Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ναοδομία ως πρωταρχική έκφραση της μεταφυσικής τάσης του ανθρώπου (2)

1.2. Τα Μεταφυσικά Συναισθήματα

Όταν αναφερόμαστε στα μεταφυσικά συναισθήματα εννοούμε τις θυμικές καταστάσεις που γεννώνται από τη συνείδηση της όλης υπάρξεως και θέσεώς μας στο σύμπαν. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να είναι είτε θρησκευτικά είτε φιλοσοφικά. Στην προκειμένη περίπτωση μας ενδιαφέρουν κατ' εξοχήν τα θρησκευτικά.
Η βάση και ο πυρήνας των θρησκευτικών συναισθημάτων είναι η συγκίνηση, η οποία προέρχεται από τη βίωση του πεπερασμένου της ανθρώπινης υποστάσεως εν συγκρίσει προς την άπειρη δύναμη, η οποία εμφανίζεται στο σύμπαν και την οποία το ανθρώπινο ον βιώνει ως «θείον». Ακριβώς αυτή η βίωση του θείου δημιουργεί συναισθήματα ευοίωνα, ότι στο βάθος της υπάρξεως υπάρχει κάτι όχι το χαώδες αλλά κάτι «υπέροχο», το οποίο νοείται ως «φως απρόσιτο» και αντιτίθεται προς το ανθρώπινο γήινο στοιχείο.
Η αντίληψη της διαφοράς αυτής μεταξύ του θείου και του ανθρώπινου στοιχείου προκαλεί το συναίσθημα της ταπείνωσης και της ευλάβειας αλλά και τα συναισθήματα του φόβου και του δέους προς το «υπέροχο», αυτού του tremendum. Η αναζήτηση του θείου με απώτερο σκοπό την ένωση με αυτό γεννά στην ψυχή τα συναισθήματα του θάμβους, του ακατάληπτου και του αρρήτου. Πρόκειται για κάτι το οποίο υπερβαίνει τις ανθρώπινες γνωστικές δυνάμεις, είναι επέκεινα της γνώσης, και για το οποίο μόνο συμβολισμοί μπορούν να εκφραστούν.[1] Η συνείδηση του θείου μεγαλείου προκαλεί συναισθήματα γοητείας και έλξης, τα οποία ακολουθούνται από συναισθήματα ησυχασμού (quietismus), γαλήνης (tranquillitas), αγιασμού (sanctitas), εμπνεύσεως (inspiratio) και αποκαλύψεως (revelatio). Προκύπτει επομένως η ανάγκη έκφρασης των ανωτέρω συναισθημάτων δια ιδεών, συμβόλων και λατρευτικών πράξεων.

1.3. Μορφές Εκδήλωσης της Θρησκείας

Η μεταφυσική συγκίνηση ανακοινώνεται αμοιβαίως από τα άτομα και γίνεται επομένως υπόθεση της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας, δηλαδή της κοινωνίας. Η συγκίνηση, εφόσον θεωρείται ότι προέρχεται από μια υπέρτατη δύναμη, γεννά ένα μυστηριακό στοιχείο, το οποίο αποτελεί τη συναισθηματική έκφραση της θρησκείας. Παράλληλα, η συγκίνηση αυτή εκφράζεται δια παραστάσεων, συμβόλων, μύθων, δογμάτων και διδασκαλιών, τα οποία αποτελούν τη λογική έκφραση της θρησκείας. Τέλος, οδηγεί την κοινωνική ομάδα σε πράξεις και τελετές λατρείας, οι οποίες αποτελούν τη βουλητική έκφραση της θρησκείας.
Οι τρεις παραπάνω μορφές εκδήλωσης της θρησκείας εμφανίζονται σε όλες τις εποχές, από την πρωτόγονη μέχρι τη σημερινή, παρ' όλες τις παραλλαγές ως προς το περιεχόμενό τους. Θρησκεία χωρίς τελετές και δόγματα δεν έχει μέχρι σήμερα υπάρξει.[2]
Τα άτομα που ειδικεύονται στη διακονία της λατρείας συγκροτούν το ιερατείο. Οι τόποι που καθιερώθηκαν για την επιτέλεση θρησκευτικών τελετών αποτελούν τα ιερά άλση, τους βωμούς και τους ναούς.[3]


1.4. Μορφές Θρησκευτικότητας

Η κάθε θρησκεία στην εξελικτική της πορεία διέρχεται από τρεις (3) φάσεις, με την ακόλουθη σειρά διαδοχής: τον μυστικισμό, την κλασική εποχή, και τον λογικισμό. Παρατηρείται δηλαδή ότι το μυθικό θρησκευτικό στοιχείο υποχωρεί βαθμηδόν έναντι του λογικού (ορθολογικού) στοιχείου, το οποίο ολοένα και διαδίδεται περισσότερο. Γι’ αυτό και κατά κανόνα, τελευταία φάση μιας θρησκείας είναι το στάδιο του λογικισμού.
Επί παραδείγματι, στην αρχαία ελληνική θρησκεία εμφανίζεται αρχικά ο μυστικισμός (με τα μαντεία, τα μυστήρια, και τον Ορφισμό), ακολουθεί η κλασική εποχή (με τη οργανωμένη λατρεία στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο), και τέλος κυριαρχεί ο λογικισμός (μέχρι τους Αλεξανδρινούς χρόνους). Στην ιουδαϊκή θρησκεία εμφανίζεται πρώτα ο μυστικισμός (με τους προφήτες), ακολουθεί η κλασική εποχή (με τη διαμόρφωση της λατρείας και τους ψαλμούς), και τέλος η μετάλλαξη σε λογικισμό με την προσκόλληση στον Ιουδαϊκό νόμο και τις ερμηνείες που έδιναν σ’ αυτόν οι διάφοροι νομοδιδάσκαλοι. Τέλος, στον χριστιανισμό εμφανίζεται και εδώ πρώτα ο μυστικισμός (κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, τους πρωτοχριστιανικούς), ο οποίος ακολούθως διέρχεται την κλασική του εποχή (τον 4ο μ.Χ. αιώνα, οπότε καθιερώνεται πλέον επίσημα ο χριστιανισμός και εμφανίζονται οι πρώτοι μεγάλοι Πατέρες), για να τον διαδεχθεί ο λογικισμός, ο οποίος παρουσιάζεται κατά την περίοδο των δογματικών ερίδων.


