Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2006

Εντροπία & Πληροφορία: ένα εννοιολογικό δίπολο στην Αρχιτεκτονική

Η επιστήμη, με την εγγενή της τάση να κατανοήσει τη φύση, υιοθετεί τακτικές ποσοτικοποίησης, διάσπασης και υπεραπλούστευσης, εις βάρος των φυσικών ποιοτήτων και των μη μετρήσιμων αξιών, ώστε να μπορέσει να τη μελετήσει ευκολότερα. Χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά και την τέχνη ως αναπαραστατικό εργαλείο συμπυκνώνει σύμβολα και τρόπους σκέψης της πολιτισμικής πραγματικότητας για να αναπαραστήσει τον κόσμο.
Συχνά συμβαίνει επιστημονικές ιδέες να μεταγράφονται στη συνείδηση της κοινωνίας ως πολιτισμικές μεταφορές. Ο ισχυρισμός του Κοπέρνικου ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο είχε πολύ περισσότερα επακόλουθα από την απλή αλλαγή μιας πεποίθησης της μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Βοήθησε τη δυτική κοινωνία να στρέψει το ενδιαφέρον της από το Θεό και τη μετά θάνατον ζωή στις ανθρώπινες υπάρξεις ως όντα και στους νόμους του φυσικού κόσμου. Ως μεταφορά, η νέα θεώρηση του Ηλιοκεντρικού Συστήματος πρόσθεσε μεγάλη δύναμη στην αναπτυσσόμενη ευρωπαϊκή Αναγέννηση και βοήθησε τη μεγάλη μάζα των ανθρώπων, που δεν ήταν ούτε επιστήμονες ούτε φιλόσοφοι, να βιώσουν το σύμπαν και το δικό τους ρόλο μέσα σε αυτό με ένα δραματικά καινούργιο τρόπο.
Στο παρόν κείμενο υιοθετείται ως υπόθεση εργασίας ότι η αντίληψη της ουσίας του χώρου δεν υπόκειται στην άμεση ανθρώπινη αισθητηριακή αντίληψη.[1] Στοιχεία της υπόστασής του όμως μπορούν να ληφθούν έμμεσα μέσα από την προσέγγιση των υλικών ιδιοτήτων του, δεσπόζουσα των οποίων είναι ο τρόπος οργάνωσης, ή μάλλον αυτό-οργάνωσής του. Με αυτό το εννοιολογικό δεδομένο επιχειρείται μία μεταγραφή της θεωρίας του χάους[2] στην αρχιτεκτονική σημασιοδοτώντας τον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης του χώρου στην «ανοικτή» κάτοψη και κατά μείζονα λόγο στην «ελεύθερη» κάτοψη.
Σύμφωνα με τον Ilya Prigogine, τα απλά και απομονωμένα συστήματα (όπως ο κρύσταλλος), έχουν αδρανή και ομοιογενή δομή και βρίσκονται σε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας.[3] Αντίθετα, τα «ανοιχτά θερμοδυναμικά συστήματα» (πολύπλοκα συστήματα[4], στα οποία περιλαμβάνονται και οι ζωντανοί οργανισμοί, και οι ανθρώπινες κοινωνίες), αυτο-οργανώνονται, βρίσκονται σε διάδραση με το περιβάλλον τους ανταλλάσσοντας με αυτό αδιάκοπα ύλη και ενέργεια λειτουργώντας σε συνθήκες που απέχουν της θερμοδυναμικής ισορροπίας. Μέσω αυτής της σταθερής ροής ενέργειας εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους, διατηρούν τη δομική τους ευστάθεια, και παράγουν πολύπλοκες δομές,[5] οι οποίες εισάγουν μέσα στη φύση τη διαρκή δημιουργικότητα. Στοιχεία αυτής της «οικονομίας», του τρόπου δηλαδή με τον οποίον η φύση οργανώνεται τόσο σε μικροσκοπικό όσο και σε μακροσκοπικό επίπεδο, μας δίνει η θεωρία του «χάους».
Η έννοια του χάους βοηθά να χειριζόμαστε «πολύπλοκες» καταστάσεις, γιατί μας αποκαλύπτει ότι πέρα από τις προσπάθειές μας για έλεγχο υπάρχει ο απέραντος κόσμος των λεπτών αποχρώσεων και της ασάφειας όπου βιώνεται η αληθινή ζωή. Το χάος εκφράζει την αστάθεια, την αταξία και την πολυπλοκότητα ενός συστήματος και μέτρο του είναι η εντροπία,[6] η οποία ισοδυναμεί με την ποσότητα της πληροφορίας[7] που λαμβάνουμε από αυτό το σύστημα. Η πληροφορία μετράει το βαθμό της τάξης μέσα στη δομή του μηνύματος και συνδέεται με την αβεβαιότητα.[8] Ένα μήνυμα με υψηλό πληροφοριακό περιεχόμενο (η πληροφορία είναι κωδικοποιημένη πυκνά και μη-γραμμικά), είναι χαμηλό σε προβλέψιμη δομή (εκφράζει αβεβαιότητα) και κατά συνέπεια η εντροπία του συστήματος που παράγει αυτό το μήνυμα είναι χαμηλή. Επομένως, η πληροφορία είναι αντιστρόφως ανάλογη της εντροπίας: όσο μικρότερη είναι η εντροπία τόσο περισσότερη είναι η πληροφορία άρα και η αβεβαιότητα. Το εννοιολογικό δίπολο «Εντροπία – Πληροφορία» οριοθετεί μία τυπολογία, μέσα στα όρια της οποίας κυμαίνεται η ποικιλία των εκφάνσεων της οργάνωσης. Οι ακραίες τιμές του εννοιολογικού αυτού δίπολου συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:


