Τετάρτη, 25 Απριλίου 2007

Το πνευματικό στην αρχιτεκτονική

(η σχέση του Άρη Κωνσταντινίδη προς τον Le Corbusier)

Με ενδιαφέρει να εμβαθύνω στις πτυχές της σκέψης του Άρη Κωνσταντινίδη με συγκριτικές αναφορές στον Le Corbusier (Charles Edouard Jeanneret), έχοντας την πεποίθηση ότι οι πτυχές αυτές φανερώνουν με διακριτικό τρόπο μία λεπτή σχέση που συνδέει τους δύο αρχιτέκτονες. Παρότι ο Άρης Κωνσταντινίδης έχει μιλήσει εναντίον του Le Corbusier, διαπιστώνω βαθύτερες ομοιότητες στο «πώς» και «τι» σκέφτονται και θέλω να δώσω μια ερμηνεία σ’ αυτή την αντίφαση: ενώ έχουν κοινές θεωρητικές απόψεις περί την αρχιτεκτονική και ενώ μοιράζονται κοινό πεδίο σκέψης, το πεδίο συζήτησης του Μοντερνισμού, (1) γεγονός που τους αποδίδει κατ’ αρχάς μεγάλη συγγένεια, εντούτοις υπάρχει ρητά διατυπωμένη μόνο η μονοσήμαντη επιθετικότητα εκ μέρους του Κωνσταντινίδη προς τον Le Corbusier.

Η σκέψη του Άρη Κωνσταντινίδη αποτελεί μία «μεταγραφή» της σκέψης του Le Corbusier στα ελληνικά δεδομένα. Το υπόβαθρο της σκέψης τους είναι βασισμένο στον ίδιο «μαθηματικό» τύπο, ο οποίος στον Le Corbusier παίρνει μεγάλη τιμή ενώ στον Κωνσταντινίδη η τιμή είναι μικρότερη. Ο Le Corbusier θέτει προβληματισμούς στην αρχιτεκτονική και ο Κωνσταντινίδης στη συνέχεια τους «ανα-πλαισιώνει» με βάση το πλέγμα των «θεωριών» τις οποίες έχει ενστερνιστεί και το συγκεκριμένο ευρύτερο πολιτισμικό του περιβάλλον. Δεν μπορούμε να δούμε απλοϊκά αυτή τη διαφορά. Ο Πικιώνης, λόγου χάρη, που θέλει να απορρίψει το Μοντερνισμό σύσσωμο, το κάνει και δεν αφήνει κανένα άλλο ερώτημα. Ο Κωνσταντινίδης όμως, παρότι είναι και αυτός Μοντερνιστής, παραδόξως, είναι πολέμιος με τον επίσης Μοντερνιστή Le Corbusier, και επίσης παραδόξως, ενώ κινούνται γύρω από τα ίδια ερωτήματα και με παρεμφερείς τρόπους, τελικά διαφωνούν. Η μεταξύ τους διαφωνία, κατά τη γνώμη μου, αποδίδεται επιγραμματικά στην ιδέα του πώς το «υλικό» και το «πνευματικό» στην αρχιτεκτονική παραπέμπουν το ένα στο άλλο.


Ο Κωνσταντινίδης (1913-1993) έζησε περίπου ίσο διάστημα με τον Le Corbusier (1887-1965), όμως έπεται του δευτέρου περίπου κατά μία γενιά. Έτσι, αφενός μεν έχει, και άθελά του ακόμη, επηρεαστεί από τον «αρχετυπικό» πρόγονό του αφετέρου δε, βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να κρίνει μάλλον παρά να κρίνεται από αυτόν. Δεν πρόκειται για αμφίδρομη σχέση. Μπορούμε να μιλάμε για την σχέση Le Corbusier και Άρη Κωνσταντινίδη έχοντας την δυνατότητα να διαβάζουμε τη σκέψη του Le Corbusier, την σκέψη του Κωνσταντινίδη και τις φανερές ή κρυφές αναφορές του Κωνσταντινίδη στον Le Corbusier, ενώ δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε το αντίστροφο. Κατά πάσα πιθανότητα ο Le Corbusier δεν γνωρίζει τον Κωνσταντινίδη.

Πεδίο έρευνας αποτελεί η μελέτη του γραπτού τους λόγου, στον οποίον και οι δύο έδιναν ιδιαίτερη έμφαση. (2) Ανάλογα με τον τρόπο, με τον οποίον εκφέρουν αυτόν το «λόγο», ενώ δηλαδή, φαινομενικά οι δύο αρχιτέκτονες χρησιμοποιούν διαφορετικού περιεχομένου ορολογία, διαπιστώνω ότι στην ουσία πρόκειται για το ίδιο πράγμα ειπωμένο με διαφορετικά λόγια.

Τα κείμενα του Άρη Κωνσταντινίδη και του Le Corbusier έχουν κοινούς όρους συμπεριφοράς. Σε μια πρώτη εκτίμηση, κάποιες φράσεις του ενός θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί από τον άλλον παρότι τους χώριζαν 26 χρόνια στην ηλικία και, πολύ πιθανά, και κάποιες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις. Επιπλέον, τα κείμενά τους διακρίνονται τόσο για τον ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης του αρχιτεκτονικού φαινομένου μέσω ενός συνολικού αρχιτεκτονικού λόγου όσο και για τη μαχητικότητά τους σε έναν αγώνα επιβολής στους άλλους των όσων «βλέπουν τα δικά τους μόνο μάτια». Τα κείμενα αυτά περιγράφουν και αναλύουν με συνοπτικό τρόπο μια ολοκληρωμένη θέση περί την αρχιτεκτονική, έστω και αν απ’ αυτή τη θέση (για την περίπτωση του Κωνσταντινίδη) λείπει η πόλη.

Βασικό άξονα, γύρω από τον οποίον αρθρώνεται η δομή αυτού του δοκιμίου, αποτελεί η συγκριτική μελέτη των βιβλίων «Vers une architecture» του Le Corbusier (α’ έκδοση 1923, β’ έκδοση 1924, γ’ έκδοση1928) και «Για την αρχιτεκτονική» του Κωνσταντινίδη. Το βιβλίο «Vers une architecture» Le Corbusier είναι ένα μανιφέστο. Αποτελεί μια συλλογή 12 επιμέρους δοκιμίων, τα οποία ο Le Corbusier είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό «L’ Esprit Nouveau», (3) με διάταξη λογικού ειρμού και υπακούοντας στους κανόνες των δημοσιεύσεων. Το βιβλίο «Vers une architecture», μαζί με το «Urbanisme» και «L’ Art Décoratif d’ Aujourd’ hui» αποτελούν την τριλογία της σκέψης του Le Corbusier. Η μορφή αυτού του μανιφέστου δομείται πάνω στο συγκριτικό λόγο της απόρριψης συλλήβδην του σώματος των «κ.κ. (4) αρχιτεκτόνων», και της επικρότησης των μηχανικών: «Υπάρχει ένα επάγγελμα, ένα μόνο, η αρχιτεκτονική, στο οποίο η πρόοδος δεν είναι απαραίτητη, στο οποίο βασιλεύει η οκνηρία, αναφερόμαστε στο χτες». (5) Ο Le Corbusier δεν δέχεται τη συλλογική υπόσταση του «Nous … ». Εμμμένει να χρησιμοποιεί την απρόσωπη αντωνυμία «οn (parle) … » δηλώνωντας την αναίρεση της προσωπικότητας προς κάτι που έχει αδιαμφισβήτητη ισχύ, κάτι που έρχεται άνωθεν αρχέγονα ή θεϊκά. Μοιάζει να νοιώθει ότι είναι ο Μεσσίας, μία αυθεντία, που της έχει ανατεθεί να χαράξει τη μελλοντική πορεία της Αρχιτεκτονικής.

