Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ναοδομία ως πρωταρχική έκφραση της μεταφυσικής τάσης του ανθρώπου (2)

1.2. Τα Μεταφυσικά Συναισθήματα

Όταν αναφερόμαστε στα μεταφυσικά συναισθήματα εννοούμε τις θυμικές καταστάσεις που γεννώνται από τη συνείδηση της όλης υπάρξεως και θέσεώς μας στο σύμπαν. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να είναι είτε θρησκευτικά είτε φιλοσοφικά. Στην προκειμένη περίπτωση μας ενδιαφέρουν κατ' εξοχήν τα θρησκευτικά.
Η βάση και ο πυρήνας των θρησκευτικών συναισθημάτων είναι η συγκίνηση, η οποία προέρχεται από τη βίωση του πεπερασμένου της ανθρώπινης υποστάσεως εν συγκρίσει προς την άπειρη δύναμη, η οποία εμφανίζεται στο σύμπαν και την οποία το ανθρώπινο ον βιώνει ως «θείον». Ακριβώς αυτή η βίωση του θείου δημιουργεί συναισθήματα ευοίωνα, ότι στο βάθος της υπάρξεως υπάρχει κάτι όχι το χαώδες αλλά κάτι «υπέροχο», το οποίο νοείται ως «φως απρόσιτο» και αντιτίθεται προς το ανθρώπινο γήινο στοιχείο.
Η αντίληψη της διαφοράς αυτής μεταξύ του θείου και του ανθρώπινου στοιχείου προκαλεί το συναίσθημα της ταπείνωσης και της ευλάβειας αλλά και τα συναισθήματα του φόβου και του δέους προς το «υπέροχο», αυτού του tremendum. Η αναζήτηση του θείου με απώτερο σκοπό την ένωση με αυτό γεννά στην ψυχή τα συναισθήματα του θάμβους, του ακατάληπτου και του αρρήτου. Πρόκειται για κάτι το οποίο υπερβαίνει τις ανθρώπινες γνωστικές δυνάμεις, είναι επέκεινα της γνώσης, και για το οποίο μόνο συμβολισμοί μπορούν να εκφραστούν.[1] Η συνείδηση του θείου μεγαλείου προκαλεί συναισθήματα γοητείας και έλξης, τα οποία ακολουθούνται από συναισθήματα ησυχασμού (quietismus), γαλήνης (tranquillitas), αγιασμού (sanctitas), εμπνεύσεως (inspiratio) και αποκαλύψεως (revelatio). Προκύπτει επομένως η ανάγκη έκφρασης των ανωτέρω συναισθημάτων δια ιδεών, συμβόλων και λατρευτικών πράξεων.

1.3. Μορφές Εκδήλωσης της Θρησκείας

Η μεταφυσική συγκίνηση ανακοινώνεται αμοιβαίως από τα άτομα και γίνεται επομένως υπόθεση της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας, δηλαδή της κοινωνίας. Η συγκίνηση, εφόσον θεωρείται ότι προέρχεται από μια υπέρτατη δύναμη, γεννά ένα μυστηριακό στοιχείο, το οποίο αποτελεί τη συναισθηματική έκφραση της θρησκείας. Παράλληλα, η συγκίνηση αυτή εκφράζεται δια παραστάσεων, συμβόλων, μύθων, δογμάτων και διδασκαλιών, τα οποία αποτελούν τη λογική έκφραση της θρησκείας. Τέλος, οδηγεί την κοινωνική ομάδα σε πράξεις και τελετές λατρείας, οι οποίες αποτελούν τη βουλητική έκφραση της θρησκείας.
Οι τρεις παραπάνω μορφές εκδήλωσης της θρησκείας εμφανίζονται σε όλες τις εποχές, από την πρωτόγονη μέχρι τη σημερινή, παρ' όλες τις παραλλαγές ως προς το περιεχόμενό τους. Θρησκεία χωρίς τελετές και δόγματα δεν έχει μέχρι σήμερα υπάρξει.[2]
Τα άτομα που ειδικεύονται στη διακονία της λατρείας συγκροτούν το ιερατείο. Οι τόποι που καθιερώθηκαν για την επιτέλεση θρησκευτικών τελετών αποτελούν τα ιερά άλση, τους βωμούς και τους ναούς.[3]


1.4. Μορφές Θρησκευτικότητας

Η κάθε θρησκεία στην εξελικτική της πορεία διέρχεται από τρεις (3) φάσεις, με την ακόλουθη σειρά διαδοχής: τον μυστικισμό, την κλασική εποχή, και τον λογικισμό. Παρατηρείται δηλαδή ότι το μυθικό θρησκευτικό στοιχείο υποχωρεί βαθμηδόν έναντι του λογικού (ορθολογικού) στοιχείου, το οποίο ολοένα και διαδίδεται περισσότερο. Γι’ αυτό και κατά κανόνα, τελευταία φάση μιας θρησκείας είναι το στάδιο του λογικισμού.
Επί παραδείγματι, στην αρχαία ελληνική θρησκεία εμφανίζεται αρχικά ο μυστικισμός (με τα μαντεία, τα μυστήρια, και τον Ορφισμό), ακολουθεί η κλασική εποχή (με τη οργανωμένη λατρεία στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο), και τέλος κυριαρχεί ο λογικισμός (μέχρι τους Αλεξανδρινούς χρόνους). Στην ιουδαϊκή θρησκεία εμφανίζεται πρώτα ο μυστικισμός (με τους προφήτες), ακολουθεί η κλασική εποχή (με τη διαμόρφωση της λατρείας και τους ψαλμούς), και τέλος η μετάλλαξη σε λογικισμό με την προσκόλληση στον Ιουδαϊκό νόμο και τις ερμηνείες που έδιναν σ’ αυτόν οι διάφοροι νομοδιδάσκαλοι. Τέλος, στον χριστιανισμό εμφανίζεται και εδώ πρώτα ο μυστικισμός (κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, τους πρωτοχριστιανικούς), ο οποίος ακολούθως διέρχεται την κλασική του εποχή (τον 4ο μ.Χ. αιώνα, οπότε καθιερώνεται πλέον επίσημα ο χριστιανισμός και εμφανίζονται οι πρώτοι μεγάλοι Πατέρες), για να τον διαδεχθεί ο λογικισμός, ο οποίος παρουσιάζεται κατά την περίοδο των δογματικών ερίδων.


Σημειώσεις:

[1] Ο Πλωτίνος, ο τελευταίος μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και θεμελιωτής του νεοπλατωνισμού, τόνισε κατ' εξοχήν ότι το πρωταρχικό “εν” είναι υπέρ παν άλλο ον (επέκεινα της ουσίας) και δεν είναι δυνατόν να του αποδώσουμε απολύτως καμία ιδιότητα. Είναι αδιανόητο και αδιάγνωστο και μπορούμε γι' αυτό να πούμε μόνο “ότι δεν είναι” παρά “ότι είναι”. Ούτε εκφραστική διατύπωση ούτε επιστήμη εν σχέσει προς το “εν” αποτελεί ψεύδος (Πέμπτη Εννεάς, κεφάλαιο 4). Κατά την αντίληψη του Πλωτίνου, δεν είναι δυνατόν να νοήσει κανείς το εν και το αγαθόν διότι θα υπάρξουν δύο όντα: η ανθρώπινη νόηση αφ' ενός και το αγαθόν αφ' ετέρου. Η νοητική προσθήκη δεν θα είναι παρά μείωση και στέρηση του αγαθού. Ο εκκλησιαστικός πατέρας του 4ου αιώνα Γρηγόριος Νύσσης γράφει σε έναν ύμνο του:
«ω πάντων επέκεινα τι γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν;
(= με ποιο άλλο χαρακτηρισμό είναι δίκαιο να σε εξυμνώ ;)
πώς λόγος υμνήσει σε; Συ γαρ λόγω ουδενί ρητόν.
πώς νόος αθρήσει σε ; Συ γαρ νόω ουδενί ληπτός.
μούνος εών άφραστος, επεί τέκες όσσα λαλείται
μούνος εών άγνωστος, επεί τέκες όσσα νοείται.»
(Migne, S.Gr.37, σελίδα 507)
Ο μεγάλος πατέρας της δύσης του 4ου με 5ο αιώνα μ. Χ. Αυγουστίνος παρατηρεί, προκειμένου περί του Θεού, ότι «είναι προτιμότερο να τηρούμε σιγή παρά να σκιαμαχούμε με λέξεις» (De doctrina Christiana I, 6).
[2] Τέτοια θρησκεία κήρυτταν και ζητούσαν οι φιλόσοφοι του διαφωτισμού του 18ου αιώνα, οι λεγόμενοι «ελευθερόφρονες» και «κήρυκες της φυσικής θρησκείας».
[3] Όσον αφορά τις τρεις αυτές μορφές εκδήλωσης της θρησκείας έχουμε να κάνουμε τα εξής σχόλια: ως προς την συναισθηματική δεν χωρεί άλλη επεξήγηση, πρόκειται ακριβώς για την πίστη προς το μυστηριακό στοιχείο. Όταν λέμε λογική πλευρά δεν εννοούμε βεβαίως ότι η θρησκεία εκδηλώνεται ορθολογικά, αυτό άλλωστε δεν αρμόζει στην θρησκεία. Εννοούμε όμως το σύνολο των ιδεών και των δογμάτων, στα οποία στηρίζεται η κάθε θρησκεία. Το στοιχείο αυτό είναι λογικό έστω και αν τα δόγματα είναι πολλές φορές άλογα (absurdum). Τέλος η βουλητική πλευρά είναι οι λατρευτικές πράξεις και οι τελετές διότι η πίστη, το βασικό αυτό στοιχείο της θρησκείας, δεν είναι παρά μία συγκατάθεση της βούλησης. Οι βυζαντινοί Πατέρες όρισαν ότι πίστη είναι «απολυπραγμόνητος συγκατάθεσις». Δέχομαι δηλαδή το θρησκευτικό δόγμα όπως είναι χωρίς περιττές ερευνητικές αναζητήσεις. Έτσι ορίζει την πίστη ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο κατ' εξοχήν διαμορφωτής του χριστιανικού ορθοδόξου δόγματος, στο έργο του «Έκδοσις της ορθοδόξου πίστεως», βιβλίο 4, κεφάλαιο 11. Αναφέρουμε τέλος τη ρήση που αποδίδεται στο Λατίνο εκκλησιαστικό πατέρα του 2ου μ. Χ. Αιώνα Τερτυλλιανό: «Credo quia absurdum», δηλαδή πιστεύω στο θρησκευτικό δόγμα ακριβώς επειδή είναι παράδοξο και παράλογο.






Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Η ναοδομία ως πρωταρχική έκφραση της μεταφυσικής τάσης του ανθρώπου (1)



Στο κείμενο αυτό επιχειρείται μία σύνδεση θεολογικών, και γενικότερα μεταφυσικών θεμάτων, με την υλική πραγματικότητα. Προσέγγιση δηλαδή της Φιλοσοφίας (θεωρούμενη με μία ευρύτερη αντίληψη και όχι στενά με την επιστημονική) με την Αρχιτεκτονική. Ας μην ξεχνάμε ότι εάν ο δημιουργός αρχιτεκτονικού προϊόντος δεν διακατέχεται από μία αυστηρά θεμελιωμένη φιλοσοφική σκέψη ίσως να έχει εκ προοιμίου αποτύχει, περιοριζόμενος στα πλαίσια της οικοδομικής διεκπεραίωσης.

Η αρχιτεκτονική δεν εξυπηρετεί μόνο πρακτική χρησιμότητα. Πρόκειται για καλλιτεχνία, η οποία παράγει έργα εμπνεύσεως και εκφράζει αιώνιες αξίες. Ειδικά η αρχιτεκτονική των ναών, εκτός του ότι είναι τέχνη είναι και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χριστιανική πίστη.
Η παρουσίαση αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη: Το πρώτο αναφέρεται στην μεταφυσική τάση του ανθρώπου και αποτελεί την θεωρητική τεκμηρίωση του κυρίου θέματος το οποίο θα ακολουθήσει. Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια ενδεικτική προσέγγιση στην έννοια του συμβόλου πριν εισέλθουμε στο κυρίως θέμα: τον κοσμολογικό συμβολισμό στη ναοδομία.

1. Η Μεταφυσική Τάση του Ανθρώπου

1.1. Η μεταφυσική ορμή του ανθρώπου

Η μεταφυσική ορμή του ανθρώπου μαζί με άλλες τρεις, την ορμή προς γνώση, την ορμή της αιδούς (ηθική ορμή) και την καλλιτεχνική ορμή, αποτελούν το σύνολο των πνευματικών ορμών, δηλαδή των έμφυτων εκείνων στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν κατ' εξοχήν το βιολογικό είδος «άνθρωπος» και δεν συναντώνται σε άλλους οργανισμούς κατώτερους από αυτόν.[1]
Οι τέσσερις παραπάνω πνευματικές ορμές εκφράζονται συλλογικά με την έννοια του πλατωνικού έρωτος διότι ο έρως αυτός είναι τάση και ανύψωση του ανθρώπου από την άγνοια στη γνώση της αλήθειας, από τη δυσμορφία στο κάλλος, από το ηθικώς κακό στο αγαθό και από το γήινο στο θείο.
Αν η ορμή προς γνώση έχει ως αφετηρία την λογική και ως σκοπό τη γνώση της αλήθειας, αν η ορμή της αιδούς έχει ως αφετηρία τον «πρακτικό λόγο», την ηθική συνείδηση και ως σκοπό την επιτέλεση του πρακτέου, και, αν τέλος η καλλιτεχνική ορμή έχει ως πηγή τη φαντασία και το συναίσθημα, σκοπό δε το κάλλος, η μεταφυσική εκκινεί είτε το συναίσθημα, και τότε δημιουργεί τη θρησκεία, είτε τη λογική σκέψη, οπότε δημιουργεί τη φιλοσοφία.[2]
Η μεταφυσική ορμή ως θρησκευτικό σκοπό έχει την ένωση με το Όλον, τη σύνδεση με το άπειρο της υπάρξεως, με το απόλυτο, το οποίο ταυτίζεται με το «θείον».
Είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου ότι ποτέ δεν φθάνει σε απόλυτη ικανοποίηση, ούτε με το ηθικό κατόρθωμα ούτε με το καλλιτέχνημα ούτε με τα γνωστικά επιτεύγματα. Όλα αυτά αποτελούν μεγάλα ανοίγματα της ψυχής και του πνεύματος του ανθρώπου προς την αιωνιότητα, δεν είναι όμως τέρματα. Η ζωή δεν λυτρώνεται με τη γνώση ούτε με την τέχνη ούτε με οτιδήποτε άλλο πεπερασμένο. Όσο περισσότερα γνωρίζει ο άνθρωπος τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το μέγεθος της αγνοίας του και τα πεπερασμένα του όρια. Η γνώση αφήνει πάντοτε κάτι έξω από τον εαυτό της, το άγνωστο.
Ο διχασμός του γνωστού και του αγνώστου ουδέποτε αίρεται. Γι' αυτό ακριβώς ο άνθρωπος αισθάνεται την τάση να προχωρήσει προς το απόλυτο, πέρα από διχασμούς, να ταυτίσει το είναι του με το «εν και παν», την «ουσία και την αρχή του παντός». Η έλξη αυτή της ψυχής προς την απόλυτη ενότητα,[3] από του «γιγνομένου επί το ον», από τα μεταβαλλόμενα στο σταθερό, παραπέμπει στην αληθινή θρησκεία.
Η τάση αυτή του ανθρώπου αποτελεί μία ανάγκη, μία ψυχική «χρεία», ανεξάρτητα από κάθε συγκεκριμένη μορφή και εκδήλωση της μεταφυσικής του αυτής ορμής.
Αφού λοιπόν ο άνθρωπος τόσο με την επιστήμη όσο και με την ηθική και την τέχνη παραμένει διχασμένος και ατελής, γεννιέται μέσα του η έλξη προς το απόλυτο, να βγει από το «είναι» του.[4]
Καθολικότερη μορφή της μεταφυσικής ορμής αποτελεί η θρησκευτικότητα. Η αρχαία φιλοσοφία διακήρυττε την καθολικότητα της ορμής αυτής συνεχώς, από των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων μέχρι του Σωκράτους, των Στωικών και του Πλουτάρχου.[5]
Στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το Βυζάντιο, θρησκεία και κράτος είχαν συνδεθεί. Η τύχη τους ήταν στενά συνυφασμένη.
Κατά την περίοδο του Ρομαντισμού, τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα, η θρησκευτικότητα αναγνωρίστηκε και πάλι σαν έμφυτο στοιχείο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.[6]
Οι μετέπειτα έρευνες της εθνολογίας, της λαογραφίας και της κοινωνικής ψυχολογίας επιβεβαίωσαν ακόμη μία φορά ότι η θρησκευτικότητα αποτελεί καθολικό γνώρισμα του ανθρώπου.[7]
Πιστεύουμε ότι ο ρόλος, τον οποίο έχει διαδραματίσει η θρησκεία στην ιστορία του πολιτισμού, είναι ανώτερος από κάθε άλλη ανθρώπινη εκδήλωση. Ο HOMO RELIGIOSUS συντάραξε τις μάζες και τους πολιτισμούς περισσότερο από τον HOMO SAPIENS. Η θρησκεία έχει το χαρακτηριστικό να υποβοηθάει και να προωθεί την ηθική ζωή διότι εμφανίζει τις ηθικές εντολές, δηλαδή το ηθικό καθήκον του ανθρώπου, σαν θείες επιταγές.[8] Κατ' αυτόν τον τρόπο η θρησκεία παρέχει ως ιδανικό την υποταγή της ύλης στο πνεύμα διότι η ηθικότητα έγκειται στο να υποτάσσει ο λόγος, ο «πρακτικός λόγος» κατά τον Καντ, τα πάθη.