Η εντροπία δείχνει μία έμφυτη γενική τάση της φύσης προς τη βαθμιαία αποδιοργάνωση και τη φθορά. Το σίδερο σκουριάζει, το ξύλο σαπίζει, ο νεκρός οργανισμός αποσυντίθεται, το ζεστό νερό στην μπανιέρα τείνει να κρυώσει. Παράλληλα όμως, η φύση επιδεικνύει πολυάριθμες περιπτώσεις της αντίθετης διαδικασίας: αυθόρμητη αυτό-οργάνωση και ανάπτυξη. Όταν ένα σύστημα μεταβαίνει στο χάος, η συνολική του εντροπία αυξάνει προοδευτικά ώσπου να φτάσει στην κατάσταση ισορροπίας, οπότε αποκτά τη μέγιστη τιμή της. Τότε εμφανίζονται σε αυτό περιοχές, από τις οποίες αναδύονται ίχνη κάποιας ιδιόμορφης τάξης, που ονομάζονται «νησίδες τάξης», όπου το σύστημα έχει την μορφή ενός ευσταθούς συστήματος. Η ύπαρξη αυτών των «νησίδων» σηματοδοτεί τη στενή σχέση ανάμεσα στην τάξη και το χάος.
Μέσα σ’ ένα σύμπαν που τείνει προς την αποδιοργάνωση και το χάος, είναι δηλαδή καταδικασμένο να αυξάνει την εντροπία του, οι ζωντανοί οργανισμοί κατορθώνουν να διατηρούνται σε χαμηλή στάθμη αταξίας, επειδή πραγματοποιούν με την υπόλοιπη φύση μια επικερδή για τους ίδιους συναλλαγή, γνωστή ως μεταβολισμό. Για να εξασφαλίσουν αυτή τη ζωτική σχέση, οι οργανισμοί προσανατολίζουν τις δραστηριότητές τους προς την ικανοποίηση ορισμένων αναγκών (όπως ανεύρεση τροφής, εξασφάλιση τόπου διαμονής, αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, εξουδετέρωση ενός εχθρού ή αποφυγή κάποιου επικίνδυνου φαινομένου) με προϋπόθεση ότι διαθέτουν την απαιτούμενη ικανότητα επίτευξης αυτών των σκοπών. Μέσω αυτών, ο οργανισμός διαχειρίζεται (προσλαμβάνει, επεξεργάζεται και οργανώνει) επωφελώς αφενός μεν ύλη και ενέργεια (μέσω του μεταβολισμού) αφετέρου δε πληροφορίες (μέσω της αντίληψης). Επομένως μεταβολισμός και αντίληψη είναι λειτουργίες αλληλένδετες και ανάλογες.[9]
Σε αντίθεση με την αντιεντροπική αυτή εσωτερική δραστηριότητα του μεταβολισμού, η εξωτερική δράση των περισσότερων οργανισμών, αν εξαιρέσουμε την αναπαραγωγή του είδους, είναι καταρχήν καταστροφική για το περιβάλλον, αφού, για να διατηρήσουν χαμηλή στάθμη εντροπίας, απομυζούν από τη φύση ύλη και ενέργεια ανώτερης μορφής και τις αποδίδουν σε αυτή με κατώτερη, λιγότερο οργανωμένη μορφή. Ορισμένοι ωστόσο από αυτούς, κι ανάμεσά τους ο άνθρωπος, δεν περιορίζουν την οργανωτική τους δραστηριότητα στην ανάπτυξη και συντήρηση της εσωτερικής τους δομής, αλλά την επεκτείνουν και στον άμεσο, φυσικό τους περίγυρο. Μετασχηματίζουν, διαρθρώνουν και οργανώνουν τα στοιχεία του περίγυρου σύμφωνα με τις ανάγκες τους, για να τον καταστήσουν όσο γίνεται πιο φιλόξενο και βολικό γα τη ζωή τους. Η γεωμετρική αυτή οργάνωση είναι φαινόμενο που αντιβαίνει στις φυσικές εντροπικές τάσεις και αποτελεί την πλέον συνηθισμένη έκφανση ανθρωπογενούς αντιεντροπικής δραστηριότητας.