Σημειώσεις:

[1] Ο Πλωτίνος, ο τελευταίος μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και θεμελιωτής του νεοπλατωνισμού, τόνισε κατ' εξοχήν ότι το πρωταρχικό “εν” είναι υπέρ παν άλλο ον (επέκεινα της ουσίας) και δεν είναι δυνατόν να του αποδώσουμε απολύτως καμία ιδιότητα. Είναι αδιανόητο και αδιάγνωστο και μπορούμε γι' αυτό να πούμε μόνο “ότι δεν είναι” παρά “ότι είναι”. Ούτε εκφραστική διατύπωση ούτε επιστήμη εν σχέσει προς το “εν” αποτελεί ψεύδος (Πέμπτη Εννεάς, κεφάλαιο 4). Κατά την αντίληψη του Πλωτίνου, δεν είναι δυνατόν να νοήσει κανείς το εν και το αγαθόν διότι θα υπάρξουν δύο όντα: η ανθρώπινη νόηση αφ' ενός και το αγαθόν αφ' ετέρου. Η νοητική προσθήκη δεν θα είναι παρά μείωση και στέρηση του αγαθού. Ο εκκλησιαστικός πατέρας του 4ου αιώνα Γρηγόριος Νύσσης γράφει σε έναν ύμνο του:
«ω πάντων επέκεινα τι γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν;
(= με ποιο άλλο χαρακτηρισμό είναι δίκαιο να σε εξυμνώ ;)
πώς λόγος υμνήσει σε; Συ γαρ λόγω ουδενί ρητόν.
πώς νόος αθρήσει σε ; Συ γαρ νόω ουδενί ληπτός.
μούνος εών άφραστος, επεί τέκες όσσα λαλείται
μούνος εών άγνωστος, επεί τέκες όσσα νοείται.»
(Migne, S.Gr.37, σελίδα 507)
Ο μεγάλος πατέρας της δύσης του 4ου με 5ο αιώνα μ. Χ. Αυγουστίνος παρατηρεί, προκειμένου περί του Θεού, ότι «είναι προτιμότερο να τηρούμε σιγή παρά να σκιαμαχούμε με λέξεις» (De doctrina Christiana I, 6).
[2] Τέτοια θρησκεία κήρυτταν και ζητούσαν οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού του 18ου αιώνα, οι λεγόμενοι «ελευθερόφρονες» και «κήρυκες της φυσικής θρησκείας».
[3] Όσον αφορά τις τρεις αυτές μορφές εκδήλωσης της θρησκείας έχουμε να κάνουμε τα εξής σχόλια: ως προς την συναισθηματική δεν χωρεί άλλη επεξήγηση, πρόκειται ακριβώς για την πίστη προς το μυστηριακό στοιχείο. Όταν λέμε λογική πλευρά δεν εννοούμε βεβαίως ότι η θρησκεία εκδηλώνεται ορθολογικά, αυτό άλλωστε δεν αρμόζει στην θρησκεία. Εννοούμε όμως το σύνολο των ιδεών και των δογμάτων, στα οποία στηρίζεται η κάθε θρησκεία. Το στοιχείο αυτό είναι λογικό έστω και αν τα δόγματα είναι πολλές φορές άλογα (absurdum). Τέλος η βουλητική πλευρά είναι οι λατρευτικές πράξεις και οι τελετές διότι η πίστη, το βασικό αυτό στοιχείο της θρησκείας, δεν είναι παρά μία συγκατάθεση της βούλησης. Οι βυζαντινοί Πατέρες όρισαν ότι πίστη είναι «απολυπραγμόνητος συγκατάθεσις». Δέχομαι δηλαδή το θρησκευτικό δόγμα όπως είναι χωρίς περιττές ερευνητικές αναζητήσεις. Έτσι ορίζει την πίστη ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο κατ' εξοχήν διαμορφωτής του χριστιανικού ορθοδόξου δόγματος, στο έργο του «Έκδοσις της ορθοδόξου πίστεως», βιβλίο 4, κεφάλαιο 11. Αναφέρουμε τέλος τη ρήση που αποδίδεται στο Λατίνο εκκλησιαστικό πατέρα του 2ου μ. Χ. Αιώνα Τερτυλλιανό: «Credo quia absurdum», δηλαδή πιστεύω στο θρησκευτικό δόγμα ακριβώς επειδή είναι παράδοξο και παράλογο.