Σημειώσεις

[1] Η διάκριση αυτή γίνεται αποδεκτή από την Ψυχολογία. Βλέπε: Σπετσιέρη Κων\νου , Η ψυχική ζωή του ανθρώπου, Αθήνα 1960, σ. 40-45
[2] Η φιλοσοφία είναι και δημιούργημα της ορμής προς γνώση.
[3] Όπως θα έλεγε ο Πλάτων: «ψυχής ολκός από του γιγνομένου επί το ον», Πολιτεία, Ζ 521 D.
[4] Αυτό ακριβώς είναι εκείνο, το οποίο ονομάζει ο Πλωτίνος «άπλωσιν» ή «ένωσιν». Την ταύτιση δηλαδή του γνωρίζοντος υποκειμένου με το γνωριζόμενο αντικείμενο. Θέλει έτσι να υποδηλώσει τις στιγμές της εκστάσεως, τις μυστικιστικές εκείνες στιγμές, κατά τις οποίες υποκείμενο και αντικείμενο ενώνονται σε ένα. [5] Βλέπε, προκειμένου για τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους: Jaeger Werner, Die theologie der Frühen Griechischen denker, Stuttgart 1953. Προκειμένου για τον Σωκράτη: Ξενοφώντος απομνημονεύματα Ι, 4, 16. Προκειμένου για τους Στωικούς: Cicero de Legibus I, 8, 24. Στο χωρίο αυτό ο Κικέρων λέει ότι «κανένα ον, πλην του ανθρώπου, δεν έχει την έννοια, την αντίληψη περί του Θεού. Αλλά και μεταξύ των ανθρώπων κανένας λαός δεν είναι τόσο αδάμαστος ούτε τόσο σκληρός ώστε, ακόμη και αν αγνοεί, να μην γνωρίζει ότι πρέπει να υπάρχει Θεός, ότι πρέπει να λατρεύει κάποιον Θεό’’. Τέλος ο Πλούταρχος (προς Κολώτην ΛΑ) μας λέει ότι: «μπορεί κανείς να βρει πόλεις χωρίς τείχη, χωρίς βασιλείς, χωρίς σπίτια, χωρίς χρήματα, χωρίς γνώση γραμμάτων, χωρίς θέατρα και γυμναστήρια, δεν υπάρχει όμως περίπτωση να δει κανείς πόλη, που να μην λατρεύει Θεό, να μην έχει ιερά, να μην εκτελεί την λατρεία και τις εν γένει λατρευτικές πράξεις προς εξευμενισμό του Θείου. Είναι αδύνατο να υπάρξει πολιτεία που να έχει καταργήσει την έννοια του Θεού.»
[6] Τούτο συνέβη κατ' εξοχήν στη Γερμανία όπου ο Johann Gottfried Herder, ο Johann Wolfgang Goethe επίσης οι ιδεοκράτες φιλόσοφοι Friedrich Wilhelm Schelling και Georg Wilhelm Friedrich Hegel και ο θεολόγος Friedrich Ernst Daniel Schleier-Macher διεκήρυτταν ότι ο άνθρωπος έχει μία έμφυτη τάση (religio) συνδέσεως με το άπειρο και το απόλυτο.
[7] Ο Brunschwicg στο έργο του “De la connaissance de soi”, Paris 1931, σελίδα 42, παρατηρεί: «Le sacré, mysterium, tremendum, correspond à un réflexe animal» (= Το όσιο και ιερό, το οποίο είναι τρομερό μυστήριο, ανταποκρίνεται σε μια έμφυτη ορμή).
[8] Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα που αποδίδει στη θρησκεία ο Immanuel Kant, στο έργο του “Die religion innerhale der grenzen der bloben vernunft”, (= η θρησκεία εντός των ορίων του απλού λόγου) IV, 229-230. Λέει ο Καντ ότι “θρησκεία είναι η αντίληψη, η θεώρηση όλων των ηθικών καθηκόντων μας ως θείων επιταγών.”


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (τελευταίο)

Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» ταξινομεί και διαβαθμίζει έννοιες σύμφωνα με τα τρία (3) εννοιολογικά επίπεδα του Panofsky ή αντίστοιχα τρεις (3) σχέσεις του υποκειμένου με το χώρο:
Η πρώτη αποτελεί την κατηγορηματική σχέση και καταγράφει το «τι βλέπουμε» (το «είναι», τη μορφή / κατηγόρημα ενός αντικειμένου). Π.χ. «αυτό είναι ποτήρι».
Η δεύτερη αποτελεί τη συναρτησιακή σχέση και περιγράφει τον τρόπο (την τεχνική) συγκρότησης ενός αντικειμένου, ελέγχοντας «πώς είναι αυτό που βλέπουμε» με μετρήσεις και αναφορές σε σχεδιαστικούς κανόνες. Π.χ. «αυτό είναι από πηλό».
Η τρίτη σχέση είναι η διαδικαστική και προσδιορίζει την οντότητα ενός αντικειμένου (τον τρόπο λειτουργίας του ή και τον λόγο ύπαρξής του). Ελέγχει δηλαδή «πώς λειτουργεί αυτό που βλέπουμε». Π.χ. «Αυτό είναι για να κάνω κάτι».

Η διαχείριση της πολυπλοκότητας του συστήματος μεταλλαγής της έννοιας του τύπου μπορεί να γίνει συμπληρωματικά ή και επαληθευτικά μέσα από διάφορα άλλα αντιληπτικά πλαίσια. Δύο από αυτά περιγράφονται συνοπτικά αμέσως παρακάτω, διότι κρίνεται ότι η αντιληπτική τους λογική προσεγγίζει αυτή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή».
Οι μέθοδοι αυτές διαχειρίζονται την έννοια του σχεδιασμού ως ένα σύνολο διαδικασιών που αφενός μεν συσχετίζουν τις τρεις (3) παραπάνω σχέσεις του υποκειμένου με το χώρο, αφετέρου δε αποδίδουν ταυτότητα στα αντικείμενα μέσα από αντίστοιχα πλαίσια λογικής (ένα από αυτά είναι η σχεδιαστική μεθοδολογία «Object Oriented Design»), το κάθε ένα από τα οποία συγκροτεί μία διακριτή ομάδα τυπολογίας.


Γιώργος Παρμενίδης

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στη Θεωρία του Σχεδιασμού.

Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Γιώργος Παρμενίδης, Το κάθισμα στη δεκαετία τού 1920: Ιδεολογία, Τεχνική και Οικονομικές Διακυμάνσεις στην παραγωγή τού Βιομηχανικού Αντικειμένου, εκδόσεις «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1982 / Παρμενίδης Γιώργος - Χαραλαμπίδου Διβάνη Σόνια, Η μορφή τού σχεδιασμένου αντικειμένου: το πρόβλημα τής περιγραφής, εκδόσεις «Παρατηρητής», Αθήνα 1989 / Παρμενίδης Γιώργος – Ρούπα Eυφροσύνη Χ., Το αστικό έπιπλο στην Ελλάδα 1830-1940 (ένας αιώνας συγκρότησης κανόνων σχεδιασμού), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Ε.Μ.Π., © 2003.


Ο καθηγητής Γ. Παρμενίδης, στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Αρχιτεκτονική: Σχεδιασμός του χώρου» (κατεύθυνση α’: Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός), επεξεργάζεται τη συμβολή των εννοιολογικών εργαλείων της τυπολογίας, που συγκροτούνται από την κατηγορηματική, τη συναρτησιακή, και τη διαδικαστική σχέση του υποκειμένου με τον χώρο, αλλά και άλλων εννοιολογικών εργαλείων της τυπολογίας, στη νοηματοδότηση της διαδικασίας του σχεδιασμού.
Ο
καθ. Παρμενίδης κινείται στο χώρο των αντικειμένων μικρής κλίμακας και των επίπλων και μελετάει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτούνται συνθετικά σχεδιαστικά εργαλεία. Στα δύο πρώτα βιβλία του μελετάει έννοιες ως σχεδιαστικά εργαλεία και την εφαρμογή τους στο σχεδιασμό του αντικειμένου, κυρίως του επίπλου. Στο τρίτο αναφέρεται στην ιστορία του αστικού επίπλου στον πρώτο αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους, η οποία καταγράφει την πολιτισμική μεταλλαγή της Ελλάδας μέσα από τα αποτυπώματα των ταπεινών λειτουργιών και τελετουργιών της καθημερινής ζωής. Θεωρεί την εξέλιξη του αστικού επίπλου στην Ελλάδα, μέσα στα πλαίσια των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών της χώρας, ως μια διαδικασία ενσωμάτωσης και μετατόπισης σημασιών που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη, τόσο σε επίπεδο σχεδιαστικής ιδεολογίας, όσο και εμπορευματικής επιλογής. Αυτή η διαδικασία τεκμηριώνεται με τη συγκριτική εξέταση της εξέλιξης του επίπλου στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, εστιάζοντας την προσοχή στην ανάδειξη των ιδιότυπων εκείνων τρόπων με τους οποίους ο τόπος ενστερνίσθηκε ένα νέο πολιτισμικό πλαίσιο, και στην ανάδειξη των αδιόρατων εκείνων χειρονομιών με τις οποίες το «αλλότριο» αγγίζεται, αναγνωρίζεται και οικειοποιείται.