Η αρχιτεκτονική είναι για τον άνθρωπο μία συμφυής αντιεντροπική αναγκαιότητα που εκδηλώνεται κατά τη διαδικασία με την οποία τα υποκείμενα αποτυπώνουν τις δράσεις τους στο φυσικό περιβάλλον μετασχηματίζοντάς το σε κτιστό. Οι χωρικές οργανώσεις περιέχουν στοιχεία συναρτησιακής λογικής (τρόπος συγκρότησης δομών), διαδικαστικής λογικής (τρόπος διαπραγμάτευσης της ταυτότητας) και συμβολικής λογικής (τυπικές οργανώσεις σύμφωνα με κοινωνικά πρότυπα), οι οποίες αφενός μεν καθορίζουν τον τύπο της εκάστοτε οργάνωσης αφετέρου δε ανταποκρίνονται επακριβώς στο βαθμό αντίληψης των υποκειμένων που τη μορφοποιούν, τη λειτουργούν και τη βιώνουν. Μία ομάδα ατόμων πιθανόν να νοιώθει μη οικεία ή άβολα σε μία χωρική οργάνωση, προϊόν μιας άλλης ομάδας, με διαφορετική σύνθεση συναρτησιακής, διαδικαστικής και συμβολικής λογικής, και γι’ αυτό να την απορρίπτει. Η πλέον χαρακτηριστική έκφραση της κοινωνικής αδράνειας είναι η διάθεση της ομάδας να εξοντώσει τη διαφορά.
Κάνοντας χρήση του εννοιολογικού διπόλου «εντροπία–πληροφορία» στην ερμηνεία της «ανοιχτής» και «κλειστής» κάτοψης, θα μπορούσαμε να κάνουμε την εξής διαφοροποίηση των δύο αυτών χωρικών οργανώσεων: Στην «κλειστή» κάτοψη οι κανόνες συμπεριφοράς και ο τρόπος μετάδοσης της πληροφορίας είναι ρητοί (προφανείς), κυριαρχεί βεβαιότητα τόσο στο επίπεδο συναρτησιακής όσο και διαδικαστικής και συμβολικής λογικής. Η προβλεψιμότητα είναι υψηλή και ο βαθμός πληροφόρησης μικρός. Η αντίληψη του χώρου γίνεται με «γραμμικό» τρόπο: το υποκείμενο για να μεταβεί από το χώρο Α στο χώρο Β θα περάσει από ένα διάδρομο και θα χρειαστεί να ανοίξει δύο πόρτες. Η «κλειστή» κάτοψη ταξινομεί («ισχυρή ταξινόμηση» κατά τον Bernstein) και διαχωρίζει («ισχυρή περιχάραξη») χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές. Το ποσοστό της εντροπίας είναι αυξημένο: όλα είναι παγιωμένα και τίποτα δεν μπορεί να μετακινηθεί από τη θέση του χωρίς να γίνει αντιληπτό από τον ιδιοκτήτη/χρήστη του χώρου. Η ελευθερία χωρικής δημιουργικότητας είναι περιορισμένη. Ο χώρος αποτελεί μορφοποίηση δομών ιεραρχίας. Η «ανοικτή» κάτοψη χαρακτηρίζεται από «μη γραμμικότητα» όπου εν δυνάμει μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα πολλοί κανόνες εφόσον ενεργοποιηθούν καταλλήλως. Εξαρτάται από το υποκείμενο να επιλέξει με ποιους από αυτούς θα λειτουργήσει (αντίληψη, μεταβολισμός). Ο χώρος αυτός ευνοεί το υποκείμενο να προβάλλει τα προσωπικά του ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η «ανοιχτή» κάτοψη αναμιγνύει («χαλαρή ταξινόμηση») και ενοποιεί («χαλαρή περιχάραξη») χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές. Το πληροφοριακό περιεχόμενο είναι υψηλό και για την αποκωδικοποίησή του απαιτείται «εξειδικευμένη» αντίληψη. Η «ανοιχτή» κάτοψη διεγείρει τη φαντασία και ενεργοποιεί την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα. Π.χ. Μπορεί κανείς να καθίσει σε οποιονδήποτε όγκο προσφέρεται για κάθισμα και όχι μόνο σε μια συμβατική καρέκλα. Η «ανοικτή» κάτοψη είναι χώρος εννοιολογικός: αναπαριστά δομές σκέψης, εξυπηρετεί ποιότητες ζωής και το ανθρώπινο ον διαδρά με αυτήν ως ένας ιδανικός χωρικός αποκωδικοποιητής.


