Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Σαρακοστιανά αρτύσιμα κεράσματα

Χαίρομαι που επιτέλους τελείωσε η Μεγάλη Σαρακοστή και ο Χριστός έφυγε... Γλίτωσε ακόμη μία φορά από την υποκρισία και την κακία όλων ημών:
(α) αυτών που ανοιχτά Τον καταδιώκουν διαχρονικά,
(β.) των για προφανείς λόγους λίαν επικίνδυνων του είδους: των «ψευτοχριστιανών» ή οικουμενιστών (κατά τον Ιουστίνο Πόποβιτς),
(γ.) αυτών που θρησκειοποίησαν το εκκλησιαστικό γεγονός εξασφαλίζοντας έτσι μία «αριθμημένη θέση» στο μετά θάνατο «αμφιθέατρο», και τέλος
(δ.) των ολιγόψυχων και βολεμένων, που, ενώ είχαν την ευκαιρία να Τον γνωρίσουν, τελικά παραμένουν είτε άβουλοι είτε απείθαρχοι («Ούτως ότι χλιαρός εί, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου» – Αποκάλυψη Γ’, 16).
Πόσες φορές θα χρειαστεί να έρθει και να ξαναέρθει μέχρι κάτι επιτέλους να «καταλάβουμε». Στο κάτω-κάτω, για το συμφέρον μας πρόκειται… Ακόμα κι ο Ρωμαίος Τιβέριος το αντιλήφθηκε και γι’ αυτό τιμώρησε τον Πιλάτο. Εμείς όμως απομακρυνόμαστε, ενεργώντας κάθε φορά και με μεγαλύτερη οίηση, όλο και περισσότερο εις βάρος ακόμα και αυτού του μικρονοϊκού μας συμφέροντος! Μα πότε επιτέλους θα διαφοροποιηθούμε από την κοσμικότητα της εποχής μας. Πότε θα ρισκάρουμε να γίνουμε αποσυνάγωγοι, με κάθε κόστος!
Τα παρακάτω Σαρακοστιανά αρτύματα προσφέρονται με ζείδωρη ελπίδα, λίγο ετεροχρονισμένα, ως «διατροφικό συμπλήρωμα», αντίδοτο σε «καλπάζουσα νεοπλασία». Γιατί η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία. Απλούστατα δεν πεθαίνει ποτέ!...

Χαιρετισμοί
Ρήτορας πολυφθόγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε· 
απορούσι γαρ λέγειν το πώς και Παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας·
ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν·
χαίρε σοφίας Θεού δοχείον, χαίρε προνοίας αυτού ταμείον,
χαίρε φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα,
χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί
χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα, χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα,
χαίρε βυθού αγνοίας εξέλκουσα, χαίρε πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα,
χαίρε ολκάς των θελόντων σωθήναι, χαίρε λιμήν των του βίου πλωτήρων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κυριακή των Βαΐων
Ψαλμός ΛΖ’ (37): Κύριε, μη τώ θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τή οργή σου παιδεύσης με.
Ψαλμός ΡΒ’ (102): …, εμνήσθη ότι χους εσμέν· Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’, 18-43: … πάντα, όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’:
(42.) ... λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταίς γραφαίς, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;
(43.) διά τούτο λέγω υμίν ότι αρθήσεται αφ’᾿υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής·

Ευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου,
πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισέ μοι τω σω δούλω.
Ναι Κύριε Βασιλεύ,
δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου·
ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μεγάλη Δευτέρα
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΒ’, 15-46:
(21.) … απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τώ Θεώ.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΓ’, 1-39:
(5. ) Πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις ...
(12.) Όστις δε υψώσει εαυτόν  ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται ...
(13.) … Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαισαίοι υποκριταί, …
(23.) … ταύτα έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι. Οδηγοί τυφλοί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες ...
(28.) Ούτω και υμείς, έξωθεν μεν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι, έσωθεν δε μεστοί εστε υποκρίσεως και ανομίας ...
(33.) Όφεις, γεννήματα εχιδνών! πώς φύγητε από της κρίσεως της γεέννης;
(37.) Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους τους απεσταλμένους προς αυτήν!
(39.) Λέγω γαρ υμίν, ου μη με ίδητε απ’ άρτι έως αν είπητε· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Την ώραν, ψυχή, του τέλους εννοήσασα και την εκκοπήν της συκής δειλιάσασα, το δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως έργασαι, ταλαίπωρε, γρηγορούσα και κράζουσα· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Τι ραθυμείς, αθλία ψυχή μου; Τι φαντάζη ακαίρως, μερίμνας αφελείς;. Τι ασχολής προς τα ρέοντα; Εσχάτη ώρα εστίν απ’ άρτι, και χωρίζεσθαι μέλλομεν των ενταύθα· έως καιρόν κεκτημένη, ανάνηψον κράζουσα· Ημάρτηκά σοι Σωτήρ μου· μη εκκόψης με, ώσπερ την άκαρπον συκήν, αλλ’ ως εύσπλαχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Ιωάννου μοναχού: Ο της ψυχής ραθυμία νυστάξας, ου κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα την εξ αρετών, και νεάνισιν ωμοιώθην μωραίς, εν καιρώ της εργασίας ρεμβόμενος τα σπλάγχνα των οικτιρμών σου, μη κλείσης μοι Δέσποτα· αλλ’ εκτινάξας μου τον ζοφερόν ύπνον, εξανάστησον, και ταις φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, εις νυμφώνα τον σον, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, και βοώντων απαύστως· Κύριε δόξα σοι.