John Gero + Udo Kannengiesser
Ιδιότητα: Research Professor at the Krasnow Institute of Advanced Study and at the Volgenau School of Information Technology and Engineering, George Mason University.
Udo Kannengiesser: research engineer.

Οι Gero και Kannengiesser στη δημοσίευσή τους «The situated function–behaviour–structure framework» το 2004 (Design Studies volume 25, issue 4, pages 373-391), περιγράφουν το σχεδιασμό ως μια δραστηριότητα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο σχεδιαστής εκτελεί ενέργειες προκειμένου να επέμβει στο περιβάλλον, συσχετίζοντας τη λειτουργία, τη συμπεριφορά και τη δομή ενός αντικειμένου μέσω της εμπειρίας. Με την παρατήρηση και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, αποφασίζει για τις επόμενες ενέργειες, ώστε να αποφευχθούν οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν στις ενέργειες που έχουν ήδη επιτελεστεί. Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, μια αλληλεπίδραση της παραγωγής και της παρατήρησης, μια αλληλεπίδραση μεταξύ σχεδιαστή και περιβάλλοντος. Η ιδέα αυτή, την οποίαν οι Gero και Kannengiesser πραγματεύονται στα πλαίσια στη μελέτη τους «The Situated Function – Behaviour – Structure Framework», καλείται «situatedness» (έννοια του «ενυπάρχοντος») και καθορίζει την πορεία του σχεδιασμού επεκτείνοντας το αντιληπτικό πλαίσιο «Function – Behaviour – Structure» (FBS / Λειτουργία – Συμπεριφορά – Δομή).

    Το πλαίσιο αυτό, στην αρχική του μορφή, απεικονίζει το σχεδιασμό με ένα σύνολο διαδικασιών που συνδέουν τη λειτουργία, τη συμπεριφορά και τη δομή, έννοιες οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικές καταστάσεις του αναπτυσσόμενου σχεδίου. Η διαδικασία αυτή συνοψίζεται σε οκτώ (8) διαδικαστικά βήματα που υπεισέρχονται στο σχεδιασμό χωρίς όμως να λάβει υπόψη κατηγορηματικά το δυναμικό χαρακτήρα του ευρύτερου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα ο σχεδιασμός. Η νέα τους μελέτη «The Situated Function – Behaviour – Structure Framework» περιγράφει την έννοια του «ενυπάρχοντος» (situatedness) και της «εποικοδομητικής μνήμης» (constructive memory) ως μία επαναλαμβανόμενη συσχέτιση μεταξύ διαφορετικών ειδών περιβάλλοντος.

      H έννοια του situatedness είχε προταθεί από τον John Archibald Dewey το 1896 ενώ σήμερα επικρατεί ο όρος εποικοδομητική μνήμη (constructive memory). Η κύρια ιδέα της είναι ότι η αρχική εμπειρία χρησιμοποιείται για τη σύνθεση της αντίστοιχης μνήμης, η οποία δεν παγιώνεται αλλά επανα-συντάσσεται κάθε φορά που απαιτείται η ανάκλησή της. Κάθε μνήμη, αφότου σχηματισθεί, προστίθεται στην εμπειρία και γίνεται έτσι μέρος της κατάστασης, η οποία επηρεάζει τα είδη της μνήμης που θα δημιουργηθούν περαιτέρω. Η μνήμη, ως γενικός όρος, πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία δυναμική διαδικασία παρά ως μία σταθερή κατάσταση. Η έννοια του ενυπάρχοντος και η εποικοδομητική μνήμη παρέχουν την εννοιολογική βάση για την κατανόηση ενός παράγοντα που δημιουργείται από την αλληλεπίδραση του σχεδιαστή με το περιβάλλον.



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

Robin Evans

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, ιστορικός και θεωρητικός.
Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Translations from Drawing to Building and Other Essays, Architectural Association London, 1997: Figures, Doors and Passages, 1978, σελ. 54-91.

Η τυπολογική χωρική κατηγορία με χαρακτηριστικό στοιχείο το διάδρομο, που χρησιμοποιείται στον «ΧΑ», είναι δάνειο από τον Evans, ο οποίος διακρίνει δωμάτια που επικοινωνούν μέσω διαδρόμου ή δωμάτια που επικοινωνούν με πόρτες.
Η διάκριση αυτή ενδιαφέρει ιδιαίτερα, διότι έμμεσα συμμετέχει στη διαμόρφωση θεατρικότητας στις συμπεριφορές.
Ο διάδρομος είναι κατ’ αρχήν στοιχείο διαιρετικό του χώρου, η ύπαρξη του οποίου διακρίνει την «καθαρή» κίνηση από κάθε άλλη χρήση. Όταν ο διάδρομος συμπιεστεί (σμικρυνθεί) σε οριακό επίπεδο, τότε μετατρέπεται σε «πόρτα» και το δωμάτιο στο οποίο ανήκει είναι αναγκαστικά χώρος κάποιας κύριας χρήσης, και ταυτόχρονα πέρασμα.
Όταν η μετάβαση από ένα χώρο σε έναν άλλο γίνεται με τη χρήση διαδρόμου (ως ενδιάμεσου χώρου με εξομαλυντικό χαρακτήρα), τότε η μετάβαση είναι σταδιακή και ομαλή. Όταν δεν υπάρχει διάδρομος, η κίνηση και η λειτουργία καθίστανται αλληλοεξαρτώμενες δραστηριότητες ενώ η μετάβαση από τον ένα χώρο στον άλλο γίνεται «απότομα». Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται αυτόματα προϋποθέσεις εφαρμογής «άρρητων» κανόνων συμπεριφοράς, οι οποίοι εγκαθιδρύουν υπαινικτικά μία αυστηρή «περιχαράκωση» (τήρηση ενός συστήματος κανόνων). Λειτουργεί δηλαδή επιπλέον ο διάδρομος και ως φίλτρο συμπεριφορών.

Mark Girouard

Ιδιότητα: ιστορικός της αρχιτεκτονικής.
Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Life in the English Country House, Yale University Press, 1978.

Ο Girouard ασχολείται κυρίως με τον μεσαιωνικό οικιακό χώρο της αγγλικής ανώτερης κοινωνίας του μεσαίωνα. Στο βιβλίο του «Life in the English Country House» υποστηρίζει τη φαινομενική αλλαγή από μια τυπική φορμαλιστική σε μια άτυπη φιλική συμπεριφορά.
Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι στην φαινομενικά ελεύθερη συμπεριφορά διαμορφώνονται νέα κριτήρια κοινωνικής αποδοχής. Σε μια τέτοια κατάσταση, όπου δεν ισχύουν ρητοί κανόνες, αποκαλύπτονται ευκολότερα η αναξιότητα ή τα σφάλματα κάποιου μπροστά σε τρίτους. Η κοινωνική λειτουργία της ελευθερίας λειτουργεί σαν ένα πολύ πιο διαπεραστικό και έμμεσο φίλτρο, που διαχωρίζει σε ομοειδείς κοινωνικές ομάδες.
Τέλος, τα περί φυγόκεντρης ή κεντρομόλου χωροθέτησης των επίπλων και της αντίστοιχης συμπεριφοράς (στοιχεία που τυγχάνουν ιδιαίτερης επεξεργασίας μέσα από την εφαρμογή του «ΧΑ»), έχουν επίσης υποστηριχτεί από τον Girouard.


Ο Δημήτρης Φατούρος και ο Σάββας Κονταράτος θεωρούν και αυτοί ότι η κατοικία δεν είναι μόνο τεχνοτροπία (στιλ) αλλά και τρόπος ζωής και κοινωνικές σχέσεις. Οι απόψεις τους πάνω στο θέμα αυτό δεν αφορούν μόνο στην εμφάνιση, αλλά κατά κύριο λόγο αναφέρονται και στην οργάνωση της κάτοψης.