Στο πεδίο της αρχιτεκτονικής η θεωρία του χάους σχετίζεται με την αισθητική όχι μέσω μιας ιδεαλιστικής επένδυσης αλλά προτρέποντας στη μελέτη των λεπτομερειών του πραγματικού κόσμου. Η «εντροπία» περιγράφει το είδος «χωρικής οργάνωσης», και η «πληροφορία» αφορά στο βαθμό σαφήνειας των «κανόνων συμπεριφοράς» (άλλοτε ρητών και άλλοτε άρρητων) τους οποίους υπαγορεύει ο κάθε χώρος. Εντούτοις, η απόλυτη οριοθέτηση ή ο διαχωρισμός των εννοιών αυτών αποτελεί θέμα ουτοπικό. Πρόκειται για έννοιες υποκειμενικής αξιολόγησης των οποίων η αντίληψη εξαρτάται από την εκάστοτε προσαρμογή των υποκειμένων στους συμβατικούς κανόνες οργάνωσης του χώρου: αυτό που κάποιος θεωρεί αταξία είναι η μη συμβατή προς αυτόν τάξη ενός τρίτου.
Συμπερασματικά, αξιοποιώντας το εννοιολογικό δίπολο «εντροπία-πληροφορία» στη γλώσσα της αρχιτεκτονικής θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε τη διπλή συνεπαγωγή πως, όσο μεταβαίνουμε από ένα καθεστώς χωρικής οργάνωσης σε ένα άλλο και η ενέργεια που απαιτείται να δαπανηθεί για να συντηρηθεί το νέο καθεστώς μειώνεται, τότε
(α) μεταβαίνουμε από μία κατάσταση «κλειστής» κάτοψης σε μία άλλη «ανοικτότερη» και
(β) η δυνατότητα δημιουργικής διάδρασης των υποκειμένων με το εν λόγω περιβάλλον βαίνει αυξανόμενη.


