Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

Christopher W. Alexander

Ιδιότητα: Ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο Berkeley της California. Μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες στο χώρο της μεθοδολογίας του σχεδιασμού (design methods), στη δεκαετία του ’60.

Βιβλιογραφική αναφορά:
Αναζητώντας ερμηνευτικές έννοιες του χώρου, ο Alexander εισάγει αναλυτικές μεθόδους αξιοποιώντας την ολιστικότητα, το αδιάσπαστο και την τοπικότητα του αρχιτεκτονικού φαινομένου. Μέσα από συστηματική ανάλυση και σύνθεση στο σχεδιασμό, δημιουργεί ένα είδος αυτονομημένης χωρικής «γλώσσας» (Pattern Language), η οποία αρθρώνεται από ένα σύνολο «προτύπων» που χρησιμοποιούνται για το σχεδιασμό. Η εκμάθηση αυτής της γλώσσας, φιλοδοξεί να είναι ανοιχτή στον οποιονδήποτε ως ουσιαστική προϋπόθεση για το σχεδιασμό καλών (good) μορφών.

Ο Alexander και οι συνεργάτες του δεν είναι οι μόνοι που χρησιμοποίησαν «πρότυπα» για το σχεδιασμό του κτισμένου χώρου και που, εν συνεχεία, θέλησαν να διατυπώσουν μία ανάλογη ερμηνευτική θεωρία του χώρου. Λίγο πολύ όλοι οι αρχιτέκτονες γνωρίζουν ότι η χρήση προτύπων στη σχεδιαστική διαδικασία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή μορφών. Επιπλέον, τέτοιου είδους στερεότυπες εικόνες έχουν προταθεί και από εξέχουσες μορφές της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, από την εποχή του Βιτρούβιου μέχρι και το Μοντέρνο Κίνημα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αρχές της Χάρτας της Αθήνας του C.I.A.M.


Ο Alexander μαζί με τον Serge Chermayeff (αρχιτέκτονας, συγγραφέας, και συνιδρυτής διαφόρων αρχιτεκτονικών σωματείων, όπως το American Society of Planners and Architects), στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια γλώσσα προτύπων για το σχεδιασμό του κτισμένου χώρου, έχουν προτείνει συγκεκριμένες μεθοδολογίες ανάλυσης. Στο βιβλίο τους «Community and Privacy» παρουσιάζουν ένα σύστημα διεξοδικών κριτηρίων, με τα οποία πραγματοποιείται η εν λόγω αξιολόγηση, ανεξάρτητα από γεωγραφικές, οικονομικές και άλλες συγκυρίες. Απαριθμούν πολύ συγκεκριμένες συνιστώσες / components (σελ. 163-174), συνθέτουν πλήρη διαγράμματα των φάσεων κάθε σχεδιαστικής διαδικασίας (σελ. 100-101), βελτιώνουν τους ορισμούς του κατοικείν / The Problem Defined (σελ. 149), προβαίνουν σε αλλεπάλληλες ανατομίες, (α) της ιδιωτικότητας / Anatomy of Privacy (σελ. 75 & 213), (β) της πολεοδομίας / Anatomy of Urbanism (σελ. 117-242), (γ) της διαμονής / Anatomy of Dwelling (σελ. 214), και (δ) του προφανούς / Anatomy of the obvious (σελ. 151), για να παρουσιάσουν προς το τέλος (σελ. 221-245) ένα σύστημα διεξοδικών κριτηρίων με τα οποία μπορεί να αξιολογείται η τελειότητα των αρχιτεκτονικών λύσεων διαφόρων κατασκευαστών, ανεξάρτητα από γεωγραφικές, οικονομικές και άλλες συγκυρίες.
«… Στο βιβλίο αυτό ο στόχος μας ήταν διπλός: πρώτον, να εντοπίσουμε εκείνες τις οργανωτικές αρχές που θα δημιουργούν ένα φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο άνθρωπος της πόλης θα μπορεί να ξαναβρεί μιαν εξισορροπημένη ζωή, και δεύτερον, να βοηθήσουμε τους σχεδιαστές στο να οργανώνουν τους στόχους τους έτσι ώστε καλλιτεχνική έμπνευση και τεχνική ικανότητα να συνεργάζονται άρτια» (σελ. 254-255).

Η επιρροή του C. W. Alexander θεμελιώθηκε όχι τόσο με το «Community and Privacy», όσο με το «Notes on the Synthesis of Form», όπου υποστηρίζει ότι το πρόβλημα του σχεδιασμού είναι κατεξοχήν πρόβλημα πολιτισμικής ταυτότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε μία γενικής ισχύος αρχιτεκτονική μέθοδο, καθ’ ομοίωση των «μαθηματικών λογικών δομών», εννοώντας να αναδείξει κάθε αρχιτεκτονική πρόταση, η οποία συναρτάται με τεχνολογικούς, κοινωνικούς κ.ά. παράγοντες, όπου δεν αφήνεται κανένα περιθώριο σε «δημιουργική πρωτοβουλία» αδιευκρίνιστης προέλευσης ή στην παραδοσιακώς λεγόμενη έμπνευση.

Στο βιβλίο «Notes on the Synthesis of Form», η προσπάθεια του Alexander ήταν να απομονωθούν οι θεμελιώδεις ανθρώπινες απαιτήσεις και να συσχετισθούν με θεμελιώδεις μορφές χώρου. Ακόμη περισσότερο, ήταν μια προσπάθεια να επαναπροσδιορισθεί αυτή η χωροκοινωνική ταυτότητα των θεμελιωδών εννοιών, οι οποίες θα αποτελούσαν το σημείο εκκίνησης μιας συνθετικής σχεδιαστικής διαδικασίας. Ο Alexander φαίνεται να αποδέχεται ότι υπάρχει μια αντικειμενική σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα και στη μορφή και ότι, κατ’ επέκταση, κύριος στόχος του μελετητή είναι να ανακαλύψει το «συν-ταίριασμα» (fitness) απαιτήσεων και χώρου.