Δημήτρης Φατούρος

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής τμήματος Αρχιτεκτονικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Φατούρος, Δημήτρης Α., Ένα συντακτικό της Αρχιτεκτονικής Σύνθεσης, 1η έκδ., Θεσσαλονίκη, Εκδοτικός Οίκος «Παρατηρητής», 1995, σελ. 41-43.


Στο απόσπασμα από το έργο του καθ. Φατούρου που επελέγη και παρατίθεται περιγράφεται η σχέση «αρχιτεκτονικού έργου» – «ανθρώπινου παράγοντα», η οποία είναι άκρως συναφής με τις βασικές υποθέσεις εργασίας του εννοιολογικού εργαλείου «ΧΑ».
<οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον γράφοντα το παρόν κείμενο>
Ο καθ. Δ. Φατούρος ισχυρίζεται ότι αυτό που «στην καθημερινή γλώσσα συζητείται και ονομάζεται αρχιτεκτονικό έργο, όψεις, κατόψεις, τοίχοι, χρώματα, υφή, παράθυρα, μπαλκόνια, δάπεδα, πράσινο, γεωμετρικά σχήματα, κ.λπ., είναι ένα σύνολο στοιχείων οπτικών, αφής, ήχου, κιναισθητικών κ.λπ. Είναι δηλαδή ό,τι περιγράφεται και προσδιορίζεται από την αντίληψη, από τις κατ’ αίσθηση αντιλήψεις. Αυτό είναι το αντιληπτικό περιβάλλον που ορίζει το αρχιτεκτονικό έργο. Μια διατύπωση πιο ήπια και πιο γενική για το αντιληπτικό περιβάλλον μπορεί να είναι η αντιληπτική κατάσταση, η οποία έχει μια οργάνωση και προθέσεις, αποσαφηνισμένες ή όχι, και περιλαμβάνει όλα τα αντιληπτικά στοιχεία (οπτικά, όπως είναι τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και το χρώμα, ηχητικά όπως ο θόρυβος και η μουσική, υφής, οσμής, κιναισθητικά, δηλαδή αντίληψης κατά τη μετακίνηση, ακόμη και γεύσης) και τις σχέσεις τους. Η αρχιτεκτονική σύνθεση συσχετίζει τα αντιληπτικά στοιχεία και τις σχέσεις τους με την ανθρώπινη συμπεριφορά και από αυτές τις συσχετίσεις προκύπτουν χαρακτηριστικά του έργου».


Σάββας Κονταράτος

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών–Αθήνα.
Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία: Κονταράτος Σάββας, Η Εμπειρία του Αρχιτεκτονημένου Χώρου και το Σωματικό Σχήμα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983, σελ. 69.


Το ανθρώπινο σώμα και το ρόλο του στην αισθητική εμπειρία της αρχιτεκτονικής λαμβάνει σοβαρά υπόψη και ο καθ. Σ. Κονταράτος ακολουθώντας φαινομενολογικές αναλύσεις και τη θεωρία της ενσυναίσθησης.
Στη διδακτορική του διατριβή αναφέρει ότι «Το σώμα μας, χάρη στον ιδιαίτερο τρόπο του να υπάρχει στον κόσμο, αποτελεί μέτρο των πραγμάτων, είναι ικανό να καταγράφει το αισθητό αλλά και να το σημασιολογεί, πραγματοποιώντας μια έξοδο από τον εαυτό του για να οικειωθεί το ζωτικό του χώρο. Ο αρχιτεκτονημένος χώρος του διευκολύνει αυτή την έξοδο, αυτή την έκσταση, πολύ περισσότερο απ’ ότι ο φυσικός χώρος, και τούτο γιατί έχει δημιουργηθεί για να δεχτεί την παρουσία του και τη δράση του, για να προλάβει τις απαιτήσεις του».
Το σωματικό σχήμα, κατά τον καθ. Σ. Κονταράτο, δεν νοείται ούτε σαν ένα αντικείμενο ανάμεσα στα άλλα ούτε σαν δέσμη υποκειμενικών αισθημάτων, αλλά σαν ένα «φαινόμενο» της χωρικότητας του ενσαρκωμένου υποκειμένου που εκφράζει τον πολυσήμαντο και δυναμικό συσχετισμό αυτού του υποκειμένου με τον αντικειμενικό του κόσμου.



Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

Bill Hillier

Ιδιότητα: καθηγητής Αρχιτεκτονικής και Αστικής Μορφολογίας / Architectural and Urban Morphology, University of London, επινοητής της μεθόδου ανάλυσης χωρικών προτύπων «Space Syntax».

Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία:


Σύμφωνα με τις απόψεις του B. Hillier, στο σχεδιασμό του χώρου, επιπλέον του περιέχοντος κελύφους, παίζουν σημαίνοντα ρόλο ανά περίπτωση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, στα οποία πρέπει να δοθεί η σχετική έμφαση. Για τον σχεδιασμό ενός γραφείου π.χ. δεν αρκεί να υπάρχει ένα δωμάτιο αλλά είναι απαραίτητος και ο αντίστοιχος εξοπλισμός.

Ο Hillier ισχυρίζεται ότι ο χώρος διέπεται από ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες δεν εκφράζονται μόνο στην εμφάνιση αλλά, κατά κύριο λόγο, στην οργάνωσή του. Διακρίνει δηλαδή το δυναμικό συσχετισμό μεταξύ των εννοιών του «γενότυπου» / «genotype» (χωρικών μορφών) και «φαινότυπου» / «phenotype» (αφαιρετικών μοντέλων και εννοιών) στην αρχιτεκτονική ερμηνευτική.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι προκειμένου να οργανωθεί ένας χώρος, ένας ουσιώδης παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η κίνηση. Η διαφορά δηλαδή του να διέρχεται κανείς ή να μη διέρχεται μέσα από το καθιστικό για να φθάσει στην κουζίνα, είναι από τα πλέον σημαντικά ζητήματα στη χωρική οργάνωση. Διευρύνει δηλαδή την έννοια της «κτιριακής λειτουργίας» (building function). Επειδή όμως θεωρεί σαφές ότι η τροχοπέδη για έναν βελτιωμένο σχεδιασμό είναι η έλλειψη κατανόησης της ακριβούς φύσης της σχέσης μεταξύ της «χωρικής οργάνωσης» και της «κοινωνικής ζωής», ο Hillier, στη γνωστή του μέθοδο ανάλυσης χωρικών προτύπων («space syntax»), επιχειρεί την ερμηνεία της αμφιμονοσήμαντης σχέσης ανάμεσα στις «χωρικές» και τις «κοινωνικές δομές»: η κοινωνική δομή του χώρου ως μία έκφανση της χωρικής δομής της κοινωνίας,

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Hillier εστιάζει την ερευνητική του προσοχή στη διαφαινόμενη επέκταση ή επαναπροσανατολισμό ορισμένων από τις θεμελιώδεις έννοιες της θεωρίας της αρχιτεκτονικής προς μία νέα κατεύθυνση, αυτή της σύνταξης της αρχιτεκτονικής μορφής και του νοήματός της.



Julienne Hanson

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, καθηγήτρια στην Οικιακή Μορφολογία και Πολιτισμό στο Bartlett School of Graduate Studies, University College London.

Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία:

