποίημα Αιμίλιου Βεάκη (*)

Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει…
(*) γράφτηκε στις 18 Αυγούστου 1941

«… Ήταν ο πρώτος χρόνος της κατοχής και όπως όλα τα ανήσυχα μυαλά, όποιοι πατριώτες τότε καταλάβαιναν ότι έπρεπε να πολεμήσουν την κατοχή, έβλεπαν ένα λαό ο οποίος ήταν πνιγμένος στη μοιρολατρία, στο αδιέξοδο που δεν γίνεται τίποτα … και η κυριαρχία της ιδεολογίας του Εγώ…»

Δεν είναι τρόπος να γνοιαστούν να μιληθούν οι ανθρώποι.
Καθένας χώρια το σαρκί, το εγώ καθένας χώρια,
κι ένας βυζαίνει ταλλουνού το γαίμα να χορτάσει
και πίσωθέ τους ύπουλο το κλεφτοσκυλολόι
τους διαγουμάει το έχει τους και τους ρουφάει τη ζήση.

Θέλω να πάρω ένα στρατί, κρυφό σα μονοπάτι
που να με πάει στο ξάγναντο, στην πιο ψηλή κορφούλα
κι ούτε από δω το δρόμο μου ψυχή να μη γροικήσει.
Οι οχτροί μου να με χάσουνε κι οι φίλοι να σαστίσουν
κι όλοι να πουν πως χάθηκα, πως έσβησα απ’ τον κόσμο.

Κι εγώ ψηλά με τα στοιχειά, με τα θεριά, με τάστρα,
με του βουνού τα πνεύματα να κάνω μετερίζι.
Με αντιμαχές κι αθιβολές να βρω το μυστικό τους,
να κλέψω απ’ τ’ αστρα υπομονή κι απ’ τα θεριά το θάρρος
κι απ’ τα στοιχειά τη δύναμη και την καπατσοσύνη,
απ’ το βοριά την αντοχή και την ορμή απ’ το νότο
κι από τη στουρναρόπετρα την άλυωτη σκληρότη,
να κάνω πέτρα το κορμί και την ψυχή ατσαλένια.

Κι όταν θαρθεί ο καλός καιρός να στήσω καραούλι
με μπιστικούς τους Σάτυρους κι αρματωλούς τους Πάνες
και κρυφομαντατάρηδες ταγερικά του Λόγγου.

Με τέτοιο ασκέρι νείρομαι να ξαναρθώ στη χώρα.
Και μιαν αυγή απ’ το ξάγναντο κι απ’ την ψηλή ραχούλα,
να κάνω τις παλάμες μου χουνί και να φωνάξω:
«Βιαστήτε! Καθαρίστε τ’ άνομα σωθικά σας,
σπεκουλαδόροι του χρυσού κι έμποροι του θανάτου,
κλέφτες της χήρας, του ορφανού, ξεμαυλιστές των νιάτων,
πραματευτάδες άνομοι κάθε Θεού και τόπου,
καταλυτάδες του Καλού και σπιλωτές του Ωραίου,
βιαστήτε, γιατί επλάκωσα με των στοιχειών τ’ ασκέρι»!

«… τότε ήταν μια χούφτα άνθρωποι που ονειρεύονταν να ξεφορτωθούν τον κατακτητή…»

Από τη ραδιοφωνική εκπομπή του σταθμού ΑΡΤ FM 90.6 «ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΕ» (Δευτέρα, 26/11/2012,
13:00-14:30) που παρουσιάζουν ο Δημήτρης ΚΑΖΑΚΗΣ και η Γεωργία Μπάστα.
  

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Η Ελλάδα και τα «καρύδια» της

Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα

Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων.
Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, από όλον τον κόσμο.
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη...

Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού.
Από την ιατρική σας, την φαρμακευτική σας.
Από τα μαθηματικά σας (γεωμετρία, άλγεβρα)
Από την φυσική σας, τη χημεία
Από την αστρονομική σας
Από την πολιτική σας
Από την καθημερινότητα σας.

Διαγράψτε τα μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα, κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη, σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας, τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας, σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία και την πολιτική, διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά, αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει και έστω μια ελληνική λέξη), σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη, αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού που και αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα, αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία), σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο, σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες, αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό, διαγράψτε την φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε...

Θα πείτε «δεν γίνεται». Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλ-ληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη...

Η πρόκληση πάντως ισχύει.


Ζαν Ρισπέν (Αλγερία 1849 – Παρίσι 1926).
Γάλλος λογοτέχνης και δραματουργός.


Υστερόγραφο: Ο Κολοκοτρώνης στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, που τον κυνηγούσαν τα κυβερνητικά στρατέματα (μ’ αρχηγό τους τον Κωλέττη), έφτασε σ’ ένα χωριό Ράδο της Γορτυνίας και κάθισε κάτου από μια καρυδιά. Λυπημένος μονολογούσε:

― Τι έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια...
(Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, 1927, 203)


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

«Στου κουφού την πόρτα… το σαπούνι σου χαλάς!»