Το βιβλίο «Για την αρχιτεκτονική» είναι και αυτό ένα μανιφέστο. Πρόκειται για μια συλλογή δημοσιευμάτων του Άρη Κωνσταντινίδη σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία από το 1940-1982. Μέσα από τα κείμενα αυτά αντιλαμβάνεται κανείς μια σαφή αναζήτηση λύσης σε ένα αδιέξοδο. Στην αναζήτησή του αυτή ο Κωνσταντινίδης χρησιμοποιεί με έναν τρόπο αξιοθαύμαστο, αποσπάσματα σχεδόν από οιονδήποτε συγγραφέα, υπό την προϋπόθεση ότι όταν τον διαβάζει, να μπορεί, έστω και σε μερικές συνεχόμενες λέξεις να αναγνωρίσει με κάποιον τρόπο τον εαυτό του. Δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην κατηγορία ανθρώπων, απ’ τους οποίους δανείζεται λόγια, αποφθεγματικές φράσεις, των οποίων το νόημα ανήκει στην ανώνυμη σκέψη. Πρόκειται μάλλον για λαϊκή σοφία παρά για συγκροτημένη σκέψη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον Loos, είτε απορριπτικά είτε θαυμαστικά. (6) Αυτές οι αναφορές είναι πολλές φορές έμμεσες, ισχυριζόμενος ότι υπήρχαν στο μυαλό του ακριβώς έτσι, μέχρι τη στιγμή που τις διάβασε σε κάποιο κείμενο του Loos και αναγνώρισε να ταυτίζεται με αυτές. Δηλαδή ο αναγνώστης ενώ διαβάζει Κωνσταντινίδη στην πραγματικότητα αυτό που διαβάζει δεν είναι του Κωνσταντινίδη αλλά του Loos. Σε μια εποχή που οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι στο να διαβάζουν και να γράφουν, ήταν πολύ πιθανό ο Κωνσταντινίδης, που διάβαζε και έγραφε, να μπορούσε να κάνει πιο ελεύθερη χρήση των διεθνών αντιλήψεων και τάσεων. Υπάρχουν κάποιες πλευρές, που στον Le Corbusier και στον Loos είναι κοινές, και ο Κωνσταντινίδης εμφανίζεται να υιοθετεί την άποψη του Loos και να απορρίπτει την άποψη Le Corbusier επειδή έχει μια γενικότερα θετική τοποθέτηση απέναντι στον έναν και μια γενικότερα αρνητική έναντι του άλλου. Διαβάζοντας όμως κανείς πιο προσεκτικά τις σχετικές παραγράφους με την αυστηρή κριτική του, νοιώθει ότι πιθανόν ο συγγραφέας τους να διακατείχετο και από ένα αίσθημα σεβασμού προς τον Le Corbusier. Ενώ όμως τηρεί παθητική στάση στις κρίσεις του για τον Le Corbusier, και κατά κανόνα αποφεύγει να αναφερθεί ευθέως σ’ αυτόν, (7) στους χειμαρρώδεις λιβέλους του κατά πάντων, όταν του δίνεται η ευκαιρία δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την αρχιτεκτονική του Le Corbusier «ανέντιμη, … και ζωγραφισμένη (-ή … ζωγραφιζούμενη)» επειδή «…δεν διαφοροποιούνται ορατά τα διάφορα στοιχεία που φέρουνε από τα διαχωριστικά στοιχεία αφού όλα αυτά τα σκεπάζει αδιάκριτα ένα σουβάς…», (8) «…σαν μια επιφάνεια, που θα τηνε βάψουμε με κάποιο χρώμα, για να ζωγραφίζουμε, έτσι, έναν αρχιτεκτονικό χώρο αντί να τονε χτίζουμε, …(9) [η υπογράμμιση είναι δική μου]


Αντιπαράθεση: η έννοια «δοχείο ζωής» και η έννοια «machine à habiter».

Ο Le Corbusier χρησιμοποιεί ως μεταφορική οντότητα τη «machine à habiter» (10) ενώ ο Κωνσταντινίδης ορίζει μεταφορικά την έννοια της «κατοικίας» ως «δοχείο ζωής». (11)
Υπάρχει μια οντολογική ανησυχία, η οποία εμπεριέχεται σ’ αυτή την έννοια του «δοχείου», (12) η οποία ωθεί στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου του ανθρώπινου όντος. Ο όρος «δοχείο ζωής» αποτελεί ευθεία αναφορά και ουσιώδη συσχετισμό με τη χριστιανική παράδοση: όπως το ανθρώπινο σώμα είναι «δοχείο της ψυχής» (13) έτσι, κατ’ επέκταση, το κτίσμα, που φιλοξενεί την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι το «δοχείο της ζωής». (14) Οι ρητές αναφορές στο Χριστιανισμό (15) αλλά και γενικότερα αυτή η βαθύτερη χριστιανική αίσθηση και αυστηρότητα, παρατηρείται τόσο στα πρώιμα όσο και τα ύστερα κείμενα του Κωνσταντινίδη: «Και πλάθουμε λοιπόν σήμερα χώρους ζωής, όπου το κτίριο και το τοπίο συνθέτουνε μαζί έναν οργανισμό, -ένα συνθετικό και αισθητικό σύνολο-, για να είναι η αρχιτεκτονική η φωλιά της ζωής μας, ο χώρος της ψυχής μας.»,(16) « …δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα «εργαλείο ζωής», ένα «δοχείο ζωής», (-ένα «προσωρινό καταφύγιο για το ανθρώπινο κορμί»). (17)
Υπάρχει δηλαδή, μία σχέση μεταξύ του μεταφυσικού, την οποία αντιλαμβανόμαστε μέσα στο «δοχείο ζωής» και ενός ορθολογισμού που διαισθανόμαστε στην κατοικία ως «μηχανή εξυπηρετική του ανθρώπου». (18) Μια θεολογική τάση του ενός και μια πιο υλιστική του δεύτερου. (19) Το ερώτημα είναι μήπως βαθύτερα στην έννοια «μηχανή κατοικίας» (20) ενυπάρχει μια αισθητική αντίληψη της αρχιτεκτονικής που τείνει προς κάτι που δεν είναι ορθολογικό, που δεν είναι υλιστικό, που είναι εν πολλοίς μεταφυσικό.
Η μεταφυσική διάσταση στη σκέψη και στο έργο του Άρη Κωνσταντινίδη και η σχέση του με το «πνευματικό» γίνεται έντονα προφανής με τις επίμονες υπενθυμίσεις και συσχετισμούς περί του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης, την άρνηση της διακοσμητικής, και την αποδοχή του απέριττου με μια «ειλικρινή» και «τίμια» εκ μέρους του πρόθεση. Προφανώς η αρχιτεκτονική πρέπει να ανταποκρίνεται σε λειτουργικές απαιτήσεις, σε οικονομικούς περιορισμούς και σε κατασκευαστική λογική. Υπεράνω όμως όλων αυτών των αναγκών πρέπει να εκφράζει το πνεύμα. Αντιπολιτευόμενος τον Le Corbusier, τον οποίο θεωρούσε ότι εξαφάνιζε τις αξίες, σηκώνει ως λάβαρο το «πνευματικό», το οποίο συνδεόμενο με την θρησκεία, αποτελεί λαϊκό πολιτισμό.
Σύμφωνα με μια επιφανειακή επιχειρηματολογία, θα μπορούσε κανείς εύκολα να εννοήσει το «δοχείο» ως «σκεύος» ή «όστρακο» της ψυχής ενώ μάλλον θα δυσκολευόταν να εννοήσει εξίσου εύκολα τη «μηχανή» ως «έδρα της ψυχής». Κατά συνέπεια, εξίσου εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τον Le Corbusier υλιστή. Περαιτέρω όμως θεωρητική εμβάθυνση στις διακηρύξεις του, θα μπορούσε να πείσει ότι είναι τα μάτια των άλλων, εκείνα τα οποία δεν «βλέπουν» ενώ τα δικά του μόνο «βλέπουν» επειδή ακριβώς βλέπουν με μεταφυσικό τρόπο την πραγματικότητα. (21) Δημιουργείται δηλαδή το δίλημμα, μήπως και αυτός βλέπει μεταφυσικά τη «μηχανή» και όχι κυριολεκτικά ως προϊόν ορθολογισμού και τεχνολογίας.


Tο φαινόμενο του «καθρέφτη».