Η J. Hanson ασχολείται με το τι συμβαίνει μέσα και έξω από το σπίτι, ως συστατικό στοιχείο του τρόπου ζωής. Στο άρθρο της «Time and Space in Two Nineteenth Century Novels» προσεγγίζει την έννοια του αρχιτεκτονικού χώρου μέσα από δύο νουβέλες της εποχής του 19ου αιώνα: την «Pride and Prejudice» (1813) της Jane Austen και την «Jude the Obscure» (1895) του Thomas Hardy.
Στο έργο της Jane Austen, που αναφέρεται στη μεγαλοαστική τάξη, όλα τα σημαντικά συμβαίνουν κατά έναν τρόπο εντός του οικιακού χώρου, όπου η επικοινωνία γίνεται με επιτηδευμένα υπονοούμενα, ενώ με λεπτεπίλεπτο χειρισμό μπορεί κάποιος να «χειριστεί» κάποιον άλλον. Κανένα ουσιώδες σημείο των ιστοριών της Jane Austen δεν συμβαίνει σε εξωτερικό χώρο.
Αντίθετα, στο έργο του Thomas Hardy, όπου περιγράφεται η ιστορία ανθρώπων χαμηλού κοινωνικού επιπέδου, τα κύρια περιστατικά συμβαίνουν στον ευρύτερο χώρο της πόλης. Η πόλη αυτή με τα φώτα και το διάκοσμό της, μαγεύει τον ήρωα, του δίνει κίνητρα, του επιτρέπει να επιθυμεί και να ονειρεύεται κάτι περισσότερο από την απλή ικανοποίηση των βασικών αναγκών επιβίωσης.
Η Julienne Hanson και ο Bill Hillier στο άρθρο τους «Domestic Space Organisation, Two Contemporary Space-codes Compared», παρατηρούν μία κρίσιμη διαφορά στην Αγγλική κοινωνία: στην εργατική τάξη, οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν στο σπίτι του γείτονά τους όλη μέρα εκτός από την ώρα του φαγητού. Αντίθετα, στη δική μας κοινωνία η συνεύρεση γίνεται κατά κανόνα με «πρόσχημα» την πρόσκληση σε γεύμα ή δείπνο. Μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία ο καταλυτικός παράγοντας είναι η έλευση ή ο αποκλεισμός του επισκέπτη.Επιπλέον, η Hanson παρατηρεί και αξιοποιεί κρίσιμες συστηματικές αντιστροφές που συμβαίνουν μεταξύ της παραδοσιακής εργατικής τάξης και της σύγχρονης μεσαίας τάξης και που αποτυπώνουν κοινωνικές δομές: «υποδιαιρεμένη κάτοψηανοιχτή κάτοψη», «συναναστροφή προ του φαγητούσυναναστροφή κατά τη διάρκεια του φαγητού», «ανοιχτή χωρική διάταξηκλειστή χωρική διάταξη», «έκθεση μικροαντικειμένωναπόκρυψη μικροαντικειμένων». Αναλύοντας την μετατροπή ενός παραδοσιακού σπιτιού της εργατικής τάξης σε σπίτι της «νέας» μεσαίας τάξης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην πρώτη περίπτωση (παραδοσιακή εργατική τάξη) οι χωρικοί κώδικες είναι συλλογικοί, αλλά κάθε στοιχείο αυτής της συλλογής διατηρεί μία ισχυρή ταυτότητα, σαφώς διακριτή από όλες τις άλλες. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση («νέα» μεσαία τάξη), οι χώροι δεν είναι απλά συγκεντρωμένοι, αλλά είναι υποτελείς σε μία νέα ιδέα σχέσεων (στιλ), η οποία εξαρτάται καθοριστικά από την αντίληψη του υποκειμένου περί του πώς θα πρέπει να είναι οι χωρικές σχέσεις της ζωής.


Γιάννης Πεπονής

Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, αναπληρωτής καθηγητής το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Associate Professor of Architecture at the Georgia Institute of Technology, United States

Ενδεικτική συναφής βιβλιογραφία:


Ο καθ. Γ. Πεπονής εντοπίζει και ορίζει την έννοια του «βάθους» (depth) στις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο να περάσει κανείς μέσα από μια σειρά ενδιάμεσων χώρων προκειμένου να φθάσει σε έναν άλλον χώρο, αναφέρεται στην «ενσωμάτωση» (integration) ή «απομάκρυνση» (segregation) ενός χώρου μέσα σε μια διάταξη, στις «ενοποιητικές» ή «διαχωριστικές» διατάξεις και στη «συνοχή», η οποία εκφράζει το βαθμό σύνδεσης ενός χώρου με άλλους και αναπαρίσταται με τον αριθμό των «δακτυλίων» (rings). Κατ’ επέκταση, υπάρχουν τόσο «πυκνές» ή «αραιές» διατάξεις χώρων όσο και «ισχυρά» ή «χαλαρά» συνδεδεμένοι χώροι στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διάταξης.





  • «Κτιριακή οργάνωση και Παιδεία του Χώρου», ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ, Απρίλιος-Ιούνιος 1984, σελ. 51-60.

  • Hillier B., Hanson J., Πεπονής Γιάννης, Hudson J., Burded R., «Το συντακτικό του χώρου», μετάφραση: Δημήτρης Σ. Παπακωσταντίνου, ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ, τεύχος 1, σελ. 64-76, Γενάρης – Φλεβάρης 1985.

  • Πεπονής Γιάννης, Χωρογραφίες (ο αρχιτεκτονικός σχηματισμός τού νοήματος), εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα Ιανουάριος 1997.

  • «Time and Space in Two Nineteenth Century Novels», Architectural Association Quarterly (AAQ), volume 8, number 4, 1976 – Architecture and Space

  • Julienne Hanson και Bill Hillier στο άρθρο τους «Domestic Space Organisation, Two Contemporary Space-codes Compared», Architecture & Behavior, 2/1982, 5-25

  • Hillier Bill, Hanson Julienne, The Social Logic of Space, Cambridge University Press, Cambridge 1997.

  • Hanson Julienne, Decoding Homes and Houses, 1η έκδ., Cambridge, Cambridge University Press, 1998.

  • Hillier Bill, Hanson Julienne, The Social Logic of Space, Cambridge University Press, Cambridge 1997.

  • Hillier Bill, Space is the machine, A configurational theory of architecture, Cambridge University Press, 1996, reprint edition: January 1, 1999.
  • Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

    «ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

    Christopher W. Alexander

    Ιδιότητα: Ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο Berkeley της California. Μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες στο χώρο της μεθοδολογίας του σχεδιασμού (design methods), στη δεκαετία του ’60.

    Βιβλιογραφική αναφορά:
    Αναζητώντας ερμηνευτικές έννοιες του χώρου, ο Alexander εισάγει αναλυτικές μεθόδους αξιοποιώντας την ολιστικότητα, το αδιάσπαστο και την τοπικότητα του αρχιτεκτονικού φαινομένου. Μέσα από συστηματική ανάλυση και σύνθεση στο σχεδιασμό, δημιουργεί ένα είδος αυτονομημένης χωρικής «γλώσσας» (Pattern Language), η οποία αρθρώνεται από ένα σύνολο «προτύπων» που χρησιμοποιούνται για το σχεδιασμό. Η εκμάθηση αυτής της γλώσσας, φιλοδοξεί να είναι ανοιχτή στον οποιονδήποτε ως ουσιαστική προϋπόθεση για το σχεδιασμό καλών (good) μορφών.

    Ο Alexander και οι συνεργάτες του δεν είναι οι μόνοι που χρησιμοποίησαν «πρότυπα» για το σχεδιασμό του κτισμένου χώρου και που, εν συνεχεία, θέλησαν να διατυπώσουν μία ανάλογη ερμηνευτική θεωρία του χώρου. Λίγο πολύ όλοι οι αρχιτέκτονες γνωρίζουν ότι η χρήση προτύπων στη σχεδιαστική διαδικασία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή μορφών. Επιπλέον, τέτοιου είδους στερεότυπες εικόνες έχουν προταθεί και από εξέχουσες μορφές της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, από την εποχή του Βιτρούβιου μέχρι και το Μοντέρνο Κίνημα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αρχές της Χάρτας της Αθήνας του C.I.A.M.


    Ο Alexander μαζί με τον Serge Chermayeff (αρχιτέκτονας, συγγραφέας, και συνιδρυτής διαφόρων αρχιτεκτονικών σωματείων, όπως το American Society of Planners and Architects), στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια γλώσσα προτύπων για το σχεδιασμό του κτισμένου χώρου, έχουν προτείνει συγκεκριμένες μεθοδολογίες ανάλυσης. Στο βιβλίο τους «Community and Privacy» παρουσιάζουν ένα σύστημα διεξοδικών κριτηρίων, με τα οποία πραγματοποιείται η εν λόγω αξιολόγηση, ανεξάρτητα από γεωγραφικές, οικονομικές και άλλες συγκυρίες. Απαριθμούν πολύ συγκεκριμένες συνιστώσες / components (σελ. 163-174), συνθέτουν πλήρη διαγράμματα των φάσεων κάθε σχεδιαστικής διαδικασίας (σελ. 100-101), βελτιώνουν τους ορισμούς του κατοικείν / The Problem Defined (σελ. 149), προβαίνουν σε αλλεπάλληλες ανατομίες, (α) της ιδιωτικότητας / Anatomy of Privacy (σελ. 75 & 213), (β) της πολεοδομίας / Anatomy of Urbanism (σελ. 117-242), (γ) της διαμονής / Anatomy of Dwelling (σελ. 214), και (δ) του προφανούς / Anatomy of the obvious (σελ. 151), για να παρουσιάσουν προς το τέλος (σελ. 221-245) ένα σύστημα διεξοδικών κριτηρίων με τα οποία μπορεί να αξιολογείται η τελειότητα των αρχιτεκτονικών λύσεων διαφόρων κατασκευαστών, ανεξάρτητα από γεωγραφικές, οικονομικές και άλλες συγκυρίες.
    «… Στο βιβλίο αυτό ο στόχος μας ήταν διπλός: πρώτον, να εντοπίσουμε εκείνες τις οργανωτικές αρχές που θα δημιουργούν ένα φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο άνθρωπος της πόλης θα μπορεί να ξαναβρεί μιαν εξισορροπημένη ζωή, και δεύτερον, να βοηθήσουμε τους σχεδιαστές στο να οργανώνουν τους στόχους τους έτσι ώστε καλλιτεχνική έμπνευση και τεχνική ικανότητα να συνεργάζονται άρτια» (σελ. 254-255).

