Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Η ναοδομία ως πρωταρχική έκφραση της μεταφυσικής τάσης του ανθρώπου (6)


(Τα στοιχεία που παρατίθενται βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτά που μας παρέθεσε ο αρχιτέκτονας Φαίδων Κυδωνιάτης σε συνέντευξη περί τα τέλη του 1982 με αρχές 1983)

Ο Άγιος Αλέξανδρος στο Παλαιό Φάληρο είναι ο καθεδρικός ναός, η Μητρόπολη της περιοχής. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1956 με αρχιτέκτονες την Έθελ και το Φαίδωνα Κυδωνιάτη. Πρόκειται δηλαδή για ένα ναό που κτιζόταν παράλληλα με το ναό της Αγίας Σκέπης του Παπάγου. (Φωτ. 25)

(Φωτ. 25)

Αν όμως η Αγία Σκέπη είναι άμεσα επηρεασμένη από την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του τόπου μας, ο Άγιος Αλέξανδρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι αρχιτέκτονες του ναού αυτού αγνόησαν τελείως το παραδοσιακό λαϊκό στοιχείο. (Φωτ. 26)

(Φωτ. 26)

Οι καμάρες λ. χ. στη δυτική και νότια πλευρά του ναού και το λευκό χρώμα, μορφολογικά στοιχεία νησιώτικου χαρακτήρα, προσαρμόζουν αρμονικότερα το κτίσμα σε μια παραθαλάσσια περιοχή όπως είναι το Παλαιό Φάληρο. Ο Άγιος Αλέξανδρος, είναι "νεο-αττικού τύπου" (όπως χαρακτηριστικά τον ονόμαζε ο αρχιτέκτονας Κυδωνιάτης). Αν και εξωτερικά ο ναός υπακούει στα σύγχρονα δεδομένα και στη σύγχρονη τεχνολογία, στο εσωτερικό και σε κάτοψη δεν παύει να αποτελεί μια παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού μετά τρούλου. Κύριο χαρακτηριστικό της παραλλαγής αυτής είναι ότι ο σχηματιζόμενος σε κάτοψη σταυρός δεν είναι ισοσκελής.
Η χριστιανική αρχιτεκτονική οφείλει κατ' αρχήν να αναδείξει και να φανερώσει τον χώρο προτού φτάσει στην έκφραση του Υψηλού. Να θέσει τον χώρο στο κέντρο του καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, πλαισιωμένο με τις κατάλληλες μορφές ώστε να οδηγεί φαινομενικά προς το άπειρο.
Παρόλο που οι αρχιτέκτονες δεν προβληματίστηκαν για τις μεταφυσικές και συμβολικές σημασίες του γενικού σχήματος και των μερών του ναού, όμως δημιουργούν ένα χώρο που προδιαθέτει τον εκκλησιαζόμενο για μεταφυσικά συναισθήματα. (Φωτ. 27)

(Φωτ. 27)

Η αντίθεση μεταξύ του κατά πλάτος τοποθετημένου στενού νάρθηκα προς τον κατά μήκος κύριο άξονα και η σχέση πλάτους και ύψους του ναού συντελούν στη δημιουργία εντυπώσεων του χώρου. (Φωτ. 28)

(Φωτ. 28)

Όλο το οικοδόμημα στηρίζεται σε δύο παραβολικά κύρια τόξα και δύο δευτερεύοντα. Καταργήθηκαν έτσι οι κιονοστοιχίες και ο εκκλησιαζόμενος μπορεί άνετα να βλέπει τον ιερέα τόσο κατά την τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας όσο και κατά τα λοιπά μυστήρια, τα οποία τελούνται στη σολέα του ναού. (Φωτ. 29)

(Φωτ. 29)

Η έξαρση του βάθους δημιουργείται με την κυριαρχία του κατά μήκος άξονα, που απολήγει στην ημικυκλική αψίδα του ιερού, η οποία και υποδέχεται σαν αγκαλιά, αυξάνοντας με την έλξη της την εντύπωση ότι ο χώρος είναι ατέρμων. Συγχρόνως τα εγκάρσια παραβολικά τόξα στην οροφή δημιουργούν ένα βηματισμό αντίθετο, που σπάει την πεζότητα του κατά μήκος άξονα και ξυπνάει το ενδιαφέρον μας εντονότερα προς την κατεύθυνσή του. (Φωτ. 30)

(Φωτ. 30)

Ο τονισμός του ύψους υλοποιείται με τη διαβάθμιση των παραβολικών επιπέδων που καλύπτουν τον κυρίως ναό. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι τα πλάγια κλίτη έχουν διεισδύσει στο κεντρικό κλίτος και έτσι ο χώρος φαίνεται ενιαίος και όχι κομματιασμένος σε πολλά διαμερίσματα. Αντίστροφα το κεντρικό κλίτος μοιάζει σαν να «ρουφάει» το χώρο από τα πλάγια και να τον εξανεμίζει στα φωτεινά ύψη. Ο ενιαίος αυτός χώρος κυριαρχεί δυναμικά πάνω στο περίβλημα που τον περικλείνει.