Η σκέψη και των δύο αρχιτεκτόνων λειτουργεί με τη λογική του καθρέφτη: αντανακλά τα φαινόμενα πάνω σε εκείνον που τα βλέπει. Το είδωλο αποτελεί την εικόνα του εικονιζόμενου. Τόσο ο Κωνσταντινίδης όσο και ο Le Corbusier είδαν μία αδιαφανή ιστορία, στην οποίαν κυριαρχούσαν αυτά τα οποία έβλεπε η δική τους δημιουργικότητα, αφαιρώντας την πραγματικότητα όλου του κόσμου. Είχαν μπροστά τους το «αδιαίρετο σύνολο του πνεύματος», γραμμένο και χτισμένο, και ενεργούσαν επάνω του αναγνωρίζοντας τον εαυτό τους ως κυρίαρχη αυθεντία. Εκείνον, ο οποίος μπορεί να ελέγχει το «κοινό και το κύριο» για όλους ανεξαιρέτως, κάτι εξάλλου που αποτελεί χαρακτηριστικό τρόπο κοινωνικής αντίληψης στην εποχή του Μοντερνισμού. Η διαφορά εντοπίζεται στο ότι ο Le Corbusier ερμηνεύει το πνευματικό στην αρχιτεκτονική αδιαπραγμάτευτα, με την ελευθερία του δημιουργού, ενώ ο Κωνσταντινίδης ερμηνεύει το πνευματικό χρησιμοποιώντας το άλλοθι του δημιουργημένου όντος. Σέβεται τους απόλυτους νόμους της φύσης, στους οποίους και υποτάσσεται άνευ όρων. Πρόκειται για μια ιδέα υπέρβασης συνδυασμένης με ένα παράδοξο τρόπο με την ιδέα της παράδοσης. Και η ελληνική πνευματική παράδοση συνδέεται με την Ορθοδοξία, που δικαιολογεί την επιμονή στο απλό. Όμως αυτή η συσχέτιση δεν συνηγορεί με τις απόψεις του Κωνσταντινίδη γιατί η βυζαντινή ναοδομία είναι περίτεχνη και ίσως αρκετά «επιδεικτική» για την ευαισθησία του. Πιθανόν η στάση του Κωνσταντινίδη προσεγγίζει τη βυζαντινή αγιογραφία, που έχει μείνει πιο ασκητική και μινιμαλιστική, παρά στο σύνολο της βυζαντινής ναοδομίας. Ο Κωνσταντινίδης δεν νομιμοποιεί τον εαυτό του να φτιάξει ένα επιτηδευμένο κτίριο. Στο έργο του κυριαρχεί η λογική της άρνησης για την παραμικρή επιτήδευση, σα να προτιμάει να παραμείνει στο στοιχειώδες, θεωρώντας ότι το πνεύμα πρέπει να απελευθερωθεί σχεδόν άυλα. Μόνο στις εξαιρέσεις του υπερβαίνει αυτόν τον μινιμαλισμό. Το μέσο του κτίσμα παραμένει τελείως ανεπιτήδευτο.
Ο πιθανός αντίλογος του Le Corbusier θα εστίαζε το πρόβλημα στο ότι η πολιτισμική αναπαραγωγή δεν εξελίσσεται ασκητικά παρά μόνο ως εξαίρεση. Η πολιτισμική κατανάλωση προϋποθέτει Ανάπτυξη και Πολιτισμό. Η αμιγώς πνευματική Αρχιτεκτονική, με πλούσια «λεκτική διήγηση» και «απέριττη κατασκευή», που όμως δεν εμπεδώνεται στην Τέχνη, είναι αρχιτεκτονική για πολύ λίγους.


Oι δύο δρόμοι προς το πνεύμα.

Στο παρόν δοκίμιο, η συσχέτιση του Άρη Κωνσταντινίδη με τον Le Corbusier επιχειρείται προσεγγίζοντας τον τρόπο, με τον οποίον δομείται η σκέψης τους περί την αρχιτεκτονική και ειδικότερα περί την αρχιτεκτονική της κατοικίας. Οι αντιδιαμετρικές συνθετικές «προσβάσεις» στην αρχιτεκτονική οργάνωση των χώρων της κατοικίας αποτελούν τη Λυδία Λίθο ενός εκάστου των δύο αρχιτεκτόνων. Μπορούμε να πούμε ότι ο Κωνσταντινίδης δουλεύει με βάση τον «κάτοικο» ενώ ο Le Corbusier δουλεύει με βάση τον «επισκέπτη». (22) Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση των χώρων του σπιτιού προχωρεί αναπτυσσόμενη από τα μέσα προς τα έξω, με αφετηρία τον κάτοικο που ξεκινά από το σπίτι του για να βγει στον υπόλοιπο κόσμο. Στην δεύτερη περίπτωση, η οργάνωση μεθοδεύεται από τα έξω προς τα μέσα, από το συνολικό όγκο προς τις επιμέρους διευθετήσεις, με αφετηρία τον επισκέπτη ο οποίος κατευθύνεται από τον υπόλοιπο κόσμο προς το συγκεκριμένο σπίτι.
Υπάρχουν επομένως δύο δρόμοι προς το πνεύμα: ο πρώτος δρόμος, κατά τον Κωνσταντινίδη, είναι το απλό κτίριο και η ελευθέρωση του πνεύματος για αναζήτηση πέρα από το κτίριο. Και αφού το πνεύμα αναζητήσει, να ανακαλύψει το κτίριο ως φορέα των πιο βαθειών αλλά και απλών και μόνιμων «αληθειών». Ο άνθρωπος ως πνευματικό όν, δέχεται πνευματικά ερωτήματα από πολλές κατευθύνσεις: μεταφυσική, θρησκεία, κοινωνία, τέχνη. Ο Κωνσταντινίδης κατασκευάζει ένα κτίριο μινιμαλιστικό, που δεν φιλοδοξεί τόσο να ερεθίσει το πνεύμα όσο να εκφράσει τις πλέον απλές, βαθειές και σταθερές ανθρώπινες ανάγκες ώστε το σώμα, ικανοποιημένο στα απαραίτητα, να αποδεσμεύσει το πνεύμα στις αναζητήσεις του: «Να δίνεις μορφή σε ιδέες που καθορίζονται από πραγματικές ανάγκες («μορφοποίηση λειτουργιών ζωής!») – αυτό θα πει αρχιτεκτονική.» (23)
Ο δεύτερος δρόμος είναι η ενσωμάτωση της αναζήτησης στο κτίριο, το κτίριο ως πρόκληση για το πνεύμα. Ο Le Corbusier φαίνεται να ξεκινάει αναζητώντας και τις αναζητήσεις του τις εμπεδώνει στο κτίριο. Το κτίριο δεν είναι απλώς ένα καλό κέλυφος για να φιλοξενήσει το σώμα και απλώς να σεβαστεί το πνεύμα. Φιλοδοξεί να αναστατωθεί πνευματικά ο χρήστης (ή και ο παρατηρητής) του κτιρίου του και να αφεθεί σε μεταφυσικές αναζητήσεις. Αυτό τελικά αποκρυσταλλώνεται στον εντυπωσιασμό που προκαλεί εγκαθιδρύοντας το τραγικό ή εν πάση περιπτώση την απροσδόκητη έξαρση. Η αντίφαση στον Le Corbusier είναι ότι το υπερβατικό υλοποιείται τόσο έντονα, που κινδυνεύει να αδρανοποιηθεί και τελικά να εξουδετερωθεί. Στην περίπτωση του Κωνσταντινίδη, το υπερβατικό είναι υπαινικτικά παρόν, δεν υλοποιείται κραυγαλέα. Και εδώ δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι το υπερβατικό λειτουργεί. Δεν δίνει καμιά εγγύηση ότι όντας πιο σεμνός, ως προς το κτίριο, πράγματι ενθαρρύνει την υπερβατικότητα ή την πνευματικότητα.