Ένας φίλος μου, που ζει πλέον μόνιμα στο εξωτερικό, είχε έρθει για τις καλοκαιρινές του διακοπές σε ένα ορεινό χωριό της πατρίδας του, απ’ όπου καταγόταν. Μερικές από τις τελευταίες μέρες των διακοπών του φιλοξενήθηκε στο σπίτι μου και είχαμε έτσι την ευκαιρία να θυμηθούμε τα παλιά. Λίγες μέρες αφότου επέστρεψε στη χώρα που τον φιλοξενεί, μου έστειλε ένα ηλεκτρονικό σημείωμα με κάποιους προβληματισμούς αλλά και συμπεράσματα
«Όταν βρισκόμουνα στην Αθήνα, τις μεταμεσονύκτιες ώρες, με ενοχλούσε αφάνταστα ο θόρυβος μιας μοτοσικλέτας ολοκληρωτικά πειραγμένης. Ο νεαρός αναβάτης φαινόταν να χαίρεται σαδιστικά να σταματάει στη γωνία κάθε τετραγώνου και στη συνέχεια να επιταχύνει μέχρι το επόμενο με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να ωθεί το μοτέρ της μοτοσικλέτας του στα όριά του, παράγοντας βέβαια έναν διαβολικό θόρυβο από την τρύπια εξάτμισή της. Και έτσι όργωνε κάθε βράδυ όλη την περιοχή, τουλάχιστον μέχρι εκεί που ακούγανε τα αυτιά μου. Σαν να ήθελε να πει κάτι σε όλους εμάς που είχαμε την πολυτέλεια να κοιμόμαστε εκείνη την ώρα...
Και τι δεν σκέφτηκα που θα μπορούσα να κάνω για να τον σταματήσω. Όπως τότε που, έφηβοι ακόμη, όταν πηγαίναμε στο γηπεδάκι του μπάσκετ και έπαιζαν άλλοι μικρότεροι, έφευγαν άμα τη εμφανίσει μας! Για όλα όμως με απέτρεπε το Εθνικό Συμβούλιο Ηθικής (μου). Τελικά κατάφερα να συμφιλιωθώ μ’ αυτή την κατάσταση και να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά του νεαρού, όταν συνδύασα το «κακό οδήγημα» των νεαρών δικυκλιστών με κάτι που παρατήρησα τις προάλλες, επίσης όσο βρισκόμουνα στην Αθήνα: Πρόκειται για δύο επικίνδυνα σημεία οδοστρώματος, που, κατά τη γνώμη μου, καθιστούν το οδήγημα των οχούμενων από απλή διαδικασία σε εξαιρετικά επικίνδυνο άθλημα, ιδιαίτερα για τους δικυκλιστές.
Στο πρώτο σημείο, που βρίσκεται στη λεωφόρο μεταξύ του Σ.Ε.Φ. και του σταδίου Καραϊσκάκη, ακριβώς μετά τους ανισόπεδους κόμβους, με κατεύθυνση προς τον Πειραιά, οι τρεις λωρίδες γίνονται με αυθαίρετο τρόπο δύο, με απουσία έστω και στοιχειώδους προειδοποιητικής σήμανσης. Διαπιστώνεται δηλαδή μία εξαρχής κακοτεχνία (γιατί ποτέ δεν κατασκευάστηκε σωστά) και απαξίωση στη σοβαρότητα της διαγράμμισης των λωρίδων μιας λεωφόρου (βλέπε φωτογραφίες παρακάτω).
 