--------------------------------------

[1] …εκείνο που ανθίσταται στην περιγραφή μας είναι εκείνο που χαρακτηρίζει το μεγαλειώδες ενός έργου τέχνης: F. David Peat–John Briggs, Μια αιρετική άποψη για το Χάος στην καθημερινή μας ζωή, μετάφραση: Ιωάννα Μουζακίτη, εκδοτικός οίκος Π. ΤΡΑΥΛΟΣ, Αθήνα 2001, σελ. 170.
[2] Η θεωρία του χάους είναι μία υπόθεση που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και θεμελιωτές της είναι ο γάλλος μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος των επιστημών του 19ου αιώνα Jules Henri Poincaré, ο Edward Lorenz, ο lya Prigogine, και Bénoit Μandelbrot.
[3] Στη φύση, ισορροπία είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Prigogine, «μία σπάνια και επισφαλής κατάσταση».
[4] Για τα χαρακτηριστικά των πολύπλοκων συστημάτων βλέπε: Cilliers Ρaul, Complexity and Postmodernism, London: Routledge, 1998.)
[5] Τις δομές αυτές ο Prigogine ονομάζει ‘dissipative structures’ («δομές διασκορπισμού» ή και «καταναλωτικές δομές»). Πρόκειται για κάποια σχετικά απλά φυσικοχημικά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια και αντανακλούν την αλληλεπίδραση των συστημάτων με το περιβάλλον, με το οποίο ανταλλάσσουν ενέργεια, διατηρούμενα μέσα από μια ατελείωτη δυναμική ροή.
[6] Τον όρο «εντροπία» εισήγαγε στη φυσική ο Clausius το 1850 για να χαρακτηρίσει τη μη αντιστρεπτή μεταβολή που συνεπάγεται το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα (Carnot, 1824): η θερμοκρασία ρέει πάντα από μια θερμότερη περιοχή προς μια ψυχρότερη και ουδέποτε συμβαίνει το αντίστροφο αν το σύστημα δεν τροφοδοτηθεί με μηχανική ενέργεια απ' έξω.
[7] Πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζει κάποιος (Claude Shannοn).
[8] Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την «πληροφορία» ή το «μήνυμα» ως γεγονότα, δεδομένα, μαρτυρίες. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της πληροφορίας, πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζει κάποιος. Αν κάποιος ακούσει πως «αύριο θα βρέχει στο κέντρο της Αθήνας», το μήνυμα αυτό, έχει μεγάλη πληροφορία, γιατί είναι ένα αβέβαιο γεγονός. Αν όμως ακούσει κάποιος πως «στην Ευρώπη αύριο θα βρέχει», τότε το κείμενο αυτό έχει πολύ μικρή πληροφορία. γιατί η πιθανότητα να βρέχει κάπου στην Ευρώπη είναι πολύ μεγάλη.
[9] Κονταράτος, Η Εμπειρία του Αρχιτεκτονημένου Χώρου και το Σωματικό Σχήμα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983, σελ. 60.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2006

Μία κατηγοριοποίηση χώρων με κριτήριο την κάτοψη

Η δημοσίευση αυτή αναφέρεται σε μία γενική ταξινόμηση των διαφόρων τύπων του οικιακού χώρου, με κριτήριο τη γεωμετρία της οριζόντιας τομής τους, δηλαδή την κάτοψη. Η κατηγοριοποίηση αυτή θα χρησιμοποιηθεί ως αναφορά σε θέματα που πρόκειται να συζητηθούν σε επόμενες δημοσιεύσεις στο διαδικτυακό μου ημερολόγιο.

Δύο είναι οι κύριοι τύποι που κυριαρχούν στις περισσότερες περιπτώσεις οικιακών χώρων: η «κλειστή» και η «ανοικτή» κάτοψη.[1] Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών τύπων γίνεται με βάση το συσχετισμό ανάμεσα στην σχεδιαστική αντίληψη του Adolf Loos (αρχιτεκτονική είναι πρωτίστως ο σχεδιασμός χώρου με βάση τη «σύγκλιση συμπαγών όγκων», «Raum Plan») και του Le Corbusier (αρχιτεκτονική είναι η δημιουργία κατασκευαστικών οντοτήτων, οι οποίες προσδιορίζουν χώρο. Οι οντότητες αυτές δεν διαμορφώνουν χώρο αλλά μάζα. Ο χώρος συλλαμβάνεται ως η χωρική ροϊκότητα, το κενό ανάμεσα στη μάζα των τοίχων, «ελεύθερη κάτοψη»/«Plan Libre»). Επομένως ως «κλειστή» κάτοψη εννοούμε υποδιαίρεση χώρου, σαφώς ορισμένα κλειστά ή ανοιχτά δωμάτια με ή χωρίς διάδρομο, χωρίς σαφή αίσθηση του συνόλου του σπιτιού και ως «ανοιχτή» κάτοψη χώρο υποδιαιρεμένο σε δωμάτια με μεγάλα ανοίγματα, που επιτρέπουν την οπτική σύνδεση από χώρο σε χώρο, και με ευελιξία στην οργάνωσή του. Ιδιαίτερη περίπτωση «ανοιχτής» κάτοψης αποτελεί η «ελεύθερη κάτοψη» όπου ο χώρος δεν έχει σαφή όρια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου κάτοψης είναι η αρχιτεκτονική του Le Corbusier.
[1] Raumplan versus Plan Libre, Adolf Loos and Le Corbusier, 1919-1930, edited by Max Risselada, 1η έκδ., Rizzoli, New York, 1988, σελ. 7 και Μαρτινίδης Πέτρος, Μεσιτείες του Ορατού: ζητήματα θεωρίας της κριτικής στην αρχιτεκτονική και την τέχνη, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1997, σελ. 194