H «μεσσιανική» σχέση με τον χρήστη…

Στις σχέσεις τους με τον χρήστη, τόσο ο Le Corbusier όσο και ο Κωνσταντινίδης, φαίνεται να έχουν κοινό πρόβλημα: οι πελάτες τους έμεναν δυσαρεστημένοι. Το πρόβλημα είναι ακραίο όχι επειδή δεν είναι ικανοί αρχιτέκτονες αλλά ίσως επειδή εξαντλούν τις απόψεις τους αγνοώντας τον χρήστη. Οι δύο αρχιτέκτονες διακατέχονται από έμμονες πεποιθήσεις περί την αρχιτεκτονική αλλά και μιας γενικότερης θεώρησης του τρόπου ζωής, που φθάνει στα όρια της ιδεοληψίας. (24) Τελικά φαίνεται να χάνουν τη λογική της πραγματικότητας και του τόπου. Ίσως γι’ αυτό ενώ «λατρεύτηκαν» από μια μερίδα ανθρώπων, οι οποίοι και τους ανέθεσαν συγκεκριμένα έργα, συγχρόνως παραγνωρίστηκαν από άλλους τόσους, οι οποίοι τους θεώρησαν μέχρι και «επικίνδυνους». (25) Στην εξελικτική τους πορεία, τόσο ο Κωνσταντινίδης όσο και ο Le Corbusier, σχεδιάζουν στο όνομα μιας ανωτέρας αρχής, της τέχνης για λίγους, αγνοώντας το «μέσο» άνθρωπο. (26) Τα έργα τους αποκτούν μια διαφορετική διάσταση από αυτήν που αρχικά φαίνεται να έχουν. Δεν είναι απλά σπίτια. Πρόκειται για «ειδικές κατασκευές» για «ειδικούς ανθρώπους». «Ο Le Corbusier επεχείρησε, και σε μεγάλο βαθμό πραγματοποίησε, πρωτοπόρους και τολμηρούς πειραματισμούς»,(27) είναι τα λόγια του Άρη Κωνσταντινίδη, σε μια από τις μετρημένες φορές που αναφέρεται θετικά στο «μεγάλο γόη της αρχιτεκτονικής». (28) Η εμμονή τους αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία επικοινωνίας με τους χρήστες και κατ’ επέκταση την λανθασμένη ερμηνεία των επιθυμιών τους. Ο Le Corbusier μελέτησε περιώνυμα κτίρια σκιτσάροντάς τα και αντιμετωπίζοντάς τα κατ’ αρχήν ως γλυπτά, χωρίς σχόλια λειτουργίας. Ο Κωνσταντινίδης ανακάλυψε και προέβαλε την ανώνυμη λαϊκή αρχιτεκτονική κάνοντας καταγραφές λαϊκών σπιτιών στην Αθήνα και στην επαρχία, γεγονός που πιστοποιεί ένα ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσεων σχετικά με το πώς βιώνει ο χρήστης το χώρο. Πάντως τα πράγματα συνηγορούν στο ότι κανείς τους δεν φαίνεται να βγάζει σωστά συμπεράσματα από αυτή τους την εμπειρία.
Αυτή η έλλειψη επικοινωνίας του Κωνσταντινίδη με τους χρήστες πιστοποιείται και όταν ο ίδιος γράφει ότι οι πελάτες του δεν τον καταλάβαιναν και αλλοίωναν τα έργα του. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, τον «χρησιμοποιούσαν» κυρίως για το πρακτικό στάδιο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας. (29) Προσπαθεί να μεταδώσει τις ιδέες του αλλά δεν καταφέρνει να υπερνικήσει την κοινωνική αδράνεια. Η απογοήτευση είναι έκδηλη στα πικρόχολα γραφόμενά του, όπου γίνεται φανερή μια απαισιοδοξία για την ανυπαρξία αρχιτεκτονικής: «…Ποιός γνωρίζει σήμερα να κατοικεί, (30) ποιός ξέρει πώς θέλει να είναι χτισμένη η κατοικία του ώστε να ζει άνετα μέσα σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές ανάγκες και σύμφωνα με τις δυνατότητες που του προσφέρει η πιο νέα τεχνική και η πιο νέα αισθητική, …γιατί να ταλανίζεται κανείς για κάτι που σχεδόν κανένας δεν το θέλει και δεν το καταλαβαίνει; Και γιατί να βγάζει κανείς τα μάτια του και να τρώει τα σωθικά του και να ματώνει την ψυχή του;» (31)
Η απάντηση σ’ αυτή την ανυπαρξία επικοινωνίας πιθανόν να κρύβεται πίσω από την αντιφατική σχέση των δύο αρχιτεκτόνων με το χρήστη: ενώ διακηρύσσουν ότι είναι λειτουργιστές, δεν αναγνωρίζουν τα όρια των επιθυμιών των πελατών τους. Η αποδοχή του «χρήστη» ουσιαστικά εννοεί την τήρηση μιάς ισότιμης διαπραγμάτευσης των ζητουμένων. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει και τελικά εκτρέπονται στο όνομα της «αισθητικής» και του «πνεύματος» αντίστοιχα. Αυτονομιμοποιούνται, ως φορείς μιας υψηλότερης αρχής, να κάνουν υπερβάσεις της λειτουργίας και όταν τύχει ο χρήστης να μη συμπλέει με τις ιδέες τους, κατά κάποιο τρόπο να αγνοείται.


«Tant pis pour ceux a qui manque l’ imagination!»

Το ερώτημα εάν οι χρήστες συμβιώνουν ενσυνείδητα με την αρχιτεκτονική παραμένει αναπάντητο. Η εφαρμογή «μεγάλων» ιδεών στο σχεδιασμό της κατοικίας είναι μάλλον προβληματική λόγω αδυναμίας εκπαίδευσης του κοινωνικού συνόλου. Το κενό της διδαχής καλείται να καλύψει ο αρχιτέκτονας μέσα από τον κοινωνικό του ρόλο. Ο αρχιτέκτονας είναι μέτοχος της αρχιτεκτονικής αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται και «εκτός» αυτής για να γίνει ο καταλύτης στη σχέση του απαίδευτου χρήστη με την αρχιτεκτονική: «…έχω το θάρρος να πιστεύω πως μέσα από τη δουλειά μου υψώνεται μια ανώτερη κοινωνική αποστολή… θεωρώ πρωταρχικό σκοπό κάθε επιστήμης την ανάπτυξη και εξύψωση των κοινωνικών, πνευματικών και ψυχικών τάσεων του συνόλου». (32) «… ο ειδικός πρέπει να κατέβει και να διαφωτίσει, να διαπαιδαγωγήσει.» (33) «Γιατί η αληθινή αρχιτεκτονική γίνεται από όλους (όχι μονάχα από τους αρχιτέκτονες) και όταν όλοι δουλεύουν συντροφικά, μέσα από μιάν «ενιαία» βούληση και «γλώσσα». (34) «… Είμαστε δηλαδή οι αρχιτέκτονες και κοινωνικοί λειτουργοί, όπως η δουλειά μας δεν είναι να κάνουμε (-να σχεδιάζουμε) όμορφες προσόψεις, αλλά η δουλειά μας είναι να χτίζουμε «δοχεία ζωής» και να δίνουμε μορφή σε λειτουργίες ζωής». (35) «… το αρχιτεκτονικό έργο δεν είναι ένα απλό έργο καλλιτεχνικό, έργο φαντασίας και ποιητικής ορμής μόνο, έργο ενός μόνο ατόμου. Αντίθετα είναι έργο μόνο συνεργασίας, βγαλμένο (γεννημένο) για να εκπληρώσει ορισμένες πρακτικές λειτουργίες της ζωής, έτσι όπως τις ορίζει ο εργοδότης και έτσι όπως τις μορφοποιεί ο αρχιτέκτονας, μέσα από μιαν αρμονική συνταύτιση γνωμών, ιδεών και διαθέσεων…» (36) «Το κακό λοιπόν – αφού διαπιστώσουμε πως σήμερα δεν έχουμε Αρχιτεκτονική – μοιράζεται, στην περίπτωση της Αρχιτεκτονικής – και η ευθύνη γι’ αυτό πέφτει από τη μια μεριά στην κοινωνία και από την άλλη στους αρχιτέκτονες. Στην κοινωνία, που δεν θέτει σωστά τα προβλήματά της, και στον αρχιτέκτονα … που και αυτός δεν τα θέτει πάλι…» (37)

