Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (τελευταίο)

Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» ταξινομεί και διαβαθμίζει έννοιες σύμφωνα με τα τρία (3) εννοιολογικά επίπεδα του Panofsky ή αντίστοιχα τρεις (3) σχέσεις του υποκειμένου με το χώρο:
Η πρώτη αποτελεί την κατηγορηματική σχέση και καταγράφει το «τι βλέπουμε» (το «είναι», τη μορφή / κατηγόρημα ενός αντικειμένου). Π.χ. «αυτό είναι ποτήρι».
Η δεύτερη αποτελεί τη συναρτησιακή σχέση και περιγράφει τον τρόπο (την τεχνική) συγκρότησης ενός αντικειμένου, ελέγχοντας «πώς είναι αυτό που βλέπουμε» με μετρήσεις και αναφορές σε σχεδιαστικούς κανόνες. Π.χ. «αυτό είναι από πηλό».
Η τρίτη σχέση είναι η διαδικαστική και προσδιορίζει την οντότητα ενός αντικειμένου (τον τρόπο λειτουργίας του ή και τον λόγο ύπαρξής του). Ελέγχει δηλαδή «πώς λειτουργεί αυτό που βλέπουμε». Π.χ. «Αυτό είναι για να κάνω κάτι».

Η διαχείριση της πολυπλοκότητας του συστήματος μεταλλαγής της έννοιας του τύπου μπορεί να γίνει συμπληρωματικά ή και επαληθευτικά μέσα από διάφορα άλλα αντιληπτικά πλαίσια. Δύο από αυτά περιγράφονται συνοπτικά αμέσως παρακάτω, διότι κρίνεται ότι η αντιληπτική τους λογική προσεγγίζει αυτή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή».
Οι μέθοδοι αυτές διαχειρίζονται την έννοια του σχεδιασμού ως ένα σύνολο διαδικασιών που αφενός μεν συσχετίζουν τις τρεις (3) παραπάνω σχέσεις του υποκειμένου με το χώρο, αφετέρου δε αποδίδουν ταυτότητα στα αντικείμενα μέσα από αντίστοιχα πλαίσια λογικής (ένα από αυτά είναι η σχεδιαστική μεθοδολογία «Object Oriented Design»), το κάθε ένα από τα οποία συγκροτεί μία διακριτή ομάδα τυπολογίας.


Γιώργος Παρμενίδης

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στη Θεωρία του Σχεδιασμού.

Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Γιώργος Παρμενίδης, Το κάθισμα στη δεκαετία τού 1920: Ιδεολογία, Τεχνική και Οικονομικές Διακυμάνσεις στην παραγωγή τού Βιομηχανικού Αντικειμένου, εκδόσεις «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1982 / Παρμενίδης Γιώργος - Χαραλαμπίδου Διβάνη Σόνια, Η μορφή τού σχεδιασμένου αντικειμένου: το πρόβλημα τής περιγραφής, εκδόσεις «Παρατηρητής», Αθήνα 1989 / Παρμενίδης Γιώργος – Ρούπα Eυφροσύνη Χ., Το αστικό έπιπλο στην Ελλάδα 1830-1940 (ένας αιώνας συγκρότησης κανόνων σχεδιασμού), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Ε.Μ.Π., © 2003.


Ο καθηγητής Γ. Παρμενίδης, στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Αρχιτεκτονική: Σχεδιασμός του χώρου» (κατεύθυνση α’: Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός), επεξεργάζεται τη συμβολή των εννοιολογικών εργαλείων της τυπολογίας, που συγκροτούνται από την κατηγορηματική, τη συναρτησιακή, και τη διαδικαστική σχέση του υποκειμένου με τον χώρο, αλλά και άλλων εννοιολογικών εργαλείων της τυπολογίας, στη νοηματοδότηση της διαδικασίας του σχεδιασμού.
Ο
καθ. Παρμενίδης κινείται στο χώρο των αντικειμένων μικρής κλίμακας και των επίπλων και μελετάει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτούνται συνθετικά σχεδιαστικά εργαλεία. Στα δύο πρώτα βιβλία του μελετάει έννοιες ως σχεδιαστικά εργαλεία και την εφαρμογή τους στο σχεδιασμό του αντικειμένου, κυρίως του επίπλου. Στο τρίτο αναφέρεται στην ιστορία του αστικού επίπλου στον πρώτο αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους, η οποία καταγράφει την πολιτισμική μεταλλαγή της Ελλάδας μέσα από τα αποτυπώματα των ταπεινών λειτουργιών και τελετουργιών της καθημερινής ζωής. Θεωρεί την εξέλιξη του αστικού επίπλου στην Ελλάδα, μέσα στα πλαίσια των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών της χώρας, ως μια διαδικασία ενσωμάτωσης και μετατόπισης σημασιών που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη, τόσο σε επίπεδο σχεδιαστικής ιδεολογίας, όσο και εμπορευματικής επιλογής. Αυτή η διαδικασία τεκμηριώνεται με τη συγκριτική εξέταση της εξέλιξης του επίπλου στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, εστιάζοντας την προσοχή στην ανάδειξη των ιδιότυπων εκείνων τρόπων με τους οποίους ο τόπος ενστερνίσθηκε ένα νέο πολιτισμικό πλαίσιο, και στην ανάδειξη των αδιόρατων εκείνων χειρονομιών με τις οποίες το «αλλότριο» αγγίζεται, αναγνωρίζεται και οικειοποιείται.