    Η επιρροή του C. W. Alexander θεμελιώθηκε όχι τόσο με το «Community and Privacy», όσο με το «Notes on the Synthesis of Form», όπου υποστηρίζει ότι το πρόβλημα του σχεδιασμού είναι κατεξοχήν πρόβλημα πολιτισμικής ταυτότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε μία γενικής ισχύος αρχιτεκτονική μέθοδο, καθ’ ομοίωση των «μαθηματικών λογικών δομών», εννοώντας να αναδείξει κάθε αρχιτεκτονική πρόταση, η οποία συναρτάται με τεχνολογικούς, κοινωνικούς κ.ά. παράγοντες, όπου δεν αφήνεται κανένα περιθώριο σε «δημιουργική πρωτοβουλία» αδιευκρίνιστης προέλευσης ή στην παραδοσιακώς λεγόμενη έμπνευση.

    Στο βιβλίο «Notes on the Synthesis of Form», η προσπάθεια του Alexander ήταν να απομονωθούν οι θεμελιώδεις ανθρώπινες απαιτήσεις και να συσχετισθούν με θεμελιώδεις μορφές χώρου. Ακόμη περισσότερο, ήταν μια προσπάθεια να επαναπροσδιορισθεί αυτή η χωροκοινωνική ταυτότητα των θεμελιωδών εννοιών, οι οποίες θα αποτελούσαν το σημείο εκκίνησης μιας συνθετικής σχεδιαστικής διαδικασίας. Ο Alexander φαίνεται να αποδέχεται ότι υπάρχει μια αντικειμενική σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα και στη μορφή και ότι, κατ’ επέκταση, κύριος στόχος του μελετητή είναι να ανακαλύψει το «συν-ταίριασμα» (fitness) απαιτήσεων και χώρου.


    Στην τριλογία «Γλώσσα των προτύπων», «Ο αχρονικός τρόπος της κατασκευής» (ανάλυση της θεωρίας που υποστηρίζει την παραγωγή και χρήση της γλώσσας των προτύπων), και «Το πείραμα του Όρεγκον» (μια μελέτη εφαρμογής της γλώσσας των προτύπων στο Eugene Campus του Πανεπιστημίου του Oregon), το ενδιαφέρον του για το σχεδιασμό έχει φτάσει στα όρια τού να προτείνει ένα σύστημα ανοικτό προς εκμάθηση από οιονδήποτε.
    Στη «γλώσσα των προτύπων» διακρίνονται πρώτον, ενότητες λεξικού χαρακτήρα («πρότυπα»), δεύτερον, κανόνες εφαρμογής της γλώσσας και σύνθεσης των προτύπων, που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με πολύ απλοποιημένους γραμματικούς κανόνες, και τρίτον, διατυπώσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο υψηλής αφαίρεσης και γενικότητας (όπως η «οργανική τάξη» και η «σταδιακή ανάπτυξη»). Τα επιμέρους αυτά στοιχεία συνθέτουν μια μέθοδο σχεδιασμού, μέσα από την οποία προβάλλονται έμμεσα ορισμένες ερμηνευτικές απόψεις για τη δυναμική του χτισμένου χώρου. Η μέθοδος αυτή φέρει τον τίτλο «γλώσσα» και αυτό δηλώνει τις φιλοδοξίες του Alexander και των συνεργατών του να οριοθετήσουν και να περιγράψουν ένα τυπικό σύστημα, με το οποίο σχεδιαστές και χρήστες μπορούν να «μιλούν», για να παράγουν καλύτερο κτισμένο χώρο. Η τριλογία περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της esperanto και τις «λεξικές» της ενότητες (πρότυπα), δίνει ορισμένους «γραμματικούς κανόνες» για το πώς πρέπει να ομιλείται αυτή η «γλώσσα», και αφήνει έναν ανοικτό ορίζοντα για «ποιητικούς» χειρισμούς (the poetry of language). Μεταξύ της «Γλώσσας των Προτύπων» και του «Σχεδιασμού» ισχύει ο ίδιος συσχετισμός που χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει τη γλώσσα (langue) από την ομιλία (parole).


    Τόσο στις «Σημειώσεις πάνω στη σύνθεση της μορφής» όσο στη «Γλώσσα των προτύπων», ο Alexander είχε το ενδιαφέρον του προσανατολισμένο προς το σχεδιασμό παρά προς την περιγραφή και ερμηνεία του χώρου σε αντίθεση με την πρώτη προσπάθεια των Hillier και Leaman για μια «σύνταξη του χώρου» (αρχή της δεκαετίας του ’70). Γενικά όμως, η φιλοσοφία του Alexander δεν απέχει πολύ από τις προτάσεις του Hillier. Η κυριότερη διαφορά τους είναι ότι το ενδιαφέρον του Alexander προσανατολίζεται προς τις στοιχειώδεις ενότητες που μπορούν να είναι χρήσιμες για το σχεδιασμό, ενώ το ενδιαφέρον του Hillier προς τις στοιχειώδεις δομές του ίδιου του χώρου. Ο Alexander έχει πάντοτε ως άμεσο στόχο του το σχεδιασμό, ενώ ο Hillier την κατανόηση του χώρου.


    Αφετηρία της πορείας του Alexander προς την αναζήτηση μιας αποτελεσματικής σχεδιαστικής μεθόδου, δεν αποτελεί μόνο η διαπίστωση της ανάγκης για καλύτερο περιβάλλον αλλά, προβάλλοντας μια σειρά από μεθόδους (όπως τη χρήση των προσφιλών μορφών του παρελθόντος, την εγκατάλειψη από το σχεδιαστή του ρόλου της αυθεντίας και του ρόλου του ιδιοσυγκρασιακού κοινωνικού αναμορφωτή, την επιστροφή στον ήπιο και ανθρώπινο σχεδιασμό), και η ανάγκη για μια καθαρά κοινωνικής προέλευσης προσέγγιση του σχεδιασμού.




    • C. W. Alexander & Serge Chermayeff, Community and Privacy – Toward a New Architecture of Humanism (Κοινότητα και Ιδιωτικότητα), 1η έκδ., U.S.A., Doubleday & Co. Inc., 1963

    • Notes on the Synthesis of Form (Σημειώσεις πάνω στη σύνθεση της μορφής), Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts and London, England, 1964 / 15th printing 1999

    • A Pattern Language: Towns, Buildings, Construction (Γλώσσα των προτύπων) Christopher Alexander, Sara Ishikawa, Murray Silverstein with Max Jacobson, Ingrid Fiksdahl-King, Shlomo Angel, New York, Oxford University Press, 1977

    • The Timeless Way of Building (Ο αχρονικός τρόπος της κατασκευής), Christopher Alexander, 1979, Oxford University Press

    • The Oregon Experiment (Το πείραμα του Όρεγκον), Christopher Alexander, Murray Silverstein, Shlomo Angel, Sara Ishikawa, Denny Abrams, 1975, Oxford University Press.

    Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

    «ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

    Frank Duffy

    Ιδιότητα: αρχιτέκτονας, διετέλεσε πρόεδρος του Royal Institute of British Architects.
    Βιβλιογραφική αναφορά: Duffy Francis, «Office design and organizations: 1. Theoretical basis», Environment and Planning (B): 1974, volume 1, pp. 105-118 / Duffy Francis, «Role and status in the office», Architectural Association Quarterly (AAQ), volume 1, number 4, 1969.

    Ο Duffy, διαχωρίζοντας το θέατρο, ως κτίριο, από το σκηνικό και την πλοκή, παρατηρεί στα μοντέλα του (ασχολείται ειδικά με χώρους γραφείων) μία σχέση μεταξύ χώρου, χωρικής διαχείρισης, και συμπεριφοράς παρεμφερή με τη δραματουργική ιδέα του Goffman.

    Απομονώνοντας τις ορατές χωρικές δομές (τους ρόλους, τα σκηνικά, και τις συμπεριφορές, ως στοιχεία ορατά, απτά, κατάγραψιμα και επομένως αναλύσιμα) από τις μη ορατές (όπως το κοινωνικό στρώμα, την εξουσία, την οικονομία), επιχειρεί τη σύνδεση της κοινωνιολογίας με την αρχιτεκτονική. Στην προσπάθειά του αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο χώρο ακριβώς γιατί αποτελεί το πεδίο όπου διεξάγεται η διαντίδραση μεταξύ ορατών και αοράτων δομών σε μία διαρκή διαδικασία διαμόρφωσης και επαναδιαμόρφωσης υλικού αποτυπώματος.