Η τάση προς το μεταφυσικό ενδιαφέρει ως το έσχατο στάδιο της σχέσης του αρχιτέκτονα με τον χρήστη. Ο Κωνσταντινίδης μοιάζει να κινείται γύρω από το «ηθικό πνεύμα». Προσπαθώντας να προσεγγίσει το μεταφυσικό, απομονώνεται από τον κοινωνικό του περίγυρο και αναπόφευκτα αυτοπεριορίζεται σε ένα κόσμο που δεν μπορεί να τον οδηγήσει παρά σε αδιέξοδο… Θεωρείται ως ένας ευαίσθητος περί την αρχιτεκτονική άνθρωπος, που διακηρύσσει μια απόλυτη ορθοδοξία απόψεων αν και ορισμένοι, που απορρίπτουν το «απλό» συνδυάζοντάς το με το απλοϊκό», θεωρείται «στείρος» αρχιτέκτονας. Υπάρχει δηλαδή ο φόβος ότι όταν μοιάζει να είναι πιο «τίμιος», ή «αληθινός» ή «ειλικρινής»,(38) ίσως αυτό να προέρχεται από μια τιμιότητα εν μέρει στείρα. Ίσως μάλιστα τελικά να πέφτει θύμα αυτής της σχέσης μεταξύ αρχιτεκτονικής και πολυπλοκότητας. Μολονότι μια αρχιτεκτονική ηδύτητα με σχετικά απλά μέσα είναι επίσης εφικτή, ιστορικά είναι πάντα η χλιδή και η πλούτος αυτά που έθεταν τους όρους για τη συνειδητή αναζήτηση της τέρψης.
Ενδεχομένως, μέσω της αρχιτεκτονικής του Κωνσταντινίδη, ο απλός άνθρωπος να βρίσκει ευκολότερα την άκρη του νήματος για πνευματική και όχι μόνο αισθητική αναζήτηση. Ο Κωνσταντινίδης προτρέπει τον αρχιτέκτονα να γίνει πιο εκπαιδευτικός. Να πάρει μαζί του το χρήστη στις μεταφυσικές του αναζητήσεις, με την ελπίδα ότι ακόμα και ο μη «μυημένος» θα αντιληφθεί και άλλες, καθαρά πνευματικές αξίες, και τελικά «ανοίξουν» τα μάτια του, μάτια που δεν βλέπουν...


«θεόχτιστη» αρχιτεκτονική.

Ο Le Corbusier ζει σ’ έναν τόπο, όπου γίνεται μάρτυρας της γενεσιουργίας του τεχνολογικού πολιτισμού. Όταν μιλάει για το αεροπλάνο, όταν μιλάει για τη βιομηχανική αισθητική και όταν λέει ότι η κατοικία είναι «μηχανή» αναφέρεται στη γοητεία και συγχρόνως τη μαγεία, την οποία δημουργεί η μηχανή.
Ο Κωνσταντινίδης δημιουργεί στην ελληνική κοινωνία σε μία εποχή που το νεοελληνικό κράτος δεν έχει αποκτήσει ακόμη μία αυθεντική σφραγίδα ελληνικότητας. Κατά μείζονα λόγο δεν έχει ακόμη καλλιεργηθεί ένας επεξεργασμένος αρχιτεκτονικός λόγος. Εξαίρεση αποτελεί ο Πικιώνης. (39) Είναι φυσικό, λοιπόν, να μην έχει την αντίστοιχη εμπειρία του ρυθμού αυτής της μεθυστικής ανάπτυξης όπως την βιώνει ο Le Corbusier. Στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, και ενώ ακόμα έχτιζαν με «λάσπη» και «πέτρες», το αρχιτεκτονικό κατεστημένο φρόντιζε να αποκόπτει μονομιάς τις καινοτόμες καταβολάδες. (40) Οι παραδοσιακές αρχιτεκτονικές παραστάσεις του μέσου αστού Έλληνα ήταν αυτές ενός νεοκλασικού σπιτιού, με την οργάνωση και διακόσμηση ενός λαϊκού κλασικισμού, όπως προέκυψαν από τις πρακτικές ανάγκες και την καθημερινότητα. Ο Κωνσταντινίδης εξελίσσει την κληρονομημένη αυτή μορφή, όπου βέβαια υπάρχουν οι «θείες» αναλογίες (41) αλλά και η ψυχρή κυριαρχία μιας ορθολογικής παρέμβασης. Την εξελίσσει χρησιμοποιώντας το εμφανές σκυρόδεμα, αποφεύγοντας τα μεγάλη ύψη, και κυρίως τον τυποποιημένο διάκοσμο, ο οποίος ικανοποιεί μάλλον ματαιοδοξία. Αφαιρεί τα «φτιασιδώματα», χρησιμοποιεί αυτόχθονα υλικά, τα διαχωρίζει με απόλυτη σαφήνεια και όλη αυτή η απλότητα των επιφανειών έχει μεταφυσικό υπαινιγμό. Το «δοχείο ζωής» κάνει αναφορά στο πήλινο σκεύος, το μάταιο αγγείο, που από τη φύση του είναι χώμα και στο χώμα θα καταλήξει, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος. (42) Η σκέψη του είναι συνδεδεμένη με το φυσικό περιβάλλον, την ύπαιθρο, όπου το οικόπεδο προϋπάρχει της οικίας. (43) Το σπίτι παραπέμπει σε κάτι που υπερβαίνει την πεζότητα των αναγκών. Απορρίπτει τα «ακροκέραμα» και η δική του αντι-πρόταση γίνεται στο όνομα της «αλήθειας» (η αλήθεια των υλικών, η αλήθεια της στατικής, η αλήθεια της χρήσης). Στο όνομα αυτής της «αλήθειας» προσπαθεί να εξελίξει το λαϊκό, να το θεοποιήσει και να το καταστήσει ουσιαστικά αντίπαλο τού νεοκλασικού. Πρόκειται για μία αντιπαράθεση στη σχεδιαστική εγκεφαλικότητα του Le Corbusier. Ο Άρης Κωνσταντινίδης μοιάζει να απορρίπτει το περιττό και να θεοποιεί την ανάγκη. Προτρέπει σε μεταφυσικές αναζητήσεις, δηλώνοντας εμφατικά την αποδοχή της ανθρώπινης ατέλειας, την οποία μάταια προσπαθεί να συγκαλύψει ο διάκοσμος. Αυτή ακριβώς η αποδοχή του ατελούς, η συνείδηση του προσωρινού, του ευτελούς και του μάταιου, εδραιώνουν το «μεγαλείο» του ανθρώπου που αναγνωρίζει και αποδέχεται την υστέρησή του από τα ιδεώδη του.
Ο Le Corbusier απορρίπτει και αυτός τα «ακροκέραμα» αλλά στη θέση τους προτείνει μια «ράμπα». Αυτό είναι μια ισορροπία ως προς το παραδοσιακό. Τα «ακροκέραμα» μπορεί να είναι άχρηστα και πιθανώς εξίσου άχρηστη είναι και η «ράμπα». Στο μυαλό του πάντως φαίνεται να πλανάται η ιδέα αναζήτησης για κάτι άλλο εξίσου περιττό αλλά και εξίσου πνευματικό. Μπαίνει σ’ έναν διάλογο αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει μία αντίθεση και μία ένταση μεταξύ του υλικού και του πνευματικού και μακάρι να ταυτίζονταν αυτά τα δύο. Τότε θα ίσχυε και αυτό που συχνά αναφέρει ο Κωνσταντινίδης, δανειζόμενος τα λόγια του Σολωμού,(44) «με λογισμό και μ’ όνειρο». Αλλά αυτό δεν είναι δεδομένο. Το όνειρο απαιτεί τη μόρφωση όχι μόνο του οφθαλμού αλλά και γενικότερα της αντιληπτικής ικανότητας των αισθήσεων.
Εάν λοιπόν ο Le Corbusier θεωρεί την αρχιτεκτονική ως «καθαρή δημιουργία του πνεύματος» (pure création de l’ esprit) και αποβλέπει στην εξ αυτής προερχόμενη «ικανοποίηση», ο Κωνσταντινίδης δημιουργεί χώρο ως προϋπόθεση για την καλλιέργεια του πνεύματος. Πρόκειται για ένα σχήμα, κατά το οποίο οι άλλοι πνευματικοί τομείς είναι παραγωγικοί ενώ η Αρχιτεκτονική παραμένει υποβοηθητικό περιβάλλον. Ο Le Corbusier είναι πολύ πιο επιθετικός. Δεν θέτει τον εαυτό του στη θέση όπου άλλοι είναι οι κυρίως παραγωγοί πολιτισμού (οι φιλόσοφοι, οι ποιητές ή οι μουσικοί) ώστε να παράγει το κέλυφος όπου ο χρήστης θα καταναλώνει τα αγαθά των άλλων. Έχει το πάθος να θέλει να πρωταγωνιστεί. Το ζητούμενο για την περίπτωση του Κωνσταντινίδη είναι αν η αρχιτεκτονική έχει λόγο να σεμνύνεται τόσο πολύ.