Συνοπτικά, η κατηγοριοποίηση της οργάνωσης του οικιακού χώρου με κριτήριο την κάτοψη, και με παραδείγματα από τη διεθνή ιστορία αρχιτεκτονικής, συνοψίζεται στον παρακάτω πίνακα:




A.Ι.α) Berthold Lubetkin, “Housect Holmbury” (1939)

A.II.α) Frank Lloyd Wright, “Avery Coonley” (1906-08)


A.Ι.β) Andrea Palladio,“Villa de Gio. BattistaGarzadore”(1570)
A.II.β) Adolf Loos, “Moller House” (1928)

Β) Le Corbusier, “Villa Stein” (1926)

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

Κίνηση–Βάθος–Δίλημμα–Διαπραγμάτευση ταυτότητας

(μία εννοιολογική αλληλουχία στην ερμηνεία της «ανοιχτής» κάτοψης)
------------------------------------------------------------

Όταν μέσα στη λογική των κινηματογραφικών ταινιών συμβαίνουν ακραίες και εξαιρετικές καταστάσεις πλοκής, δηλαδή συμβαίνει κάτι που υπερβαίνει τις προσδοκίες (όχι αναγκαστικά τις μεγάλες αλλά τις απλές καθημερινές προσδοκίες), οι συμπεριφορές διέπονται από κώδικες που διαρρηγνύουν τα πρωτόκολλα της κατεστημένης συμπεριφοράς. Κατά την εξέλιξη αυτών των κρίσεων αυξάνεται η θεατρικότητα, δηλαδή δημιουργείται η αίσθηση προσχήματος ή υπερβολής, και το καθαρά χωρικό γίγνεσθαι είναι ότι αυξάνεται η κινητικότητα. Συνήθως η κίνηση, ως διαχείριση κρίσης, είναι νευρική. Ακόμη και όταν δεν βλέπουμε κάποιους να κινούνται, το γεγονός και μόνο της συνομιλίας σε όρθια στάση είναι μια εν δυνάμει κίνηση και εμπεριέχει τη δυνατότητα να προστεθεί στην κουβέντα και κάποιος τρίτος. Ένα είδος συναναστροφής που δεν συναντάμε στις κινηματογραφικές ταινίες είναι η περίπτωση κατά την οποίαν να παρατηρείται κινητικότητα που όμως να μη συνδέεται με διαπραγμάτευση «αλήθειας» ή (διάρ)ρηξη προσδοκιών. Άνθρωποι δηλαδή, που συναναστρέφονται ήρεμα σπάνια εμφανίζονται εν κινήσει. Είναι δηλαδή ενδιαφέρον ότι ενώ στην πραγματική ζωή είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μία κατασταλαγμένη σχέση με στοιχεία κινητικής συμπεριφοράς, στις κινηματογραφικές ταινίες φαίνεται να μην ισχύει και γι’ αυτό δεν προβάλλεται.

Οι ταινίες ουσιαστικά πραγματεύονται την έννοια της κινητικότητας όχι για να εμπλουτιστεί η λιτή από άποψη πλοκής ταινία (αν όλοι ήταν διαρκώς καθιστοί αυτό θα προκαλούσε ασφαλώς πλήξη) αλλά για να δημιουργήσει, σε συνδυασμό με την ομιλία, έναν ιδιαίτερο κώδικα συμπεριφοράς. Ο κινητικός κώδικας είναι φαινομενικά άτυπος αλλά, εάν εξεταστεί βαθύτερα, είναι κατ’ εξοχήν εκφραστικός και αποκαλυπτικός. Η κίνηση είναι ένα στοιχείο του χώρου που παίζει κυρίαρχο ρόλο είτε ως ένδειξη αδυναμίας, ανασφάλειας, διαχείριση κρίσης, άμυνας, υποχώρησης, φυγής, είτε ως επίδειξη τρόπου ζωής (υπεροχή και άνεση). Η πρώτη περίπτωση μοιάζει να συνδέεται κατά κανόνα με τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα ενώ δεύτερη περίπτωση με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και κατ΄επέκταση με την «ανοιχτή» κάτοψη.
Η κίνηση είναι η πρώτη σε μία αλληλουχία εννοιών (Κίνηση – Βάθος – Δίλημμα – Διαπραγμάτευση ταυτότητας), οι οποίες συμπλέκονται χωρικά όσο και νοητικά, όπως ακριβώς συμπλέκονται και οι δύο φύσεις του χώρου: η υλική και η άυλη.

