Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Επίλογος

Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» αποτελεί ένα αναλυτικό εννοιολογικό εργαλείο το οποίο μελετάει τον χώρο (στην περίπτωσή μας τον οικιακό χώρο των μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων), και αναδεικνύει και προωθεί τον κοινωνικό ρόλο του αρχιτέκτονα.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίασή του, συνοψίζουμε τις βασικές παραδοχές που διατρέχουν όλο το φάσμα της λειτουργίας του:
  • Η μεθοδολογία που αναπτύσσει ενσωματώνει στο θεωρητικό της πυρήνα έναν αριθμό συναφών θεωρητικών αντιλήψεων και εφαρμόζεται στη διερεύνηση της έννοιας του οικιακού χώρου, μέσα από μία διαδικασία ανάγνωσης, εμβάθυνσης και αποκωδικοποίησης του κινηματογραφικά αρχιτεκτονημένου χώρου και τελικά συνάγει συμπεράσματα που ενδιαφέρουν την αρχιτεκτονική πρακτική σε μία προσπάθεια γεφύρωσης της συνθετικής σκέψης του αρχιτέκτονα με αυτή του θεωρητικού επιστήμονα και του φιλόσοφου στοχαστή. Όταν οι στοχαστικές ιδιότητες του αρχιτέκτονα υπολείπονται των τεχνοκρατικών και χειραγωγούνται από «ωμό» συμφέρον τότε προκύπτει παρέκβαση της αρχιτεκτονικής, …αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο μιας άλλης μελέτης…

  • Ο χώρος νοείται ως σχέση του ανθρώπου όχι μόνο με το άψυχο κέλυφος και τον εξοπλισμό του αλλά και με παραμέτρους του ανθρώπινου παράγοντα, όπως στοιχεία κίνησης, δράσης, και συμπεριφορών. Ο βασικός επομένως πυρήνας της μελέτης αυτής, γύρω από τον οποίον περιστρέφονται όλοι οι προβληματισμοί περί χώρου, είναι ο ανθρώπινος παράγοντας ως πρόσωπο, δηλαδή ως γεγονός σχέσης, ως δυναμικά ενεργούμενη μοναδικότητα και ανομοιότητα, ως απόλυτη και απροκαθόριστα ενεργούμενη υπαρκτική ετερότητα.
Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας σε κάθε εποχή συντίθεται ταυτόχρονα από ένα πλήθος επιστημονικών και φιλοσοφικών θεωριών, και διατηρεί τον χαρακτήρα της επικρατέστερης εξ αυτών. Η κάθε μία από αυτές τις θεωρίες ικανοποιεί την ιδιαίτερη ουτοπία της κοινωνικής ομάδας που εκπροσωπεί, σε μία ατέρμονα εξελισσόμενη δυναμική σχέση. Επομένως, το κάθε ανθρώπινο πλάσμα, ανάλογα με την ιδεολογία της ομάδας στην οποία είναι προσαρτημένο, έχει τον προσωπικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται τα φαινόμενα, όπως αυτά εκφράζουν τον πολιτισμό στο σύνολό του. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώνει και να επαναδιαμορφώνει την προσωπική του «ουτοπία» και να ακολουθεί έναν προσωπικό τρόπο ζωής. Ο τρόπος αυτός είναι συνάρτηση μιας σειράς παραμέτρων: του μορφωτικού επιπέδου, και της αντιληπτικής ικανότητας ενός εκάστου των υποκειμένων, του βαθμού πολυπλοκότητας με τον οποίο κάθε υποκείμενο αντιμετωπίζει τα συγκεκριμένα φαινόμενα, και του συστήματος αξιών που διαχέεται στο άμεσο περιβάλλον του, του οποίου φορείς είναι οι άνθρωποι που συναναστρέφεται καθώς και καθετί που διαβάζει ή ακούει. Το δυναμικό της αντιληπτικής ικανότητας των υποκειμένων μιας κοινωνίας θα μπορούσε να απεικονιστεί διαγραμματικά ως ένα «συνεχές φάσμα». Το φάσμα αυτό παρουσιάζει τοπικά έντονες πυκνώσεις και αραιώσεις, στις περιοχές ακριβώς οι οποίες αντιστοιχούν στην κοινωνική διατρωμάτωση που συνθέτει τη συγκεκριμένη κοινωνία. Το φάσμα αυτό είναι κατά συνέπεια τοπικά και χρονικά προσδιορίσιμο και επομένως αποκωδικοποιήσιμο.

Η θεωρία που αναπτύσσει η παρούσα μελέτη δεν επιδιώκει την αντιπαράθεση ή απόρριψη καμίας άλλης. Αντίθετα, «προσκαλεί» σε κοινή συζήτηση διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις με ελπίδα την προσέγγιση και πληρέστερη κατανόηση του χάους και του μυστηρίου της ετερότητας του προσώπου.

Συνήθως το πρόβλημα με μία νέα θεωρία είναι ότι προβάλλεται από τον εισηγητή της ως επιστημονική «πανάκεια». Στην ανθρώπινη συνθήκη είναι αβέβαιο εάν θα υπάρξουν ποτέ οικουμενικές απαντήσεις σε θέματα αντίληψης. Πόσο μάλλον απίθανο να υπάρξει μία στιγμή όπου όλα τα μέλη κάθε κοινωνίας θα έχουν το ίδιο επίπεδο γνώσεων και τον ίδιο τρόπο αντίληψης για να συμφωνήσουν σε μία οικουμενική αλήθεια και να την αποδεχθούν. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: η κοινωνική ανισότητα επιδιώκεται προς το συμφέρον του ισχυροτέρου. Επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα για τον παραμικρό ισχυρισμό ως προς το συμφέρον εκάστου ανθρώπου, το οποίο, σε ατομική κλίμακα, συχνά παρακάμπτει την αμιγή αντιληπτικότητα και εφαρμόζει κανόνες «αόρατης παιδαγωγίας», προκειμένου να επιτευχθεί το ίδιο ως αυτοσκοπός.

Η ζωή μέσα σ’ ένα ανθρωπογενές και κατά κανόνα γεωμετρημένο περιβάλλον, όπου οι χωρικές σχέσεις των αψύχων αντικειμένων αλλά και η συμπεριφορά των έμβιων όντων μεταξύ τους παρουσιάζουν ένα τυποποιημένο και προβλέψιμο χαρακτήρα, έχει οπωσδήποτε μειώσει την αντιληπτικότητα του συγκινησιακού δυναμικού του χώρου. Απαιτείται η ύπαρξη «ιδιοφυών» και χωρίς προκαταλήψεις επιστημόνων, με αυξημένες γνώσεις σε συναφείς με την αρχιτεκτονική επιστήμες, ώστε τελικά να μπορέσουμε να αποφανθούμε με κάποια βεβαιότητα για το χώρο.