Διάλογος της «machine à habiter» με το «δοχείο ζωής».

Η ιδεολογία των δύο αρχιτεκτόνων, συνοψιζόμενη σε ένα παράδειγμα από τον κάθε έναν, αφήνει να φανεί διαυγέστερα το πώς η «μηχανή» διαλέγεται με το «δοχείο ζωής».
Βίλα Savoye (στο Poissy, 1931): Όταν περιδιαβάσει κανείς τη βίλα Savoye, το βασικό που τον γοητεύει είναι το τελείως διανοητικό, είναι η γεωμετρία. Στο αισθητικό μέρος ικανοποιεί, σχεδόν διεγείρει: ένα «αιωρούμενο» ορθογώνιο πρίσμα, διάτρητο παραπλευρικά από συνεχόμενο πέτασμα παραθύρων. Μέσα σε ένα σχεδόν τέλειο τετράγωνο περιέχεται μια απροσδόκητη κάτοψη. Η ένταση είναι έκδηλη και αναπόφευκτα βιώνεται. Βλέπει κανείς απέξω το ορθογώνιο πρίσμα και έχει την εντύπωση ότι οι πλευρές του είναι ίσες. Συμβαίνει δηλαδή ένα παιχνίδι τάξης και αταξίας. Αντιλαμβάνεται ότι η ράμπα είναι στη μέση γιατί, καθώς περνάει κανείς την κεντρική είσοδο, την βλέπει ακριβώς απέναντί του. Αντιλαμβάνεται ότι μέσα σ’ αυτήν την αταξία, υπάρχει ένας άξονας, που είναι ο άξονας συμμετρίας του ορθογωνίου περιβλήματος, όχι όμως της εσωτερικής διαρρύθμισης. Η συνέχεια των παραθύρων γοητεύει καθώς και το πώς η υποδιαίρεση του καννάβου κρύβεται πίσω από τα υποστυλώματα. Συμβαίνει δηλαδή ταυτόχρονα και ένα παιχνίδι συνέχειας-ασυνέχειας. Γοητεύει αυτή η ιδέα ότι κινούμενος κανείς σ’ αυτή τη ράμπα, ενώ είναι μέσα, βλέπει διαγώνια έξω, και όταν βγαίνει έξω καταλήγει σε έναν «κρεμαστό» κήπο.
Από κεί και πέρα όμως αρχίζουν τα πρακτικά προβλήματα. Τα κατακόρυφα διαχωριστικά στοιχεία, τόσο οι τοίχοι όσο και η συνεχόμενη επιφάνεια των παραθύρων, αφενός μεν διατηρώντας την αυτοτέλειά τους αφετέρου δε για να μην αλλοιωθεί η αισθητική του χώρου, δεν αφήνουν περιθώρια στον χρήστη να χειριστεί τον χώρο σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες. Ο Le Corbusier αγνοεί το χρήστη με τις «λειτουργικές» του αναζητήσεις στο όνομα μιας ανωτέρας αρχής: μπορεί το βιαστικό ανεβοκατέβασμα της ράμπας να καταντάει κουραστικό, αλλά τη μία φορά, που θα έχει κανείς την άνεση να την ανέβει, συντελείται πράγματι η καθαρή δημιουργία του πνεύματος. Έστω και αυτή τη μία φορά, η αίσθηση που θα έχει του «τι εστί χώρος, πλαστικότητα και κίνηση» είναι εκπαιδευτική σε ανώτερες αξίες. Είναι στο όνομα αυτής της θέσης που ο Le Corbusier «ξεβολεύει» το χρήστη. Δεν τον «ξεβολεύει» προκειμένου να γίνει το κτίριο πιο οικονομικό. Τον «ξεβολεύει» στο όνομα μιας ανώτατης αρχής. Διαπιστώνονται δηλαδή, οι αξίες της βίλας, η σύγκρουση των αξιών, και τέλος η θεωρητική σημασία αυτής της αντίφασης.

Εξοχική κατοικία στην Ανάβυσσο (1962): Σ’ αυτό το απλό, ορθογώνιο, ισόγειο κτίσμα του Κωνσταντινίδη βλέπουμε «…στην ουσία μία μεταφορά του βιτρουβιανού τύπου. Τρεις παράλληλοι πέτρινοι τοίχοι φέρουν την επίπεδη στέγη από μπετόν. Ανάμεσά τους προκύπτουν δύο ζώνες. Η φαρδύτερη προσδιορίζει τον κλειστό χώρο κατοικίας, η στενότερη, με τρία ανοίγματα προς τον περιβάλλοντα χώρο, είναι η ημιυπαίθρια ζώνη μετάβασης από το εσωτερικό στο εξωτερικό. Επιτρέπει επαφή με τη φύση, κάνοντάς την συνάμα ευχάριστη με τη σκιά που προσφέρει. Το σπίτι βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. Η στοιχειώδης γεωμετρική του μορφή το κάνει να διακρίνεται μέσα στη φύση. Η οριζοντιότητα του όγκου του, η φειδωλή του άρθρωση, το φυσικό χρώμα της πέτρας με την οποία είναι χτισμένο, το κάνει να γίνεται ένα με τον περιβάλλοντα χώρο. Πρόκειται για ένα παράδοξο σμίξιμο, μια μαγική σχεδόν αλληλεπικάλυψη φύσης και τεχνήματος, κατά την οποία, περιέργως, καμιά απ’ τις πλευρές δεν παραιτείται της αυθυπαρξίας της. Είναι η αρχιτεκτονική του τόπου σε μια υποδειγματική της διατύπωση.» (45) Τα υλικά αυτού του σπιτιού έχουν αφενός μεν εντοπιότητα – όπως και στην κλασική αρχαία αρχιτεκτονική – αφετέρου δε σαφή διαφοροποίηση. Είναι σαν η όλη κατασκευή να αναδύεται από τη γη, σα να τη γεννάει η γη. Αυτό όμως, στη γνήσιά του μορφή, είναι κοινός τόπος στα πραγματικά λαϊκά σπίτια. Με το χάσμα που έχουμε στη συνέχεια της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής, ίσως η αρχιτεκτονική του Κωνσταντινίδη να είναι το επόμενο βήμα, έστω με πολλά κενά.


Σε μια εποχή κατά την οποία οι «Μεσσίες» και γενικότερα οι «Αυθεντίες» αμφισβητούνται, διαβάζοντας κανείς ένα μανιφέστο, που εξ ορισμού αποτελεί «μηχανή ανατροπής» μιας κατεστημένης νοοτροπίας, είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα,. Το πολυσήμαντο της σκέψης τόσο του Le Corbusier όσο και του Κωνσταντινίδη δεν επιτρέπει μανιχαϊστικά συμπεράσματα. Υπάρχει ένας θετικός και ένας αρνητικός τρόπος να δει κανείς αυτόν τον διάλογο μεταξύ των δύο αρχιτεκτόνων. Αν κοιτάξει με τα μάτια του Le Corbusier τον Κωνσταντινίδη (θετική άποψη) θα δει κάποιον που του υπενθυμίζει την ασκητική βάση. Και αν κοιτάξει με τα μάτια του Κωνσταντινίδη τον Le Corbusier, θα δει κάποιον, του οποίου οι εικονογραφίες και οι εξάρσεις είναι πρωτοπόρες και τολμηρές. Αν πάλι κοιτάξει αυτόν το διάλογο με αρνητική προδιάθεση, τότε με τα μάτια του Κωνσταντινίδη ο Le Corbusier ίσως να «απογειώνεται» τόσο πολύ που δικαιολογεί ουτοπικούς πειραματισμούς ενώ με τα μάτια του Le Corbusier ο Κωνσταντινίδης κλίνει προς μια υπερβολική σεμνότητα ή ακόμα και σεμνότυφη στειρότητα

Θα έτεινα να ισχυριστώ πως τόσο ο Άρης Κωνσταντινίδης όσο και ο Le Corbusier ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο, κατ’ απόλυτη τιμή, το ζήτημα του πνευματικού στην αρχιτεκτονική. Και ο μεν Le Corbusier θεωρεί ότι το πνεύμα βρίσκεται σε μία αμφιμονοσήμαντη σχέση με την εικόνα, ενώ ο Κωνσταντινίδης ισχυρίζεται ότι το πνεύμα υπερβαίνει την εικόνα και για τον λόγο αυτό δεν τη χρειάζεται (όπου «εικόνα» βλέπε το «κτίριο»). Στο όνομα δηλαδή της κυριαρχίας του πνεύματος, ο μεν Κωνσταντινίδης φέρεται ως εικονομάχος ενώ ο Le Corbusier ως εικονολάτρης.