Συχνά στις κινηματογραφικές ταινίες χρησιμοποιείται το εννοιολογικό δίπολο «βάθος» (το πόσο δυσπροσπέλαστος είναι κάποιος χώρος) ως συνάρτηση ένδειξη κοινωνικού status.
Στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα παρατηρείται διαδοχή χώρων και μικρό βάθος. Ο θεατής, μέσω της κάμερας, κινείται παντού και τα βλέπει όλα: βλέπει τον ήρωα που πάσχει ή και σε άλλες ιδιαίτερες στιγμές του, όχι μόνο στο καθημερινό αλλά και στο υπνοδωμάτιο, στην κουζίνα και ίσως και σε άλλους χώρους. Τους φτωχούς τους βλέπουμε κάνοντας στο σπίτι μία οριζόντια τομή. Η διείσδυση είναι εύκολη και αδιάκριτη.
Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα η τομή είναι κατακόρυφη, μένουμε στα «ρηχά». Η προσπέλαση στους χώρους του σπιτιού γίνεται επιλεκτι-κά. Μαθαίνουμε μόνο ό,τι «επιτρέπεται» και από τα συμφραζόμενα. Η διείσδυση στο υπνοδωμάτιο του οικοδεσπότη ελέγχεται αυστηρά ακόμη και για τα οικεία πρόσωπα. Δεν διεισδύουμε στους προσωπικούς χώρους ούτε καν ως «αόρατο μάτι» μέσω της κινηματογραφικής κάμερας. Στα πλούσια σπίτια υπάρχουν άδυτα και αυτό εξηγεί εν μέρει το γεγονός ότι η σύνθεση του χώρου προσφέρεται να διαμορφωθεί αποσπασματικά και όχι ως ενιαίο σκηνικό.
Η έννοια του «βάθους» προσδίδει πλεονέκτημα κυριαρχίας στον οικοδεσπότη σε στιγμές διαπραγμάτευσης της «αλήθειας» (ταυτότητας των υποκειμένων), όταν αυτή δεν εξελίσσεται στο «επίκεντρο των συναναστροφών», που εξ ορισμού ευνοεί περισσότερα οπτικά πεδία (isovists), δηλαδή στο πολυλειτουργικό τραπέζι για τους «φτωχούς» και στον καναπέ με τις πολυθρόνες για τους «πλούσιους».

Στην ταινία «ο Αριστείδης και τα κορίτσια του» (1964) η κάτοψη «καρικατούρα» με το μακρύ διάδρομο στο χώρο υποδοχής λειτουργεί για μια και μόνο αιτία: να φανεί πόσο δυσπρόσιτος είναι ο χώρος του αυστηρού πατέρα-γυμνασιάρχη. Το γραφείο του βρίσκεται όχι μόνο στην κατάληξη μίας τελετουργικής αξονικής πορείας αλλά επίσης στο χώρο που ελέγχει το πέρασμα στα υπνοδωμάτια. Κατέχει δηλαδή το προνόμιο να βρίσκεται «βαθιά» αλλά παράλληλα να είναι ελεγκτικά τοποθετημένος. Ο καναπές, με την πλάτη του στραμμένη προς το καθιστικό, οριοθετεί το χώρο του γραφείου, όμως αφήνει το όριο «διαφανές» ώστε να επιτρέπεται ο έλεγχος του περάσματος προς τα υπνοδωμάτια. Βέβαια αυτό προκύπτει μετά από ανάλυση γιατί στο θεατή όπως παρουσιάζεται κινηματογραφημένος ο χώρος, δεν γίνεται αντιληπτό το ζήτημα του περιττού διαδρόμου ή το δυσλειτουργικό της κάτοψης.