Το δεύτερο σημείο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου, ακριβώς μετά τους ανισόπεδους κόμβους, στην κατεύθυνση προς Παλαιό Φάληρο (πρέπει να φαίνεται από τα παράθυρα του ΣΚΑΪ). Στο σημείο αυτό υπάρχει μία ακόμη κατασκευαστική αστοχία, που δημιουργεί ένα κοίλωμα, το οποίο γεμίζει «ύπουλα» νερό ακόμα και με λίγες στάλες βροχής και γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο για κάποιον που δεν γνωρίζει τα κατατόπια ώστε να το αποφύγει έγκαιρα: τα συγκεντρωμένα νερά γίνονται αιτία για επικίνδυνους οδηγικούς ελιγμούς της τελευταίας στιγμής με, ενδεχομένως, δυστυχή αποτελέσματα.
Το παράδοξο είναι ότι κανείς, και κυρίως αρμόδιος, μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει επιληφθεί του θέματος αποτελεσματικά και άμεσα, αν και σίγουρα έχει υποπέσει στην αντίληψη πολλών γιατί κανείς δεν οδηγεί κοιτώντας τα σύννεφα…
Και όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν σε ένα κατά τα άλλα ‘Ολυμπιακό έργο’, που και μόνο η συνωνυμία του με την πρώην ομώνυμη αεροπορική εταιρεία παραπέμπει σε εξίσου ανεπαρκή διαχείριση…
Αποτελεί ειρωνεία το πόσο εύκολα η «μεγάλη» γενιά (ναι, αυτή που έφερε τον τόπο σ’ αυτό το σημείο κλπ. κλπ.) σπεύδει συχνά να κακολογήσει τους νεαρούς για τον τρόπο που μιλάνε, ντύνονται, συμπεριφέρονται, επειδή υπάρχουν (π.χ. για το αν δίνουν τη θέση τους σε έναν ηλικιωμένο – με ή χωρίς αναπηρική σύνταξη μαϊμού – κ.ο.κ.) για το επιδεικτικό οδήγημά τους («σούζες», κλπ.).
Δεν αντιλαμβάνεται όμως η γενιά αυτή, η δική μου γενιά, ότι είναι η ικανότητα αυτών των νεαρών που μας κάνει να αποφεύγουμε καθημερινά πολλαπλάσια δυστυχήματα που οφείλονται πρωτίστως στους ανεύθυνους εργολάβους και στους ανεπαρκείς πολιτικούς που παραλαμβάνουν έργα χωρίς έναν υποτυπώδη έλεγχο αξιοπιστίας (τα οποία έργα βεβαίως και προπληρώνουμε μέσω των διοδίων).
Οι νεαροί δικυκλιστές, με τον ακροβατικό τρόπο οδήγησής τους αντισταθμίζουν την επικινδυνότητα του οδοστρώματος, εξισορροπούν τις κακοτεχνίες. Κι επιπλέον, τρυπάνε την εξάτμιση (κάτι ανάλογο με τα graffiti σε έναν καθώς πρέπει τοίχο) για να εκφράσουν μ’ αυτόν τον τρόπο (έστω και ασυναίσθητα) την αγανάκτησή τους γι’ αυτά που παραλαμβάνουν από την παλαιότερη γενιά, και για τα οποία είναι οι ίδιοι και οι απόγονοί τους υποθηκευμένοι.
Απευθύνομαι σε σένα παλιέ μου φίλε και συνοδοιπόρε, πρεσβευτή αξιών της εποχής της δικής μας αθωότητας, που σήμερα έχουν όλες αντικατασταθεί από άλλες, μεταλλαγμένες. Σήμερα, που ο πλέον κατάλληλος τρόπος έκφρασης ή διαμαρτυρίας είναι ο αυτιστικός… Στείλε λοιπόν το ζήτημα με τις οδικές κακοτεχνίες σε ένα μέσον μαζικής ενημέρωσης ώστε τελικά να επιληφθεί το αρμόδιο υπουργείο και να υποδείξει στην κατασκευάστρια εταιρεία να διορθώσει τις κακοτεχνίες. Κακή αυτή η επιλογή αλλά δεν σκέφτομαι καμία άλλη. Τι να περιμένει όμως κανείς από ‘εξουσιόβρωτους’ πολιτικούς, που διακηρύσσουν ότι ‘μαζί τα φάγαμε’!»

Σημείωση του γράφοντος: Ο μοναχικός αυτός μοτοσικλετιστής εξακολουθεί να εκφράζει με τον θορυβώδη αυτό τρόπο το μίσος του και, ίσως ασυναίσθητα, τα παράπονά του. Είναι άσκοπο φαίνεται να απευθυνθεί προς ώτα μη ακουόντων…


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

«Ανήκω σε μία χώρα μικρή»

Εδώ και μήνες η Ελλάδα είναι στο πραιτόριο. Χλευάζεται και κατασυκοφαντείται. Αναίσχυντοι αργυραμοιβοί την παίζουν στα ζάρια. Προσβάλλουν τους ανθρώπους της, αμφισβητούν την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Όποια εφημερίδα και να ανοίξεις, μας έχουν κατατάξει στα «σκουπίδια». Μας θεωρούν ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.


Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!

Δεν είμαστε οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες. Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.

Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια.

Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.

Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.

Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλείφονται.

Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.

Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.

Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.

Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο, μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα, πως δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.

Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την αφανίσει, την ανάσταινε!

Γιατί τα γράφω αυτά; Μου τηλεφώνησαν κάποιοι «φίλοι» απ’ το εξωτερικό και μας …νεκρολογούσαν! Είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους! Και βιάζονται! Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….

«Ανήκω σε µία χώρα μικρή.

Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου.

Είναι μικρός ο τόπος µας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι µας παραδόθηκε χωρίς διακοπή.

Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα.

Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.

Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη µε τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες.

Όσο για µένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου.

Και ένας από τους διδασκάλους µου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …».

Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών µας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση.

Είναι για µένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο.

Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή µας λιγόστευε;

Είναι µία πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά µας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή η φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει που να ’βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία.

Χρωστώ την ευγνωμοσύνη µου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός να κρίνει µε αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς µας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία µε τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας µας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.

Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.»
(ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Επίλογος

Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» αποτελεί ένα αναλυτικό εννοιολογικό εργαλείο το οποίο μελετάει τον χώρο (στην περίπτωσή μας τον οικιακό χώρο των μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων), και αναδεικνύει και προωθεί τον κοινωνικό ρόλο του αρχιτέκτονα.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίασή του, συνοψίζουμε τις βασικές παραδοχές που διατρέχουν όλο το φάσμα της λειτουργίας του:
  • Η μεθοδολογία που αναπτύσσει ενσωματώνει στο θεωρητικό της πυρήνα έναν αριθμό συναφών θεωρητικών αντιλήψεων και εφαρμόζεται στη διερεύνηση της έννοιας του οικιακού χώρου, μέσα από μία διαδικασία ανάγνωσης, εμβάθυνσης και αποκωδικοποίησης του κινηματογραφικά αρχιτεκτονημένου χώρου και τελικά συνάγει συμπεράσματα που ενδιαφέρουν την αρχιτεκτονική πρακτική σε μία προσπάθεια γεφύρωσης της συνθετικής σκέψης του αρχιτέκτονα με αυτή του θεωρητικού επιστήμονα και του φιλόσοφου στοχαστή. Όταν οι στοχαστικές ιδιότητες του αρχιτέκτονα υπολείπονται των τεχνοκρατικών και χειραγωγούνται από «ωμό» συμφέρον τότε προκύπτει παρέκβαση της αρχιτεκτονικής, …αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο μιας άλλης μελέτης…

  • Ο χώρος νοείται ως σχέση του ανθρώπου όχι μόνο με το άψυχο κέλυφος και τον εξοπλισμό του αλλά και με παραμέτρους του ανθρώπινου παράγοντα, όπως στοιχεία κίνησης, δράσης, και συμπεριφορών. Ο βασικός επομένως πυρήνας της μελέτης αυτής, γύρω από τον οποίον περιστρέφονται όλοι οι προβληματισμοί περί χώρου, είναι ο ανθρώπινος παράγοντας ως πρόσωπο, δηλαδή ως γεγονός σχέσης, ως δυναμικά ενεργούμενη μοναδικότητα και ανομοιότητα, ως απόλυτη και απροκαθόριστα ενεργούμενη υπαρκτική ετερότητα.
Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας σε κάθε εποχή συντίθεται ταυτόχρονα από ένα πλήθος επιστημονικών και φιλοσοφικών θεωριών, και διατηρεί τον χαρακτήρα της επικρατέστερης εξ αυτών. Η κάθε μία από αυτές τις θεωρίες ικανοποιεί την ιδιαίτερη ουτοπία της κοινωνικής ομάδας που εκπροσωπεί, σε μία ατέρμονα εξελισσόμενη δυναμική σχέση. Επομένως, το κάθε ανθρώπινο πλάσμα, ανάλογα με την ιδεολογία της ομάδας στην οποία είναι προσαρτημένο, έχει τον προσωπικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται τα φαινόμενα, όπως αυτά εκφράζουν τον πολιτισμό στο σύνολό του. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώνει και να επαναδιαμορφώνει την προσωπική του «ουτοπία» και να ακολουθεί έναν προσωπικό τρόπο ζωής. Ο τρόπος αυτός είναι συνάρτηση μιας σειράς παραμέτρων: του μορφωτικού επιπέδου, και της αντιληπτικής ικανότητας ενός εκάστου των υποκειμένων, του βαθμού πολυπλοκότητας με τον οποίο κάθε υποκείμενο αντιμετωπίζει τα συγκεκριμένα φαινόμενα, και του συστήματος αξιών που διαχέεται στο άμεσο περιβάλλον του, του οποίου φορείς είναι οι άνθρωποι που συναναστρέφεται καθώς και καθετί που διαβάζει ή ακούει. Το δυναμικό της αντιληπτικής ικανότητας των υποκειμένων μιας κοινωνίας θα μπορούσε να απεικονιστεί διαγραμματικά ως ένα «συνεχές φάσμα». Το φάσμα αυτό παρουσιάζει τοπικά έντονες πυκνώσεις και αραιώσεις, στις περιοχές ακριβώς οι οποίες αντιστοιχούν στην κοινωνική διατρωμάτωση που συνθέτει τη συγκεκριμένη κοινωνία. Το φάσμα αυτό είναι κατά συνέπεια τοπικά και χρονικά προσδιορίσιμο και επομένως αποκωδικοποιήσιμο.

Η θεωρία που αναπτύσσει η παρούσα μελέτη δεν επιδιώκει την αντιπαράθεση ή απόρριψη καμίας άλλης. Αντίθετα, «προσκαλεί» σε κοινή συζήτηση διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις με ελπίδα την προσέγγιση και πληρέστερη κατανόηση του χάους και του μυστηρίου της ετερότητας του προσώπου.