Υποσημειώσεις:
(1) Το Μοντέρνο Κίνημα, κατά τους οπαδούς μιας «ορθόδοξης» ιστορίας, τελειώνει με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μια υπόθεση του Μεσοπολέμου. Ο Κωνσταντινίδης μέχρι τότε δεν έχει δημιουργήσει σχεδόν τίποτα. Όμως στην Ελλάδα, όπου πολλά συμβαίνουν με μια χρονική υστέρηση, η αξία των δημιουργών της κερδίζει αργά, αλλά σταθερά, τη διεθνή αναγνώριση. Στους νόμους του φαινομένου αυτού φαίνεται να υπακούει και ο Άρης Κωνσταντινίδης, που τιμήθηκε ως ιδιαίτερα σημαντική περίπτωση της μοντέρνας ευρωπαϊκής παράδοσης σε Διεθνή Επιστημονική Ημερίδα της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Princeton –14/02/1998- με την ευκαιρία της περιοδεύουσας Έκθεσης έργων του στις Η.Π.Α. (Φεσσά-Εμμανουήλ Ελένη, «ο Άρης Κωνσταντινίδης στην Αμερική», περιοδικό ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ, τεύχος 11, περίοδος Β’, Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 1998, σελ. 20).
(2) Το άμεσο ενδιαφέρον τους για την εικόνα του γραπτού τους λόγου υποδηλώνει και το γεγονός ότι επιμελούντο προσωπικά και με έμφαση την έκδοση των δημοσιεύσεών τους (Jean Jenger, Le Corbusier, Architect of a New Age, Thames and Hudson/New Horizons, London 1996, σελ. 45. Για τον Κωνσταντινίδη αυτό γίνεται φανερό μέσα από τη μακροσκελή επιστολή του προς τον εκδότη των ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, κ. Δουμάνη, τον Οκτώβριο του 1972 (Για την αρχιτεκτονική, σελ. 246). Παρ’ όλα αυτά, στα κείμενα και των δύο δεν παρατίθενται βιβλιογραφικές σημειώσεις. Δεν χρησιμοποιούν πουθενά αυτό που θα θεωρούσαμε αυτονόητη τεκμηρίωση. Κατά κανόνα το όνομα αρκεί χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση: έτος, βιβλίο, σελίδα, πόλη έκδοσης. Όλα αυτά, είναι απολύτως αφομοιωμένα μέσα σε ένα κείμενο, που έχει για σελίδες μονάχα την δική τους αρίθμηση σελίδων, για πηγή μονάχα την πηγή εκείνου που ομιλεί και δεν αναφέρεται τελικά παρά μονάχα στον εαυτό του.
(3) Το περιοδικό «L’ Esprit Nouveau» πρωτοεκδόθηκε το 1920 από τον ποιητή (ντανταϊστή) Paul Dermée, τον Charles Edouard Jeanneret (το όνομα του Le Corbusier τότε), και τον ζωγράφο Amédée Ozenfant. Κυκλοφόρησε από το 1920 μέχρι το 1923.
(4) Το «κ. κ. αρχιτέκτονες» υποκρύπτει αναμφίβολα κάτι το υποτιμητικό.
(5) Le Corbusier, Vers une Architecture, Éditions Champs/Flammarion, Paris 1995, σελ. 85.
(6) Ο Adolf Loos πεθαίνει το ’33, όταν ο Κωνσταντινίδης είναι μόνο στο 2ο έτος της αρχιτεκτονικής σχολής στο Μόναχο. Ωστόσο η σκέψη του διαδίδεται μόνο τότε ευρύτερα γιατί μόνο τότε δημοσιεύονται τα βιβλία του στη Γερμανία. Εκεί γύρω στο ‘30-’31, αν κάποιος νέος σπουδαστής στο Μόναχο όφειλε να αγοράσει κάτι μεταξύ άλλων, θα αγόραζε, φαντάζομαι, και ένα βιβλίο του Loos.
(7) Κωνσταντινίδης Άρης, Σύγχρονη Αληθινή Αρχιτεκτονική, Αθήνα 1978, σελ. 26. Η διαφωνία του Κωνσταντινίδη με τον Le Corbusier φαίνεται και στις σελίδες σελ. 46-49.
(8) Κατά την ορολογία των Colin Rowe και Robert Slutzky (Tranparence réele et viruelle, Paris, Les éditions du demi-cercle, 1992), ο Le Corbusier κρύβει τον οργανισμό του κτιρίου («μεταφορική διαφάνεια»). Ο Κωνσταντινίδης εμφανίζει κατ’ εξοχήν τον φέροντα οργανισμό («πραγματική διαφάνεια»).
(9) Κωνσταντινίδης Άρης, Αμαρτωλοί και Κλέφτες ή Η Απογείωση της Αρχιτεκτονικής, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987, σελίδα 231.
(10) Μηχανή: εκείνο το οποίο επιτελεί τον σκοπό που κάποιος του αναθέτει (machine à + απαρέμφατο). Μηχανεύομαι = επινοώ, εφευρίσκω/κατασκευάζω μετά τέχνης, συναρμολογώ, οικοδομώ/επινοώ, πράττω τι επιτηδείως (οργογραφικό και ερμηνευτικό λεξικό Δημ. Β. Δημητράκου, έκδοση Β’, εκδόσεις «ΔΕΛΤΑ», Αθήνα 1964. Une maison est une machine à habiter. ... Un fauteuil est une machine à s’ asseoir, ... (σελ. 73), ... une machine à voler ...(σελ. 85), Les chaises sont faites pour s’asseoir. (σελ. 92), La machine que nous habitons est un vieux coucou plein de tuberculose. σελ. 233 (Le Corbusier, op. cit.)
(11) Ο Κωνσταντινίδης αναφέρεται μόνο μια φορά στην «μηχανή για να κατοικείς» (Αμαρτωλοί και Κλέφτες, σελ. 90)
(12) Πρβλ. τη δημόσια διαμαρτυρία του Άρη Κωνσταντινίδη για την αφαίρεση (ανάμεσα σε άλλα) των λέξεων «χέρι θεϊκό», «ο θεός», «άγιος» σε κείμενό του στο περιοδικό Αρχιτεκτονικά Θέματα το 1972 (Για την αρχιτεκτονική, «ένα ανοιχτό γράμμα», σελ. 257-261).
(13) Αμαρτωλοί και Κλέφτες ή Η Απογείωση της Αρχιτεκτονικής, Άρης Κωνσταντινίδης, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987, σελ. 19, 85, 90 & Για την αρχιτεκτονική, σελ. 118-119. Το «δοχείο ζωής» μοιάζει να έχει ηθικές αναφορές όμοιες με αυτές που παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ Επιστολή προς Κορινθίους, κεφ. γ’, παράγραφος 16: «… ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;», σκεύος: Απόστολος Παύλος, Β’ Επιστολή προς Κορινθίους, κεφ. δ’, παράγραφος 7, Αποκάλυψις του Ιωάννου, κεφ. β’, παράγραφος 27, πνοή Θεού: Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. ιζ’, παράγραφος 25.
(14) Κατά την ορθόδοξη θεολογία άνθρωπος δεν είναι το σώμα, αυτό που βλέπουμε, ούτε πάλι η ψυχή, αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα. Η ψυχή, μ’ αυτή την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα και το μεταμορφώνει σε ναό.
(15) «Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς», κατά Ματθαίον, κεφ. Ζ’, § 6 (Άρης Κωνσταντινίδης, Τα προλεγόμενα (από βιβλία που βρίσκονται στα σκαριά), Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα Ιανουάριος 1989, σελ. 53)
(16) Κωνσταντινίδης Άρης, Για την Αρχιτεκτονική (Δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία, 1940-1982), Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987, σελ. 183.
(17) Για την αρχιτεκτονική, σελ. 309.
