Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (εράνισμα από τα «Πασχαλινά Διηγήματα»)

Η θεία-Σοφούλα όμως υπέφερε μετά χάριτος την αγγαρείαν ταύτην (Η Τελευταία Βαπτιστική, 1888)

…, και γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος είναι η συνδιάλεξις των αέργων γυναικών, … (Η Τελευταία Βαπτιστική, 1888)

Και όμως, μεθ’ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών...» με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν...» (Εξοχική Λαμπρή, 1890)

Ούτω της ήρχετο και αυτής ν’ αποθάνη εις το πείσμα των, ν’ αποθάνη χωρίς να της φιλήσωσι την χείρα. (Παιδική Πασχαλιά, 1891)

…, ησπάσθησαν τον μυρόπνουν Επιτάφιον, το αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον με τα’ αγγελούδια, και τον Σταυρόν με τ’ ανθρωπάκια και τις Παναγίτσες … (Παιδική Πασχαλιά, 1891)

Ουδέν απιθανότερον της απλής αληθείας. (Στην Αγι’–Αναστασά, 1892)

Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, δια του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθή δια την στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του, κατίσχυσε της αυστηροτέρας και δογματικοτέρας θεωρίας, καθ’  ήν απηγορεύοντο εις τους χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δε τινες ερμηνείς του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να λειτουργούσιν εις εξωκκλήσια. Αλλά το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπερόμενος κατά κώμας και χωρία, μη έχων πόρους να χτίσει μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτιζε πολλάς πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του, «μνημονεύων των επί γης διατριβών του», καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά. (Στην Αγι’–Αναστασά, 1892)

…, και όστις ίστατο δεξιόθεν εις τον χορόν, ως προεστώς, με τόσην σοβαρότητα, ώστε βλέπων τις αυτόν θα τον ενόμιζεν ψάλτην, εξ ιδιοτροπίας σιωπώντα. (Στην Αγι’–Αναστασά, 1892)

… δεν αρκεί να φεύγη τις, πρέπει και να μην καταδιώκεται ή τουλάχιστον να ηξεύρη προς ποίον μέρος να κατευθυνθή. (Στην Αγι’–Αναστασά, 1892)

Τότε και τα κατσικάκια, αισθανθέντα το θάλπος της ημέρας, ήρχισαν τα σκιρτήματά των, ευφραινόμενα εις την επαφήν του χόρτου, προσπαίζοντα περί τας μητέρας των, υποβάλλοντα το μικύλον ρύγχος υπό τον μαστόν – και δεν ήξευρον, ότι η λεπίς του σφαγέως έστιλβε και αυτή προς τον ανατέλλοντα ήλιον … (Στην Αγι’–Αναστασά, 1892)

… τα πεύκα, ως χειροκρατούμενα παιδία, σείονται όλα ομού, με μίαν ομοιόμορφον κίνησιν, από την αυτήν ριπήν του βορρά, … (Η Βλαχοπούλα, 1892)

Χωρική δε οικία χωρίς γυναίκα θα ήτο ως ερημία χωρίς όασιν. (Η Βλαχοπούλα, 1892)

… η ποίησις υποκαθιστά την πραγματικότητα εις το πνεύμα! (Η Βλαχοπούλα, 1892)

Εις την καρδίαν του ο έρως εζευγαρώθη με την ζηλοτυπίαν. (Η Βλαχοπούλα, 1892)

… καλόν θα ήτο, να διακρίνομεν ό,τι είναι πράγματι ξενισμός από ό,τι δύναται να είναι, εκ της φύσεως των πραγμάτων, κοινόν εις πάντα τα έθνη. (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

Το να γράψη τις, ότι γηραιός ανήρ εφόνευσε την συμβία του, κατ’ αυτήν την ημέρα των Χριστουγέννων –χωρίς μήτε ο αναγνώστης, μήτε ο συγγραφεύς να υποπτεύσωσι καν διατί την εφόνευσε– τούτο είναι υψηλόν και πολυτελές κατά την εκτίμησιν μερικών. (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

Το έθνος το Ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον, είναι ακόμη πολύ οπίσω, και το ελεύθερον δεν δύναται να τρέξει αρκετά εμπρός, χωρίς το όλον να διασπαραχθεί ως διασπαράσσεται, φευ! ήδη. Ο τρέχων πρέπει να περιμένει και τον επόμενον, εάν θέλει να τρέχει• ο ελεύθερος πρέπει να βοηθεί τον δεσμώτην ή πρέπει να τον ανακουφίζει. Όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον το ελεύθερον έθνος καθίσταται, οίμοι! ανικανώτερον, όπως δώσει χείρα βοηθείας εις το δούλον έθνος. Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή οτιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικό του χρέος, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά ο Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον έχει και θα έχη δια παντός ανάγκην της θρησκείας του. (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

…, πριν ασυνείδητος βάρβαρος, τη ανοχή ή τη ενοχή εκείνων, τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του κόσμου εκ περιτροπής εκλέγει άρχοντας και προστάτας του, … (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

Και ο ηγαπημένος μαθητής ήτο ακόμη εκεί, και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει, αν και πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε το υψηλόν μέτωπόν του, προβλέποντος, ότι θρασύς ιερόσυλος έμελλε μετ’ ου πολύ να τον αρπάση εκ της κόγχης του για να τον μεταφέρει εις Αθήνας και τον καθιδρύση όχι εις ναόν και ολοκαύτωμα και θυσιαστήριον, όχι εις τόπον του καρπώσαι, αλλ’ εις Μουσείον, Ύψιστε Θεέ! εις Μουσείον, ως να είχε παύσει ν’ ασκήται εις τον τόπον τούτον η χριστιανική λατρεία, και τα σκεύη αυτής ν’ ανήκον εις θαμμένον παρελθόν, και να ήσαν αντικείμενον περιεργείας! … Ίλεως γενού αυτοίς, Κύριε! (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

… δεν υπήρχε προ πολλού κώδων, όστις να εξυπνά τους προ αιώνων κοιμηθέντες και να συγκινή την κόνιν των από γενεών κοιμηθέντων κατοίκων της πάλαι ποτέ υπαρξάσης πόλεως. (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

… κι εξεκίνησε δια την πηγήν του Χαιρημονά, …, και ήτις τρέχει τόσον φειδωλή, ως το δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. (Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

Διότι οι κυράδες την εκκύταζαν, οι δούλες την έβλεπαν απλώς. (Χωρίς Στεφάνι, 1896)

Οι δούλες με τας κορδέλλας των και με τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζον βλέμματα δεξιά κι αριστερά, και εφλυάρουν προς αλλήλας, χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. (Χωρίς Στεφάνι, 1896)

Έως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών; (Χωρίς Στεφάνι, 1896)

… καμμία μήτηρ δεν θα ήτο τόσον αφιλότιμος, ώστε να μη στενοχωρήται, και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της, και να μη παρακαλή ν’ ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον δια θαύματος θύρα, δια να εξέλθη το ταχύτερον. (Χωρίς Στεφάνι, 1896)

… είχε συλληφθεί από το πνευματικόν αμφίβληστρον του ιερομονάχου Μεθοδίου, … (Ο Κοσμολαΐτης, 1903)

Πλην φαίνεται ότι αυτός ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι δεν έκρινον ότι εσύμφερε να του δώσουν εκείνο το οποίον η μάνα του ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει. (Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη, 1912)