Συνήθως το πρόβλημα με μία νέα θεωρία είναι ότι προβάλλεται από τον εισηγητή της ως επιστημονική «πανάκεια». Στην ανθρώπινη συνθήκη είναι αβέβαιο εάν θα υπάρξουν ποτέ οικουμενικές απαντήσεις σε θέματα αντίληψης. Πόσο μάλλον απίθανο να υπάρξει μία στιγμή όπου όλα τα μέλη κάθε κοινωνίας θα έχουν το ίδιο επίπεδο γνώσεων και τον ίδιο τρόπο αντίληψης για να συμφωνήσουν σε μία οικουμενική αλήθεια και να την αποδεχθούν. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: η κοινωνική ανισότητα επιδιώκεται προς το συμφέρον του ισχυροτέρου. Επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα για τον παραμικρό ισχυρισμό ως προς το συμφέρον εκάστου ανθρώπου, το οποίο, σε ατομική κλίμακα, συχνά παρακάμπτει την αμιγή αντιληπτικότητα και εφαρμόζει κανόνες «αόρατης παιδαγωγίας», προκειμένου να επιτευχθεί το ίδιο ως αυτοσκοπός.

Η ζωή μέσα σ’ ένα ανθρωπογενές και κατά κανόνα γεωμετρημένο περιβάλλον, όπου οι χωρικές σχέσεις των αψύχων αντικειμένων αλλά και η συμπεριφορά των έμβιων όντων μεταξύ τους παρουσιάζουν ένα τυποποιημένο και προβλέψιμο χαρακτήρα, έχει οπωσδήποτε μειώσει την αντιληπτικότητα του συγκινησιακού δυναμικού του χώρου. Απαιτείται η ύπαρξη «ιδιοφυών» και χωρίς προκαταλήψεις επιστημόνων, με αυξημένες γνώσεις σε συναφείς με την αρχιτεκτονική επιστήμες, ώστε τελικά να μπορέσουμε να αποφανθούμε με κάποια βεβαιότητα για το χώρο.


Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.X.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη•
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
οι τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική•
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε•
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα• είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης – από τα Ποιήματα II, 1919-1933)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συμπεράσματα: κανονικότητα κτιριακού κελύφους και επιμέρους οργανώσεων

(Συμμετρία του κελύφους του οικιακού χώρου και των επιμέρους αυτόνομων οργανώσεων επίπλωσης του καθιστικού)


Στις ταινίες που μελετήθηκαν, το πλέον προφανές και άμεσα αντιληπτό χαρακτηριστικό κανονικότητας στη δομή του οικιακού χώρου είναι η συμμετρία, τόσον όσο αφορά σ’ αυτό καθ’ αυτό το κέλυφος όσο και στις επιμέρους οργανώσεις του περιεχομένου εξοπλισμού.

Συμμετρία κελύφους

  • Στο ανώτερο αστικό στρώμα, όπου κυριαρχούν οικιακοί τύποι είτε υπό μορφή πυργόσπιτου είτε νεοκλασικού, στις αρχές της δεκαετίας ’50 παρατηρείται συμμετρία στο οικιακό κέλυφος ενώ περί τα τέλη της δεκαετίας ’60 η μορφή του κελύφους χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία.
  • Στο μεσαίο και στο μικρομεσαίο αστικό στρώμα διαπιστώνεται ασυμμετρία καθ’ όλο το διάστημα της περιόδου 1950-1970.

Συμμετρία επιμέρους οργανώσεων

  • Στο ανώτερο αστικό στρώμα, στις αρχές δεκαετίας ’50 διαπιστώνεται συμμετρία στη χωροθέτηση του εξοπλισμού βάσει του κελύφους ενώ προς το τέλος δεκαετίας ’60 διαπιστώνεται κλειστή («εσωτερική») συμμετρία των επιμέρους οργανώσεων.
  • Στο μεσαίο αστικό στρώμα, στις αρχές δεκαετίας ’50 διαπιστώνεται επίσης συμμετρία βάσει του κελύφους. Προς το τέλος όμως της δεκαετίας ’60 παρατηρείται μία τάση προς την «κλειστή» συμμετρία επιμέρους οργανώσεων αγνοώντας τους άξονες του κελύφους.
  • Στο μικρομεσαίο αστικό στρώμα, καθ’ όλο το διάστημα της περιόδου 1950-1970, διαπιστώνεται συμμετρία βάσει του κελύφους.

Ισχύει ως γενική διαπίστωση ότι σε όλο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, καθ’ όλη την περίοδο 1950-1970, κυριαρχεί «κλειστή» (ένθετος / nested) συμμετρία στη χωροθέτηση των «επιμέρους λειτουργικών ενοτήτων» που απαρτίζουν τον αντίστοιχο οικιακό εξοπλισμό, είτε αυτές ακολουθούν τη συμμετρία του κελύφους είτε όχι.

Επιπλέον, εάν μεταθέσουμε το πεδίο παρατήρησης από το επίπεδο της «κάτοψης» στο επίπεδο της «όψης», θα λέγαμε ότι, επιπλέον της συμμετρίας στο δάπεδο του οικιακού χώρου παρατηρείται συμμετρία των επιμέρους οργανώσεων και στους τοίχους του κελύφους.