(18) Έτσι την ονομάζει ο Παν. Μιχελής διερωτώμενος «…αν θα μείνει κενός λόγος, εφόσον δεν εκπληροί παρά μόνον τον προορισμόν αυτόν, διότι: (1) παραβλέπει τις ψυχικές ανάγκες του ανθρώπου, και (2) διότι ο προορισμός αυτός είναι ασυμβίβαστος με τους τύπους του παρελθόντος και ιδιαιτέρως με τον θεσμό της ιδιοκτησίας. Η νέα αρχιτεκτονική απαιτεί τις συνθήκες μιας νέας πόλεως, αλλά και μιας νέας κοινωνίας», Η Αρχιτεκτονική ως Τέχνη, Π. Μιχελής, σελίδα 316.
(19) Οι «Καρτεσιανοί» ουρανοξύστες στην πολεοδομική μελέτη για την Ville Contemporaine (1922) «προκλητικά επιδείκνυαν την αντικατάσταση του θρησκευτικού πυρήνα της παραδοσιακής πόλης από κέντρα κοσμικής δύναμης. Με αυτόν τον τρόπο, η μορφή της Ville Contemporaine, όπως τη συνέλαβε ο Le Corbusier, αποτελούσε την εξύμνηση της ανθρώπινης λογικής ως μοναδικής, απόλυτης πηγής αλήθειας.», Kenneth Frampton, Modern Architecture (a critical history), Thames & Hudson, London, 1992, σελ. 156.
(20) Πρέπει να είναι κανείς πολύ συγκεκριμένος στη μετάφραση του όρου ώστε να μη υποβαθμιστεί η αξιοπιστία της ερμηνείας. Το «la maison est une machine à habiter» το οποίο στην αγγλική έκδοση του βιβλίου Vers une architecture μεταφράζεται ως «a house is a machine for living in» μάλλον υποπίπτει σ’ αυτό το σφάλμα. Η άποψή μου είναι ότι το σπίτι δεν είναι μια μηχανή για να ζεις μέσα. Ο Le Corbusier υπαινίσσεται κάτι περισσότερο από μία στυγνή μηχανή.
(21) Ίσως γι’ αυτό ο Le Corbusier προτρέπει τους άλλους να βλέπουν με τα μάτια της ψυχής: «Notre époque fixe chaque jour son style. Il est là sous nos yeux. Des yeux qui ne voient pas.» (Le Corbusier, op. cit., σελ. 78). Αλλά και ο Κωνσταντινίδης φαίνεται να έχει παρόμοια άποψη: «Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε γύρω μας… να ανοίξουμε σωστά τα μάτια μας…, (Κωνσταντινίδης Άρης, Για την Αρχιτεκτονική, Δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία, 1940-1982, εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987, σελ. 201) όσο κι αν οι πιο πολλοί σήμερα δεν έχουνε μάτια αλλά και ψυχή … για να τη δούνε.( Για την αρχιτεκτονική, σελ. 223).
(22) Μαρτινίδης Πέτρος, Μεσιτείες του Ορατού (ζητήματα θεωρίας της κριτικής στην αρχιτεκτονική και την τέχνη), εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1997, σελ. 195.
(23) Κωνσταντινίδης Άρης, Για την Αρχιτεκτονική (Δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία, 1940-1982), Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987, σελ. 39.
(24) Η αναζήτηση του Κωνσταντινίδη προσανατολίζεται προς μιαν «αληθινή» και «γνήσια» αρχιτεκτονική ενώ του Le Corbusier «προς μία αρχιτεκτονική».
(25) Το σατυρικό μονόπρακτο της Φώφης Τρέζου, «Ο Αρχιτέκτων», Αρχιτεκτονική και Διακόσμηση, Πέμπτη 18 Μαρτίου 1971, αριθμός φύλλου (τεύχους) 84/01, σελ. 115-117, αναφέρεται στην καταπιεστική σχέση αρχιτέκτονα – πελάτη και ειδικότερα στηντραυματική εμπειρία της συγγραφέως με τον Άρη Κωνσταντινίδη.όταν ο τελευταίος ανέλαβε να της σχεδιάσει το σπίτι της στη Βουλιαγμένη.
(26) Ως «μέσο» άνθρωπο εννοούμε τον άνθρωπο που δεν έχει ακόμη αποκτήσει την αίσθηση της «καθαρής δημιουργίας του πνεύματος» στον βαθμό που την έχει ο «πρωτοπόρος». Αδυνατεί να την εκτιμήσει όταν οι μόνες του εμπειρίες και συνειρμοί είναι αυτοί που προέρχονται από την διαβίωσή του σε λαϊκή ή σε μεσοαστική αρχιτεκτονική.
(27) Σύγχρονη Αληθινή Αρχιτεκτονική, Άρη Κωνσταντινίδη, Αθήνα 1978, σελ. 44
(28) Σύγχρονη Αληθινή Αρχιτεκτονική, σελ. 47.
(29) Κωνσταντινίδης Άρης, Τα προλεγόμενα (από βιβλία που βρίσκονται στα σκαριά), Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα Ιανουάριος 1989, σελ. 53-58.
(30) Ανάλογο ερώτημα με αυτό του Le Corbusier στο Vers une Architecture, Manuel de l’ Habitation, σελ. 96-100.
(31) Τα προλεγόμενα, σελ. 56.
(32) Κωνσταντινίδης Άρης, Για την αρχιτεκτονική, σελ. 31.
(33) ibid., σελ. 38.
(34) ibid., σελ. 221.
(35) ibid., σελ. 312.
(36) ibid., σελ. 98-99.
(37) ibid., σελ. 100-101.
(38) Πρόκειται για όρους που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Κωνσταντινίδης. Η «ειλικρίνεια» στον Κωνσταντινίδη δεν εξαντλείται στο να λες την αλήθεια και να αποφεύγεις το ψέμα. Πρόκειται για ποιότητα συμπεριφοράς, για μιαν άλλη στάση απέναντι στη ζωή, για μια διαφορετική σχέση με τη ζωή. Η ειλικρίνεια ελαχιστοποιεί τα προ­σωπεία για να υπερτερήσει το πρόσωπο: είναι μια διαφάνεια κινήτρων και προθέσεων έκδηλη όχι μόνο στο περιεχόμενο του λόγου, αλλά και στο «ύφος», στη σωματική στάση, στο βλέμμα, στο χαμόγελο, στις χει­ρονομίες.
(39) Κοτιώνης Ζήσης, Το Ερώτημα της Καταγωγής στο έργο του Δημήτρη Πικιώνη, Εκδόσεις Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Αθήνα 1998.
(40) Το κείμενο «Για την αρχιτεκτονική» του Κωνσταντινίδη είναι η ομιλία του κατά την απονομή του τιμητικού διδακτορικού πτυχίου από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Κωνσταντινίδης πρεσβεύει την πνευματική καλλιέργεια ως προϋπόθεση της αρχιτεκτονικής. Προσπαθεί με το έργο του να δώσει ένα είδος απάντησης προς το κατεστημένο της εποχής του δίνοντας έμφαση στην πνευματική του καλλιέργεια μέσω του συγγραφικού του έργου, τονίζοντας ότι αν και αγνοήθηκε επί δεκαετίες ολόκληρες τελικά κατάφερε να χειρίζεται με μαεστρία ό,τι έχει υπάρξει μέχρι τότε στη δυτική σκέψη.
(41) Κατά τον Ουμανισμό της Αναγέννησης ο Θεός, ως πνεύμα, ενυπάρχει στην αναλογία.
(42) «…ότι χούς εσμεν.» (Ψαλμός ρβ’-102, στίχος 14), «… και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.» (Γένεσις, κεφ. Β’, στίχος 7), «… ότι γη εί και εις γην απελεύση.» (Γένεσις, κεφ. Γ’, στίχος 19)
(43) Τα προλεγόμενα, σελ. 21-25.
(44) Από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους».
(45) Γεωργιάδης Σωκράτης, «… οι ωραίες, απλές αξίες της αρχιτεκτονικής», ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ (περιοδικό του ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ), περίοδος α’, τεύχος 2/3, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος 1995, σελ. 25.

(Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», μηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής, έτος 75ο, τόμος 150ος, τεύχος 1736, Ιούλιος – Αύγουστος 2001, σελ. 161-173)