John Gero + Udo Kannengiesser
Ιδιότητα: Research Professor at the Krasnow Institute of Advanced Study and at the Volgenau School of Information Technology and Engineering, George Mason University.
Udo Kannengiesser: research engineer.

Οι Gero και Kannengiesser στη δημοσίευσή τους «The situated function–behaviour–structure framework» το 2004 (Design Studies volume 25, issue 4, pages 373-391), περιγράφουν το σχεδιασμό ως μια δραστηριότητα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο σχεδιαστής εκτελεί ενέργειες προκειμένου να επέμβει στο περιβάλλον, συσχετίζοντας τη λειτουργία, τη συμπεριφορά και τη δομή ενός αντικειμένου μέσω της εμπειρίας. Με την παρατήρηση και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, αποφασίζει για τις επόμενες ενέργειες, ώστε να αποφευχθούν οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν στις ενέργειες που έχουν ήδη επιτελεστεί. Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, μια αλληλεπίδραση της παραγωγής και της παρατήρησης, μια αλληλεπίδραση μεταξύ σχεδιαστή και περιβάλλοντος. Η ιδέα αυτή, την οποίαν οι Gero και Kannengiesser πραγματεύονται στα πλαίσια στη μελέτη τους «The Situated Function – Behaviour – Structure Framework», καλείται «situatedness» (έννοια του «ενυπάρχοντος») και καθορίζει την πορεία του σχεδιασμού επεκτείνοντας το αντιληπτικό πλαίσιο «Function – Behaviour – Structure» (FBS / Λειτουργία – Συμπεριφορά – Δομή).

    Το πλαίσιο αυτό, στην αρχική του μορφή, απεικονίζει το σχεδιασμό με ένα σύνολο διαδικασιών που συνδέουν τη λειτουργία, τη συμπεριφορά και τη δομή, έννοιες οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικές καταστάσεις του αναπτυσσόμενου σχεδίου. Η διαδικασία αυτή συνοψίζεται σε οκτώ (8) διαδικαστικά βήματα που υπεισέρχονται στο σχεδιασμό χωρίς όμως να λάβει υπόψη κατηγορηματικά το δυναμικό χαρακτήρα του ευρύτερου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα ο σχεδιασμός. Η νέα τους μελέτη «The Situated Function – Behaviour – Structure Framework» περιγράφει την έννοια του «ενυπάρχοντος» (situatedness) και της «εποικοδομητικής μνήμης» (constructive memory) ως μία επαναλαμβανόμενη συσχέτιση μεταξύ διαφορετικών ειδών περιβάλλοντος.

      H έννοια του situatedness είχε προταθεί από τον John Archibald Dewey το 1896 ενώ σήμερα επικρατεί ο όρος εποικοδομητική μνήμη (constructive memory). Η κύρια ιδέα της είναι ότι η αρχική εμπειρία χρησιμοποιείται για τη σύνθεση της αντίστοιχης μνήμης, η οποία δεν παγιώνεται αλλά επανα-συντάσσεται κάθε φορά που απαιτείται η ανάκλησή της. Κάθε μνήμη, αφότου σχηματισθεί, προστίθεται στην εμπειρία και γίνεται έτσι μέρος της κατάστασης, η οποία επηρεάζει τα είδη της μνήμης που θα δημιουργηθούν περαιτέρω. Η μνήμη, ως γενικός όρος, πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία δυναμική διαδικασία παρά ως μία σταθερή κατάσταση. Η έννοια του ενυπάρχοντος και η εποικοδομητική μνήμη παρέχουν την εννοιολογική βάση για την κατανόηση ενός παράγοντα που δημιουργείται από την αλληλεπίδραση του σχεδιαστή με το περιβάλλον.