Η τελευταία συμπερασματική παρατήρηση αφορά στον βασικό πόλο συνεύρεσης. Ο πόλος αυτός, σε οποιονδήποτε οικιακό υποχώρο και αν πραγματοποιείται, απαρτίζεται είτε από το λειτουργικό υποσύνολο «καναπές, πολυθρόνες και τραπεζάκι» είτε από το «πολυλειτουργικό τραπέζι και τις καρέκλες γύρω από αυτό».
  • Το ανώτερο αστικό στρώμα χρησιμοποιεί τον καναπέ, τις πολυθρόνες και το τραπεζάκι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Ειδικότερα, το ανώτερο παραδοσιακό αστικό στρώμα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 χρησιμοποιεί και το πολυλειτουργικό τραπέζι με τις καρέκλες.
  • Το μεσαίο αστικό στρώμα χρησιμοποιεί τον καναπέ, τις πολυθρόνες και το τραπεζάκι καθ’ όλο το διάστημα της περιόδου 1950-1970.
  • Στο μικρομεσαίο αστικό στρώμα το πολυλειτουργικό τραπέζι και οι καρέκλες γύρω από αυτό αποτελούν τον κανόνα για την υλοποίηση πόλου συνεύρεσης καθ’ όλο το διάστημα της περιόδου 1950-1970.

Σε περιπτώσεις όπου δίδεται έμφαση σε μία τάση προς μοντερνισμό, τότε ο βασικός πόλος συνεύρεσης μετατίθεται προς τον καναπέ, τις πολυθρόνες και το τραπεζάκι (π.χ. «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», 1954).












Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Συμπεράσματα, «ανοιχτή-κλειστή» κάτοψη (β’ μέρος)

«Ανοικτή» κάτοψη


Χαρακτηριστικό παράδειγμα «ανοιχτής» κάτοψης προβάλλεται στην ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη...» (1952), όπου το γραφείο του αρχιτέκτονα λειτουργεί ως ιδανικός τόπος διαπραγμάτευσης.




Στις ταινίες της περιόδου 1950-70 ισχύει ως γενικός κανόνας ότι ο τύπος χωρικής οργάνωσης «ανοιχτή κάτοψη» σηματοδοτεί κατ’ αρχήν την ανώτερη κοινωνική τάξη και συνδυάζεται με πλούτο. Όσο κατερχόμαστε τα κοινωνικά στρώματα, η τυπολόγηση του χώρου τείνει προς την «κλειστή» υποδιαιρεμένη κάτοψη.


Η «ανοιχτή» κάτοψη στη δεκαετία του ’50 μοιάζει να είναι καταλύτης για προβληματισμό περί «δεοντολογικής συμπεριφοράς». Λειτουργεί με κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη χωρική πολυσυλλεκτικότητα, λειτουργική πολυεστιακότητα, ελευθερία και θεατρικότητα στις συμπεριφορές, και μία συντηρητικά ενιαία αισθητική λογική, επειδή ακόμα φαίνεται να ισχύουν κάποιοι κανόνες με κοινή αποδοχή.


Καθώς όμως η κοινωνία προχωράει στη δεκαετία του ’60, αρχίζει μία ασυγκράτητη απελευθέρωση των τρόπων συμπεριφοράς, με όση «φθορά» συνεπάγεται ο ξέφρενος ρυθμός αυτής της διαδικασίας. Διαμορφώνεται έτσι ένα νέο καθεστώς, όπου όλα τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου, κυρίως η αισθητική, έχουν πλέον αποδομηθεί.


Η οργάνωση του χώρου σταδιακά μεταλλάσσεται σε πολυσυλλεκτική και λειτουργεί με αυξημένο αισθητικό εκλεκτικισμό, όχι μόνο από πλευράς λειτουργιών αλλά και από πλευράς αισθητικών αρχών. Διαπιστώνεται ένας επιδεικτικός μιμητισμός ο οποίος διαρρηγνύει κάθε σύνδεσμο μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου.


Επιπλέον παρατηρείται μια ύφεση της θεατρικότητας και η σταδιακή αντικατάστασή της από μια άκρατη ελευθερία συμπεριφοράς. Το θέατρο με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς κανόνες δείχνει τα πρώτα δείγματα φθοράς και μεταλλάσσεται σε «σκηνοθεσία πλούτου», γεγονός που πιστοποιούν τόσο η μείωση των κανόνων όσο και αυτό το ίδιο το αισθητικό γίγνεσθαι.


Στην ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια» (παραγωγής 1952), το σπίτι του Γκρενά είναι «πολυεστιακό» και εξοπλισμένο με βαριά έπιπλα ενιαίας αισθητικής. Ο τύπος χωρικής οργάνωσης γίνεται εύκολα αντιληπτός από την οπτική σύνδεση μεταξύ των εστιών διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο μια επιδιωκόμενη συνέπεια στην αισθητική των αντίστοιχων υποχώρων.
Στην ταινία «Ο Γόης» (παραγωγής 1969) δεν υπάρχει επίγνωση της νοηματοδότησης του χώρου, τόσο ως κελύφους όσο και ως εξοπλισμού, και γι’ αυτό οι δραστηριότητες διεξάγονται ανεξάρτητα από το χώρο, μάλλον ανάμεσα σε ένα «στημένο σκηνικό».