Το ιερό, ενώ σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να βλέπει στην ανατολή, είναι στραμμένο προς βορρά γιατί έτσι επιτρέπει το σχήμα και η θέση του οικοπέδου. Συνεπώς η κύρια είσοδος κοιτάει στον νότο. (Φωτ. 31)
(Φωτ. 31)

Ο τρούλος, (θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μία σύγχρονη παραλλαγή του αθηναϊκού τύπου), τονίζει τον κατακόρυφο άξονα του κέντρου και προσπαθεί να απαιτήσει μοναρχικά την υποταγή των άλλων μελών του οικοδομήματος σ' αυτόν. Αν στο χρόνο το αίσθημα του Υψηλού έχει ως βασικό του στοιχείο το ξαφνικό, το αναπάντεχο, στο χώρο δεν εκφράζεται παρά μόνο με την απότομη υπεροχή του ενός μέλους πάνω στα άλλα. Καταργείται έτσι η πλαστικότητα και αίρεται η αυτοτέλεια των συνεργαζόμενων μελών για να ενοποιηθούν όλα μαζί κάτω από τις μεγάλες γραμμές του όλου, για να υποταχθούν στην μοναρχική επιβολή μιας πρωτεύουσας μονάδας, του τρούλου. (Φωτ. 32)

(Φωτ. 32)

Η ζωγραφική ενός μεγάλου ρυθμού δεν πρέπει να κρίνεται ανεξάρτητα από το αρχιτεκτονικό του πλαίσιο. Αν η αρχιτεκτονική για την έκφραση του Υψηλού χειρίζεται κυρίως σχήματα διανοητικά και αφηρημένα, η ζωγραφική έχει το προσόν, παριστάνοντας τα πάθη και τα πρόσωπα, τα αισθήματα και τα βλέμματα, να εκφράζει αμεσότερα τόσο το αισθητικό όσο και το ηθικό στοιχείο του Υψηλού. Το μέγεθος των εικόνων ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τον αρχιτέκτονα διότι οι εικόνες δημιουργούν μια νέα κλίμακα στο χώρο. Πολλές φορές όμως, ιδίως τα νεότερα χρόνια, η αγιογράφηση των ναών έχει χάσει κάθε αίσθηση σχετική με την κλίμακα στη μνημειακή ζωγραφική. Οι αγιογράφοι αντιλαμβάνονται κυρίως τη σχέση του μεγέθους των εικόνων μεταξύ τους, σαν να ήταν απομονωμένες από το κτίριο, αλλά ποια κλίμακα δημιουργούν οι αγιογραφίες όλες μαζί για τον ναό, αυτό δύσκολα το κατέχουν και ο ίδιοι οι αρχιτέκτονες. Ο ζωγράφος λοιπόν κρατάει στα χέρια του την υπόσταση του αρχιτεκτονήματος. Εύκολα μπορεί να το συντρίψει δύσκολα όμως να το «τελειώσει». Εξ αιτίας της αγιογράφησης (ολοκληρώθηκε περί το 1983 και δεν αποτελεί μέρος της αρχικής πρόθεσης των αρχιτεκτόνων) το εσωτερικό του ναού έχασε τον αρχικό του χαρακτήρα. Οι μεγάλες αδρές επιφάνειες, η Πλατυτέρα των ουρανών στην κόγχη του ιερού και οι μεγάλες φορητές εικόνες του Κωνσταντίνου Παρθένη (Φωτ. 32α, 32β, 32γ) να δεσπόζουν σε ένα ήρεμο σύμπλεγμα καμπύλων έχουν εξαφανιστεί. Τα πάντα έχουν ισοπεδωθεί κάτω από μια σειρά εναλλασσόμενων μορφών και παραστάσεων, δημιουργώντας στον επισκέπτη-πιστό ένα οπτικό αίσθημα ανάλογο με εκείνο που δοκιμάζουμε από την ριπή ενός επαναληπτικού όπλου, χαρακτηριστικό και αυτό της εποχής μας. Η θέση του αρχιτέκτονα Κυδωνιάτη, όσον αφορά στη σύγχρονη μορφή του ναού, είναι υπέρ της εξέλιξης εναντίον όμως των επαναστάσεων. Υπέρ της έντονης και λογικής εξέλιξης, η οποία κατά κύριο λόγο προέρχεται από την σύγχρονη τεχνολογία και που σίγουρα πρέπει να πατάει στη παράδοση έχοντας σαν κανόνα μεγάλα μνημεία της αρχιτεκτονικής. Ο αρχιτέκτονας ναοδόμος οφείλει επιπλέον να σέβεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Οι αλλαγές πρέπει πρώτα να επέλθουν στις ρίζες και κατόπιν στη μορφή. Πρώτα δηλαδή στη νοοτροπία της εκκλησίας και κατόπιν στην ναοδομία ως εκδήλωση αυτής, όπως λέει ο ίδιος ο αρχιτέκτονας. «Η αρχιτεκτονική», πάντα κατά τον αρχιτέκτονα Κυδωνιάτη, «δεν είναι μεταφυσική. Όταν ο αρχιτέκτων σχεδιάζει ένα ναό, αυτό δεν σημαίνει ότι τη στιγμή εκείνη εκστασιάζεται και ότι μετέχει των ‘Θείων Μυστηρίων’. Αυτό ίσως συμβαίνει σε στιγμές παθητικής κατάστασης του εν γένει βίου του πάντως όχι σε στιγμές δημιουργίας. Ο δημιουργός οφείλει να σέβεται πρωτίστως τον άνθρωπο, να τον χρησιμοποιεί σαν μέτρο και να λαμβάνει υπ' όψη του ότι γι' αυτόν προορίζεται ο χώρος που σχεδιάζει». Και καταλήγει λέγοντας πως «ό,τι πρέπει να χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι αφ’ ενός μεν η πλήρωση των αναγκών του ανθρώπου αφ' ετέρου δε η γόνιμη αφομοίωση της παράδοσης, δηλαδή σεβασμός προς αυτή χωρίς μίμηση».


(Φωτ. 32α)

(Φωτ. 32β)

(Φωτ. 32γ)