Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Μετατόπιση της αντίληψης της έννοιας της φαντασίας δια μέσω του χρόνου

Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Το Αδιανόητο Τίποτα» (Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού), Δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήναι Απρίλιος 2010, και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Ο αποκλεισμός της φαντασίας ζωή της προσευχής» (σελ. 424-425).

Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς το πατερικό λεξικό του Lampe στα σχετικά λήμματα και θα το διαπιστώσει. Η «φαντασία» κι εκεί εξακολουθεί να δηλώνει την παράσταση χωρίς αντίκρισμα στην πραγματικότητα, συνυφαίνεται μάλιστα με το ρήμα «φαντασιάζω», ενώ το «φαντάζω, -ομαι» παραπέμπει στην αυταπάτη, το «φαντασιόω» έχει την έννοια του πλάθω εικόνες με τον νου και το «φάσμα» σημαίνει την εικόνα χωρίς απτό περιεχόμενο – το φάντασμα. Η αυθαίρετη υπόσταση της φαντασίας–εικόνας με όλες τις ανεπιθύμητες παραδηλώσεις του «φάσματος-φαντάσματος», που γνώριζε ήδη ο Αισχύλος …, επανέρχεται με δεσποτική έμφαση, αφού μόνο μιαρό χαρακτήρα μπορούσε να έχει στην Ανατολή κάθε είδους μορφή υποκειμενικής ή μάλλον ψυχόρμητης βεβαιότητας και αλήθειας.
Να σημειώσω εν παρόδω ότι στην Δύση (πρβλ. για τα επόμενα το άρθρο «Phantasia» του Jean-Louis Labarièrre στο Vocabulaire Européen des Philosophies, Paris 2004) όλα ξεκινούν με τον Κικέρωνα, ο οποίος με imago εννοεί το προσωπογράφημα και με imaginatio την παράσταση ενός αντικειμένου ασχέτως της υλικής του φανερώσεως. Πρόκειται για την εικόνα της οράσεως και όχι για πνευματικό απείκασμα χωρίς αναγωγή σε αντικείμενο. Imago γι’ αυτόν σημαίνει την εικόνα αλλά και τη διανοητική παράσταση για μνημοτεχνική χρήση. Επίσης imitor θα πει: εικονίζω και μιμούμαι, ενώ imaginosus είναι το υποκείμενο φαντασιώσεων. Όταν μάλιστα ο Κικέρων επιχειρεί να μεταφέρει στα λατινικά την στωική «φαντασία» υπό την έννοια εικόνας ορισμένου αντικειμένου, ανατρέχει στο visum, την όψη του πράγματος, αλλά και στο visio ή το imago, προκειμένου να δηλώσει το απείκασμα.
Λίγο αργότερα ο Κοϊντιλιανός θα αποδώσει με imaginor και imaginatio τις όψιμες σημασίες των «φαντάζω» και «φαντασία», εξηγώντας πώς οι Έλληνες αποκαλούν «φαντασία» την visio, δηλαδή την ικανότητα να αναπαριστά κανείς άφαντα πράγματα σαν να τα βλέπει μπροστά του.
Τον 13ο αιώνα ο Γουλιέλμος ντε Μπαίρμπεκε θα αφήσει την «φαντασία» αμετάφραστη, ο δε Θωμάς Ακινάτης θα χρησιμοποιήσει την imaginatio με την έννοια του «φάσματος / φαντάσματος» και θα πλάση εκείνο το phantasiantur, που αποτυπώνει χαρακτηριστικά την αμήχανη ανάγκη του να εκφράσει την ενδεχόμενη αυτονομία των εσωτερικών εικόνων την ώρα που η «φαντασία» μένει ακόμη προσκολλημένη στην αισθητή φανέρωση (apparitio).
Τον επόμενο αιώνα ο Έκχαρτ αρχίζει να κατανοεί την εικόνα δυναμικά, σαν αυθύπαρκτη οντότητα.
Με την Αναγέννηση η πιστή αναπαράσταση συνδυάζεται με την φαντασία, για να δώσει την μεταφορική εικόνα και το αυτόνομο σύμβολο.
Έως τον 17ο αιώνα δεν γινόταν διάκριση ανάμεσα σε αναπαραστατικές και δημιουργικές εικόνες. Όμως ο Ντεκάρτ (πρβλ. Regulae XII, 10) συνέδεσε την φαντασία με την ικανότητα επινοήσεως «νέων μορφών», ο δε Καντ την ανέδειξε σε θεμέλιο της αισθήσεως στην υπηρεσία του νου, ενώ με τον Φίχτε η ένταση μεταξύ αναπαραστατικής και δημιουργικής δυνατότητας της σκέψεως κατέληξε στην αναγνώριση της ποιητικής φαντασίας ως προβολής του Εγώ στην εικόνα, η οποία τώρα τείνει να ενώσει καθ’ εαυτήν το πέρας με το άπειρο. Η φαντασία έτσι έφθασε να αποτελεί γνώρισμα του προικισμένου ανθρώπου, εκεί που την ξέραμε σαν σύμπτωμα το παθολογικού.

Σημείωση: Λόγω αδυναμίας χρήσης πολυτονικής γραμματοσειράς, και προκειμένου να αποδοθεί το πρωτότυπο κείμενο με μία ελάχιστη γλωσσολογική συνέπεια, έγινε μεταγραφή του στη δημοτική γλώσσα. Η διαμόρφωση των παραγράφων και η έμφαση των λέξεων έγιναν σύμφωνα με το πνεύμα της παρούσας δημοσίευσης.