Το καθιστικό έχει προκύψει αισθητικά πολυσυλλεκτικό μέσα από μία διαδικασία παράθεσης (έκθεσης) αντικειμένων περισσότερο παρά από μία φυσική διαδικασία διαμόρφωσης του αποτυπώματος των συμπεριφορών όλων αυτών που ζουν και διαντιδρούν μέσα στο συγκεκριμένο χώρο.


Τα έπιπλα είναι «ελαφριά» και κατά συνέπεια εύκολα στη μετακίνησή τους. Αυτό ακριβώς δημιουργεί και την απαρχή μιας αίσθησης ελευθερίας (που ξεκινάει από την εύκολη μετακίνηση των επίπλων), κάτι που αρκετά αργότερα θα οδηγήσει στη «χωρική αποδόμηση/αταξία».


Ενδεικτικό παράδειγμα οργάνωσης «ανοιχτής», πολυεστιακής κάτοψης, απ’ όπου δηλαδή απουσιάζει μία πρωτεύουσα εστία δραστηριοτήτων, αποτελεί ο χώρος του γραφείου του αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού στην ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη...» (1952). Ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε όλοι όσοι συμμετέχουν, να συμμετέχουν εν δυνάμει ισότιμα, και έχουν τη δυνατότητα της επιλογής όχι μόνο συμπεριφοράς (π.χ. από επαγγελματική δραστηριότητα σε διασκέδαση) αλλά και αρχών συμπεριφοράς (από κοσμιότητα και διακριτικότητα σε «φλερτ» / ερωτοτροπία).


 Η «ανοιχτή» κάτοψη, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτό της καθαρά λειτουργικής χρησιμότητας, συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις ώστε να αποτελέσει το υλικό υπόβαθρο για την εκδήλωση των μεταλλαγμένων αυτών συμπεριφορών: δίνει στο χρήστη το κέρδος μιας ελεγχόμενης από μέρους του αυθαιρεσίας. Ενώ δηλαδή σε μια «κλειστή» κάτοψη πρέπει όλοι να συμπεριφερθούν με τους γνωστούς κώδικες ειδάλλως χαρακτηρίζονται απολίτιστοι, στην «ανοιχτή», πολυλειτουργική, πολυεστιακή κάτοψη αιωρείται μια συνειδητά ελεγχόμενη αυθαιρεσία. Ο χώρος λειτουργεί ως τόπος διαπραγμάτευσης: το γραφείο του αρχιτέκτονα, ακριβώς επειδή είναι πολυλειτουργικό και πολυεστιακό, του επιτρέπει να αυθαιρετεί εποικοδομητικά υπέρ αυτού:
· Χειρίζεται με άνεση τη σχέση του με τις φίλες του.
· Παρασύρει τον φίλο του να απατήσει τη σύζυγό του.
· Έρχεται ο πελάτης με την πρόθεση να έχουν συνάντηση εργασίας αλλά αντί για τα σχέδια στο τραπέζι του προσφέρει ένα ουίσκι, κάτι που σταδιακά του επιτρέπει να αποκτήσει το ισχυρό πλεονέκτημα να συγκαλύψει την εκ μέρους του ασυνέπεια.
Ίσως σε ένα συμβατικό περιβάλλον εργασίας, που δεν θα είχε την ευκολία να αναπτύξει τόσο έντονη θεατρικότητα, να βρισκόταν αμήχανος και υπόλογος για την επαγγελματική του ασυνέπεια.


Η συνείδηση θεάτρου στην «ανοιχτή» κάτοψη αποκτάται συνολικά ως κουλτούρα, ως κάτι πολύ πιο σύνθετο που εμπεριέχει πολλούς ελέγχους θεατρικού χαρακτήρα, και όχι ως μια απλής μορφής ελευθερία. Δεν πρόκειται για απελευθέρωση από τη σκλαβιά της «κλειστότητας» και της υποδιαίρεσης αλλά για εισαγωγή ενός νέου τρόπου διαπραγμάτευσης με νέους όρους, θεατρικού χαρακτήρα, όπου οι έλεγχοι γίνονται με χαρακτηριστικά θεατρικής εμμεσότητας. Μέσα από αυτή τη θεατρικότητα επιτυγχάνεται τελικά μία εξισορρόπηση μεταξύ του «πολυεστιακού» (άναρχου) και του «μονοεστιακού» (συντηρητικού, ιεραρχημένου) τρόπου συναναστροφής.


Ο «ανοικτός» χώρος, με τον φαινομενικά ασαφή τρόπο διάκρισης «Προσκηνίου - Παρασκηνίου» (σε αντιδιαστολή με τον «κλειστό»), δημιουργεί αμηχανίες. Σε ένα περιβάλλον όπου όλοι είναι εκτεθειμένοι, οφείλει ο καθένας να δικαιολογεί την συμπεριφορά του γιατί κρίνεται από τους υπόλοιπους. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που το βάρος της θεατρικότητας δεν συναρτάται με το οικιακό κέλυφος αλλά μετατίθεται κυρίως στα σώματα (την απόλυτη ή/και σχετική θέση μεταξύ τους) και τον τρόπο που κινούνται και συμπεριφέρονται ανάμεσα στα έπιπλα.