Στην τριλογία «Γλώσσα των προτύπων», «Ο αχρονικός τρόπος της κατασκευής» (ανάλυση της θεωρίας που υποστηρίζει την παραγωγή και χρήση της γλώσσας των προτύπων), και «Το πείραμα του Όρεγκον» (μια μελέτη εφαρμογής της γλώσσας των προτύπων στο Eugene Campus του Πανεπιστημίου του Oregon), το ενδιαφέρον του για το σχεδιασμό έχει φτάσει στα όρια τού να προτείνει ένα σύστημα ανοικτό προς εκμάθηση από οιονδήποτε.
Στη «γλώσσα των προτύπων» διακρίνονται πρώτον, ενότητες λεξικού χαρακτήρα («πρότυπα»), δεύτερον, κανόνες εφαρμογής της γλώσσας και σύνθεσης των προτύπων, που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με πολύ απλοποιημένους γραμματικούς κανόνες, και τρίτον, διατυπώσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο υψηλής αφαίρεσης και γενικότητας (όπως η «οργανική τάξη» και η «σταδιακή ανάπτυξη»). Τα επιμέρους αυτά στοιχεία συνθέτουν μια μέθοδο σχεδιασμού, μέσα από την οποία προβάλλονται έμμεσα ορισμένες ερμηνευτικές απόψεις για τη δυναμική του χτισμένου χώρου. Η μέθοδος αυτή φέρει τον τίτλο «γλώσσα» και αυτό δηλώνει τις φιλοδοξίες του Alexander και των συνεργατών του να οριοθετήσουν και να περιγράψουν ένα τυπικό σύστημα, με το οποίο σχεδιαστές και χρήστες μπορούν να «μιλούν», για να παράγουν καλύτερο κτισμένο χώρο. Η τριλογία περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της esperanto και τις «λεξικές» της ενότητες (πρότυπα), δίνει ορισμένους «γραμματικούς κανόνες» για το πώς πρέπει να ομιλείται αυτή η «γλώσσα», και αφήνει έναν ανοικτό ορίζοντα για «ποιητικούς» χειρισμούς (the poetry of language). Μεταξύ της «Γλώσσας των Προτύπων» και του «Σχεδιασμού» ισχύει ο ίδιος συσχετισμός που χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει τη γλώσσα (langue) από την ομιλία (parole).


Τόσο στις «Σημειώσεις πάνω στη σύνθεση της μορφής» όσο στη «Γλώσσα των προτύπων», ο Alexander είχε το ενδιαφέρον του προσανατολισμένο προς το σχεδιασμό παρά προς την περιγραφή και ερμηνεία του χώρου σε αντίθεση με την πρώτη προσπάθεια των Hillier και Leaman για μια «σύνταξη του χώρου» (αρχή της δεκαετίας του ’70). Γενικά όμως, η φιλοσοφία του Alexander δεν απέχει πολύ από τις προτάσεις του Hillier. Η κυριότερη διαφορά τους είναι ότι το ενδιαφέρον του Alexander προσανατολίζεται προς τις στοιχειώδεις ενότητες που μπορούν να είναι χρήσιμες για το σχεδιασμό, ενώ το ενδιαφέρον του Hillier προς τις στοιχειώδεις δομές του ίδιου του χώρου. Ο Alexander έχει πάντοτε ως άμεσο στόχο του το σχεδιασμό, ενώ ο Hillier την κατανόηση του χώρου.


Αφετηρία της πορείας του Alexander προς την αναζήτηση μιας αποτελεσματικής σχεδιαστικής μεθόδου, δεν αποτελεί μόνο η διαπίστωση της ανάγκης για καλύτερο περιβάλλον αλλά, προβάλλοντας μια σειρά από μεθόδους (όπως τη χρήση των προσφιλών μορφών του παρελθόντος, την εγκατάλειψη από το σχεδιαστή του ρόλου της αυθεντίας και του ρόλου του ιδιοσυγκρασιακού κοινωνικού αναμορφωτή, την επιστροφή στον ήπιο και ανθρώπινο σχεδιασμό), και η ανάγκη για μια καθαρά κοινωνικής προέλευσης προσέγγιση του σχεδιασμού.




  • C. W. Alexander & Serge Chermayeff, Community and Privacy – Toward a New Architecture of Humanism (Κοινότητα και Ιδιωτικότητα), 1η έκδ., U.S.A., Doubleday & Co. Inc., 1963

  • Notes on the Synthesis of Form (Σημειώσεις πάνω στη σύνθεση της μορφής), Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts and London, England, 1964 / 15th printing 1999

  • A Pattern Language: Towns, Buildings, Construction (Γλώσσα των προτύπων) Christopher Alexander, Sara Ishikawa, Murray Silverstein with Max Jacobson, Ingrid Fiksdahl-King, Shlomo Angel, New York, Oxford University Press, 1977

  • The Timeless Way of Building (Ο αχρονικός τρόπος της κατασκευής), Christopher Alexander, 1979, Oxford University Press

  • The Oregon Experiment (Το πείραμα του Όρεγκον), Christopher Alexander, Murray Silverstein, Shlomo Angel, Sara Ishikawa, Denny Abrams, 1975, Oxford University Press.