Έγνως άγονε ψυχή, του πονηρού οικέτου το υπόδειγμα, φοβού και μη αμέλει του χαρίσματος, ου εδέξω, ουχ ίνα κατακρύψης εις γην, αλλ' ίνα εμπορεύση.

Τού κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν, ακούσασα ψυχή, μη κρύπτε λόγον Θεού, κατάγγελλε τα θαυμάσια αυτού, ίνα πλεονάζουσα το χάρισμα, εισέλθης, εις την χαράν του Κυρίου σου.

Ιδού σοι το τάλαντον, ο Δεσπότης εμπιστεύει ψυχή μου, φόβω δέξαι το χάρισμα, δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς, και κτήσαι φίλον τον Κύριον, ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής. Είσελθε δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ τον πλανηθέντα, διά το μέγα σου έλεος.

Μεγάλη Τρίτη
Tον Νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με.

Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον.

Ποίημα Κασσιανής μοναχής: Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μεγάλη Τετάρτη (ακολουθία του Αγίου Ευχελαίου)
Προς Κορινθίους Α΄Επιστολή Παύλου, κεφ. ΙΓ’, 1-8:
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι.
και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία·
πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Η’, 20: …· αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη.

Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου, κεφ. ΣΤ’, 2: Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, …

Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολή Παύλου, κεφ. Ε’, 21:  … πάντα δε δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Θ’, 9-14:
(12.) … ου χρείαν έχουσι οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες.
(13.) Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν· έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.

Μεγάλη Πέμπτη
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον:
(ΙΔ’ 6) Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή· …
(ΙΔ’ 12) … ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα, ά εγώ ποιώ, κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει· …
(ΙΕ’ 5) Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα.
(ΙΕ’ 7) Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ό εάν θέλητε αιτήσεσθε, και γενήσεται υμίν.
(ΙΕ’ 12 & 17) …  αγαπάτε αλλήλους
(ΙΕ’ 22) Ει μη ήλθον και ελάλησα αυτοίς, αμαρτίαν ουκ είχον· νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτίας αυτών.
(ΙΣΤ’ 23) … όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τώ ονόματί μου, δώσει υμίν.
(ΙΣΤ’ 24) Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τώ ονόματί μου· αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών ή πεπληρωμένη.
(ΙΣΤ’ 33) Εν τώ κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κόσμον.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’:
(17.) Λέγει ουν η παιδίσκη η θυρωρός τώ Πέτρω. Μη και συ εκ των μαθητών εί του ανθρώπου τούτου; Λέγει εκείνος· Ουκ ειμί. …
(25.) Είπον ουν αυτώ· Μη και συ εκ των μαθητών αυτού ει; Ηρνήσατο εκείνος και είπεν· Ουκ ειμί.
(26.) Λέγει είς εξ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ών ού απέκοψε Πέτρος το ωτίον· Ουκ εγώ σε είδον εν τώ κήπω με’ αυτού;
(27.) Πάλιν ουν ηρνήσατο ο Πέτρος, και ευθέως αλέκτωρ εφώνησεν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΣΤ’:
(61.) Ούτος έφη, δύναμαι καταλύσαι τον ναόν του Θεού και δια τριών ημερών οικοδομήσαι αυτόν.
(62.) Και αναστάς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Ουδέν αποκρίνη; τι ούτοί σου καταμαρτυρύσιν;
(63.) Ο δε Ιησούς εσιώπα. Και αποκριθείς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Εξορκίζω σε κατά του Θεού του ζώντος ίνα ημίν είπης, ει συ εί ο Χριστός ο Υιός του Θεού.
(64.) Λέγει αυτώ ο Ιησούς· Συ είπας· πλην λέγω υμίν, απ’ άρτι όψεσθε τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού.
(65.) Τότε ο Αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτιά αυτού λέγω ότι εβλασφήμησε· τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;
(69.) Ο δε Πέτρος έξω εκάθητο εν τη αυλή·· και συ ήσθα μετά Ιησού του Γαλιλαίου.
(70.) Ο δε ηρνήσατο έμπροσθεν πάντων, λέγων· Ουκ οίδα τι λέγεις.
(71.) εξελθόντα δε αυτόν εις τον πυλώνα είδεν αυτόν άλλη και λέγει αυτοίς· εκεί και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου.
(72.) και πάλιν ηρνήσατο μεθ’ όρκου ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον.
(73.) μετά μικρόν δε προσελθόντες οι εστώτες είπον τω Πέτρω· αληθώς και συ εξ αυτών ει· και γαρ η λαλιά σου δήλόν σε ποιεί.
(74.) τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε.
(75.) και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.

Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια , την τιμήν του τετιμημένου, όν ετιμήσαντο  από υιών Ισραήλ. Γρηγορείτε κα προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής· δια τούτο γρηγορείτε.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’, 28-40 & ΙΘ’, 1-16:
(33.) Εισήλθεν ουν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;
(34.) Απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· Αφ’ εαυτού σύ τούτο λέγεις, ή άλλοι σοί είπον περί εμού;
(38.) Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Τι εστίν αλήθεια;

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(3.) Τότε ιδών Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερεύσι και τοις πρεσβυτέροις
(4.) λέγων· ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον. οι δε είπον· τι προς ημάς; συ όψει.
(5.) και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε, και απελθών απήγξατο.
(6.) οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια είπον· ουκ έξεστι βαλείν αυτά εις τον κορβανάν, επεί τιμή αίματός εστι.
(7.) συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις·
(8.) διό εκλήθη ο αγρός εκείνος αγρός αίματος έως της σήμερον.
(9.) τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ,
(10.) και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος. 
(11.) Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν του ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε Ιησούς έφη αυτώ· συ λέγεις.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο ΙΕ’:
(22.) Καί φέρουσιν αυτόν επί Γολγοθά τόπον, ο εστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.
(29.) Καί οι παραπορευόμενοι εβλασφήμουν αυτόν κινούντες τας κεφαλάς αυτών και λέγοντες· ουά, ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών!
(30.) σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού.
(31.) ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον· άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι.
(32.) ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ. και οι συνεσταυρωμένοι αυτώ ωνείδιζον αυτόν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(33.) Τω καιρώ εκείνω ελθόντες οι στρατιώται εις τόπον λεγόμενον Γολγοθάν, ός εστί λεγόμενος Κρανίου τόπος, έδωκαν αυτώ πιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον· και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού βαλλόντες κλήρον· …
(46.) Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων· Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί; τουτέστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;

Ρωμανός ο Μελωδός (εις το Πάθος του Κύριου και εις το Θρήνο της Θεοτόκου):
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον, ηκολούθει Μαρία
τρυχομένη μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα·
Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν δρόμον τελείς;
Μη έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά, κακεί νυνί σπεύδεις,
ίνα εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
Συνέλθω σοι, τέκνον, η μείνω σε μάλλον;
Δος μοι λόγον, Λόγε, μη σιγών παρέλθης με,
ο αγνήν τηρήσας με.
Συ γαρ υπάρχεις ο Υιός και θεός μου.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ΙΘ’, 38-42:
(38.) … ηρώτησε τον Πιλάτον Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (ών μαθητής του Ιησού, κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων), ίνα άρη το σώμα του Ιησού και επέτρεψεν ο Πιλάτος. Ήλθεν ουν και ήρε το σώμα του Ιησού. Ήλθε δε και Νικόδημος ο ελθών προς τον Ιησούν νυκτός το πρώτον, …

Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τώ Σταυρώ, φόβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (ΚΖ’):
(62.) Τη δε επαύριον, ήτις εστί μετά την παρασκευήν, συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι προς Πιλάτον
(63.) λέγοντες· κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων, μετά τρεις ημέρας εγείρομαι.
(64.) κέλευσον ούν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών· και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.
(65.) έφη αυτοίς ο Πιλάτος· έχετε κουστωδίαν· υπάγετε ασφαλίσασθε ως οίδατε.
(66.) οι δε πορευθέντες ησφαλίσαντο τον τάφον σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας.

Μεγάλη Παρασκευή
Τάδε λέγει Κύριος τοις Ιουδαίοις· Λαός μου, τι εποίησά σοι ή τι σοι παρηνώχλησα; τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι, και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν∙ αντί του ύδατος όξος· αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε. Ουκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τα έθνη κακείνα με δοξάσουσι συν τω Πατρί και τω Πνεύματι· καγώ αυτοίς δωρήσομαι ζωήν την αιώνιον.

Λαός δυσσεβής και παράνομος, ίνα τι μελετά κενά;
ίνα τι την ζωήν των απάντων θανάτω κατεδίκασε;
Μέγα θαύμα! ότι ο Κτίστης του κόσμου,
εις χείρας ανόμων παραδίδοται,
και επί ξύλου ανυψούται ο φιλάνθρωπος,
ίνα τους εν Άδη δεσμώτας ελευθερώση, κράζοντας·
Μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι.

Μεγάλο Σάββατο
Και συναχθέντες μετά των πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες αργύρια ικανά έδωκαν τοις στρατιώταις λέγοντες· είπατε ότι οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων. Και εάν ακουσθή τούτο επί του ηγεμόνος, ημείς πείσομεν αυτόν και υμάς αμερίμνους ποιήσομεν.

Κατηχητικός Λόγος αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως. 
Ει τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. 
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον. 
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. 
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. 
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω˙ και γάρ ουδέν ζημειούται. 
Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.
Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη˙ και γαρ κατηργήθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεπαίχθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεκρώθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ καθηρέθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ εδεσμεύθη. 
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν. 
Έλαβε γην και συνήντησεν ουρανώ. 
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι. 
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. 
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. 
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. 
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος. 
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. 
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.