Όταν στο χώρο συμβαίνει κάτι έντονα θεατρικό, τότε ακόμη και τα βλέμματα δεν είναι βλέμματα απλής συμμετοχής – π.χ. σε είδα και κουβεντιάζουμε – αλλά βλέμματα που συμμετέχουν καθοριστικά στο εννοιολογικό τρίπτυχο «κανόνας – ελευθερία – έλεγχος». Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ενεργοποιείται έντονα όχι μόνο στην «ανοιχτή» κάτοψη αλλά εξίσου και σε περιβάλλον «κλειστής» κάτοψης (π.χ. «κάτσε εδώ να πάω ν’ αλλάξω και να ξανάρθω», όπως λέει η κοπέλα στα «Τα τέσσερα σκαλοπάτια»).


Αν δεχθούμε ότι η «λειτουργική και η αισθητική αναρχία του χώρου» είναι σύμπτωμα «χαλάρωσης των ηθικών αρχών» της κοινωνίας και ότι η θεατρικότητα απαιτεί κάποιους κανόνες, που τους θέτει η ίδια η κοινωνία, οι οποίοι επιτρέπουν «λεπτούς» χειρισμούς συμπεριφοράς, τότε σε συνθήκες χαλάρωσης των αρχών της κοινωνίας επιπλέον της αισθητικής αναρχίας του χώρου δυσχεραίνεται και η θεατρικότητα, ο έμμεσος δηλαδή θεατρικός έλεγχος.


Παρεμβάλλοντας, τέλος, τη διαχειριστική έννοια «εντροπία» στην ερμηνεία της «ανοικτής» κάτοψης, προκύπτουν οι παρακάτω επιπλέον παρατηρήσεις:
· Οι κανόνες συμπεριφοράς και ο τρόπος μετάδοσης της πληροφορίας είναι άρρητοί (μη προφανείς),
· Το πληροφοριακό περιεχόμενο είναι υψηλό και για την αποκωδικοποίησή του απαιτείται «εξειδικευμένη» αντίληψη.
    «Αν η καθοριστική αγωνία του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο φόβος της εξόντωσης από έναν εχθρό που τον γνώριζες πάρα πολύ καλά, σε μια παγκόσμια αντιπαράθεση που ήταν προσδιορισμένη και σταθερή, η καθοριστική αγωνία στην παγκοσμιοποίηση είναι ο φόβος της αιφνίδιας μεταβολής από έναν εχθρό που δεν μπορείς να τον δεις, να τον αγγίξεις ή να τον νιώσεις – μια αίσθηση πως η δουλειά σου, η κοινότητα ή ο χώρος εργασίας σου μπορεί να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή από ανώνυμες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις που κάθε άλλο παρά σταθερές είναι.» [Thomas L. Friedman, Το Lexus και η ελιά (τι είναι η παγκοσμιοποίηση)].
· Κυριαρχεί η «μη γραμμικότητα» όπου εν δυνάμει λειτουργούν ταυτόχρονα πολλοί κανόνες. Εξαρτάται από το υποκείμενο να επιλέξει με ποιους από αυτούς θα λειτουργήσει (αντίληψη, μεταβολισμός).
· Αναμιγνύονται και ενοποιούνται οι χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές (ισχύει δηλαδή κατά Bernstein «χαλαρή ταξινόμηση» και «χαλαρή περιχάραξη»).
· Ευνοείται το υποκείμενο να προβάλλει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.
· Διεγείρεται η φαντασία και ενεργοποιείται η πρωτοβουλία και η δημιουργικότητα κατά τη διαντίδραση του χρήστη με τη συγκεκριμένη χωρική οργάνωση. Π.χ. Μπορεί κανείς να καθίσει σε οποιονδήποτε όγκο προσφέρεται για κάθισμα και όχι μόνο σε ένα συμβατικό κάθισμα.
· Ο χώρος είναι εννοιολογικός: αναπαριστώνται δομές σκέψης, εξυπηρετούνται ποιότητες ζωής και η ανθρώπινη παρουσία βρίσκεται σε συνεχή διαντίδραση με το περιβάλλον. Δρα δηλαδή ο χρήστης ως ένας ιδανικός «χωρικός αποκωδικοποιητής».
· Τέλος, διαπιστώνεται η διπλή συνεπαγωγή: όσο μεταβαίνουμε από ένα καθεστώς με μία συγκεκριμένη χωρική οργάνωση σε ένα άλλο, και η ενέργεια που απαιτείται για να συντηρηθεί το νέο καθεστώς μειώνεται, τότε,
(α) ο βαθμός «ανοιχτότητας» του χώρου μειώνεται, και
(β) η δυνατότητα δημιουργικής διάδρασης των υποκειμένων με το εν λόγω περιβάλλον βαίνει επίσης μειούμενη.