Στις ταινίες υπάρχουν στοιχεία που αποτελούν μέρος του μοντέλου του οικιακού χώρου, τα οποία κανείς δεν μπορεί ούτε να αμφισβητήσει ούτε και να κλονίσει. Πρόκειται για τα στοιχεία που είναι ορατά και μετρήσιμα και αυτό επαληθεύεται πέραν κάθε αμφιβολίας. Αυτά αποτελούν το πάγιο μέρος του μοντέλου. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα στοιχεία του ιδίου μοντέλου, που, χωρίς να βρίσκονται σε αντιδιαστολή με το πάγιο μέρος του, αφορούν στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του χώρου και η αξιολόγησή τους εξαρτάται από το υποκείμενο που θα προβεί στη διαδικασία αυτή. Πρόκειται για τα διλήμματα, τα οποία κατά κύριο λόγο συνοδεύονται από αισθήματα άγχους και αγωνίας. Ένα από αυτά τα κεντρικά διλήμματα περί χώρου συσχετίζεται με την τυπολόγηση της «ανοιχτής» κάτοψης, όπως στοιχειοθετείται μέσα από το πρίσμα του μικρομεσαίου κοινωνικού στρώματος: πρόκειται για ένα εργαλείο αποκωδικοποίησης ταυτοτήτων, πραγμάτων και συμπεριφορών ή μήπως πρόκειται για ένα πεδίο διαπραγμάτευσης και θεάτρου; Ο μικροαστός έχει συνηθίσει ένα μοντέλο χώρου, όπου κάθε πράγμα έχει τη θέση του και τακτικό σπίτι σημαίνει ότι ο καθένας χρησιμοποιεί το χώρο του σεβόμενος το χώρο του άλλου. Ζει σε χώρους κλειστούς, συμμετρικούς, τακτοποιημένους, «περιχαρακωμένους». Το αρχετυπικό αυτό μοντέλο κλονίζεται όταν προσπαθεί να φανταστεί τη διαβίωσή του σε «ανοιχτή» κάτοψη και ταυτόχρονα να αντιληφθεί σε τι ο τρόπος ζωής του διαφέρει από εκείνον των πλουσίων. Στο μυαλό του φαντασιώνεται την «ανοιχτή» κάτοψη και αναζητάει τη σημασία της. Είναι απλώς ανοιχτή; Και σ΄ αυτό ακριβώς το σημείο ανατρέπονται οι κανόνες που μέχρι τώρα γνώριζε. Στην «ανοιχτή» κάτοψη ο «πλούσιος» χειρίζεται το χώρο για να δείξει πώς μπορεί να ελέγχει τα πάντα θεατρικά. Κανένα πράγμα δεν έχει συγκεκριμένη θέση εάν κάποιος δεν αποφασίσει γι’ αυτό. Όλα βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση. Αλλά αυτό, για τον μικροαστό είναι ανατροπή. Δεν έχει ακόμη αφομοιώσει τι σημαίνει να είναι όλα υπό διαπραγμάτευση αφού έχει συνηθίσει με την απόλυτη τάξη να δείχνει ότι είναι εντάξει. Δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται τη νέα αυτή αντίληψη. Μπερδεύεται. Μοιάζει ανερμάτιστος.

Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι η «ανοιχτή» κάτοψη, χαρακτηριστικό σύμβολο των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, είναι πεδίο διαπραγμάτευσης και θεάτρου, όπου κατά περίσταση επιτρέπει την εφαρμογή κανόνων «ορατής» ή «αόρατης παιδαγωγίας». Ο φτωχός που λειτουργεί με οικείο τρόπο στην «κλειστή» κάτοψη με κανόνες «ορατής» παιδαγωγίας, χάνει τον έλεγχο όταν βρεθεί στο περιβάλλον του πλούσιου, στην «ανοιχτή» κάτοψη, όπου ισχύουν κανόνες «αόρατης» παιδαγωγίας και οι όροι χειρισμού της συμπεριφοράς είναι ασαφείς. Όσο κατερχόμαστε τα κοινωνικά στρώματα, η τυπολόγηση του χώρου τείνει προς την «κλειστή» υποδιαιρεμένη κάτοψη.
Αποδεικνύεται δηλαδή και μέσα από αυτόν τον τρόπο συλλογισμού ότι το εννοιολογικό τρίπολο «είδος χώρου – κανόνες συμπεριφοράς – κοινωνική διαστρωμάτωση» υλοποιούμενο σε συνθήκες πραγματικότητος παίρνει κάθε φορά τη μία από τις παρακάτω δύο τιμές: «κλειστή κάτοψη / ορατή παιδαγωγία / χαμηλό κοινωνικό στρώμα» είτε «ανοιχτή κάτοψη / αόρατη παιδαγωγία / ανώτερο κοινωνικό στρώμα».