    Το καίριο ζήτημα είναι σε ποιο ποσοστό η κοινωνιολογία περιέχει αφαιρέσεις (τάξη – εισόδημα – status – σύμβολα), και σε ποιο ποσοστό ύλη, και ειδικότερα, πώς οι γενικές κοινωνικές αφαιρέσεις εκφράζονται σε υλικά αντικείμενα (π.χ. καρέκλες, τραπέζια, καναπέδες, και χωρικές οργανώσεις).


    Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

    «ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (συνέχεια)

    Matt Ridley

    Ιδιότητα: Επιστημονικός συγγραφέας, διδάκτωρ της Ζωολογίας.
    Βιβλιογραφική αναφορά: Οι ρίζες της αρετής (The Origins of Virtue), εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα, 1998.

    Η ενστικτώδης τάση για συνεργασία («η σφραγίδα της ανθρωπότητας», όπως πίστευε ο Κροπότκιν) συσχετιζόμενη με τη συνεστίαση καταδεικνύει ότι η συνεύρεση γύρω από το τραπέζι αποτελεί κατ’ εξοχήν ταξική διαδικασία. Η μοιρασιά του φαγητού είναι στοιχείο ισοτιμίας και έλκει την καταγωγή της βαθιά στην ανθρώπινη ιστορία, στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων. Μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία αναπτύσσεται ένα πνεύμα «ανταλλαγής και μοιρασιάς», το οποίο δημιουργεί συνθήκες συνεργασίας χωρίς να αποκλείεται απαραίτητα ο πειρασμός της προδοσίας. Μία δηλαδή κατ’ εξοχήν διαπραγμάτευση της ταυτότητας των υποκειμένων.

    Η διαπίστωση αυτή αποτελεί για τον «ΧΑ» έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα εννοιολογικό πυρήνα, στον οποίον συναρτώνται θέματα συμπεριφοράς και επαληθεύεται ότι οι συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν μία πλούσια σε κοινωνικό περιεχόμενο ανθρώπινη συμπεριφορά, σχετίζονται με συναναστροφή γύρω από το τραπέζι εστίασης. Η συναναστροφή αυτή αποτελεί τη βάση της δημοκρατικής διαδικασίας στον οικιακό χώρο και ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιείται κατά κόρον στις κινηματογραφικές ταινίες ως πεδίο αμφισβήτησης, διαπραγμάτευσης ταυτότητας ή επίλυσης διλημμάτων.

    Ο Ridley αντλώντας παραδείγματα από τους τομείς της βιολογίας, της ανθρωπολογίας, της ηθολογίας, τα οποία άλλοτε συμπληρώνουν άλλοτε ερμηνεύουν το βαθύτερο νόημα του κειμένου του, παρουσιάζει τη συνεργασία ως το καλύτερο μέσο επιβίωσης «μέσα στην ανελέητη μάχη της ζωής». Ο συγγραφέας επανεξετάζει τις καθημερινές υποθέσεις πάνω στις οποίες βασίζονται οι ενέργειες και οι τρόποι συμπεριφοράς των ανθρώπων ως γονέων, συγγενών, συναδέλφων, απέναντι στους συνανθρώπους τους. Στην προσπάθειά του αυτή βοηθούν κυρίως οι εντυπωσιακές εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας (computer programming), της μικροβιολογίας και των οικονομικών, οι οποίες έχουν εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με την αιτία και τον τρόπο σύναψης σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.

    Ο συγγραφέας διερευνά τις ρίζες της ανθρώπινης κοινωνίας και την εξέλιξη της συνεργασίας, αναζητώντας την καταγωγή του μηχανισμού της ανταλλαγής. Αναφέρεται, κυρίως, στα κοινωνικά ένστικτα καθώς και στα εγωιστικά γονίδια των ανθρώπων. Υποστηρίζει ότι τα κοινωνικά ένστικτα είναι εκείνα που οδηγούν τους ανθρώπους στην συνεργασία και στην αμοιβαιότητα, γεγονός που συμβάλλει στην ευημερία της κοινωνίας, επομένως και στον περιορισμό των προσωπικών συμφερόντων (αποτέλεσμα των εγωιστικών γονιδίων τους).

    Επιχειρώντας να εξηγήσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, χρησιμοποιεί τη Θεωρία των Παιγνίων (ιδιαίτερα το «Δίλημμα του Φυλακισμένου») για να περιγράψει έννοιες όπως καταμερισμός της εργασίας, συναισθήματα, εμπόριο, ιδιοκτησία. Φθάνει έτσι το συμπέρασμα ότι εάν το «Δίλημμα του Φυλακισμένου» παιχτεί κατ’ επανάληψη, τότε θα προκύψει αμοιβαία συνεργασία κι όχι προδοσία. Το πρόγραμμα αυτό ονομάζεται «Μία σου και Μία μου» (Tit-for-Tat) κι είναι αυτό στο οποίο τα ανθρώπινα όντα ανταποκρίνονται περισσότερο, διότι «είμαστε γεννημένοι για τον αμοιβαίο αλτρουϊσμό».


    Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

    «ΧΑ»: Συναφείς Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές απόψεις (συνέχεια)

    Henry Glassie

    Ιδιότητα: εθνολόγος.
    Βιβλιογραφική αναφορά: Folk Housing in Middle Virginia: a Structural Analysis of Historic Artifacts, The University of Tennessee Press, 1975 / fifth printing: 1996, το κεφάλαιο Reason in Architecture, σελ. 114 μέχρι τέλος.

    Ο Glassie ισχυρίζεται ότι η σχέση «αρχιτεκτονικής οργάνωσης του χώρου» και «κοινωνικής κατάστασης» μερικές φορές δεν είναι αντανακλαστική αλλά συμπληρωματική. Δεν συμβαίνει δηλαδή πάντα να ισχυροποιείται ο ταυτόχρονος έλεγχος της συμπεριφοράς και του είδους του χώρου. Όταν η κοινωνία έχει αναστάτωση και αποκτάει ανασφάλεια και κινητικότητα (όπως στην περίπτωση που μελετάει στο βιβλίο του, όπου υπάρχει το θέμα απελευθέρωσης των σκλάβων και το θέμα εισόδου μεταναστών από την Αγγλία), η αρχιτεκτονική έρχεται μέσα από τη συμμετρία της όψης να δείξει σταθερότητα και μέσα από την οργάνωση της κάτοψης να επιφέρει ισορροπία.
    Πρόκειται για ένα επιχείρημα, το οποίο έχουν ισχυριστεί και οι R. Evans και M. Girouard: στις αστικές αριστοκρατικές κατοικίες ή στις φεουδαρχικές κατοικίες ισχύουν αυστηρά ρητοί κανόνες συμπεριφοράς σε ελεύθερη ή «ανοιχτή» κάτοψη (η οποία, κατά κανόνα, είναι δεσμευμένη από άρρητους κανόνες συμπεριφοράς), ενώ, αντίστροφα, πραγματοποιείται «ελεύθερη» συμπεριφορά σε υποδιαιρεμένη κάτοψη.
    Άλλοτε πάλι διαπιστώνεται ότι η σχέση «συμπεριφοράς» και «αρχιτεκτονικής» είναι αντανακλαστική και συναρτάται από δύο παραμέτρους: την πρόσβαση, που ακολουθεί μία σταδιακή μετάβαση, και το μέγεθος. Στο σχετικό του μοντέλο, ο Girouard χρησιμοποιεί ως παράδειγμα αυτό που ονομάζει «τυπική κατοικία» («formal house»), όπου όσο πιο «βαθιά» είναι χωροθετημένο ένα δωμάτιο, τόσο πιο μικρό και τόσο πιο ιδιωτικό αναμένεται να είναι, αλλά και τόσο πιο έμπιστοι είναι αυτοί που τους επιτρέπεται η πρόσβαση σ’ αυτά.
    Σε άλλες, τέλος, περιπτώσεις έχουμε την εκδοχή όπου σε μια μεγάλη ανοιχτή αίθουσα ενεργοποιείται το σύστημα παιδαγωγίας που τη διέπει («ορατοί» ή «αόρατοι» κώδικες συμπεριφοράς) μόνο όταν γεμίσει από κόσμο.


    Susan Kent

    Ιδιότητα: ανθρωπολόγος και Eθνο-αρχαιολόγος.
    Βιβλιογραφική αναφορά: Analyzing Activity Areas: An Ethnoarchaeological Study of the Use of Space, University of New Mexico Press: Albuquerque, © 1984.


    Η χρήση του χώρου αποτελεί μέρος αναπόσπαστο των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής κάθε ανθρώπου. Κάθε στιγμή, λαμβάνονται αποφάσεις τόσο υποσυνείδητα όσο και συνειδητά, όσον αφορά στον τόπο όπου θα πραγματοποιηθούν οι διάφορες δραστηριότητες. Οι αποφάσεις αυτές βασίζονται σε ένα σύστημα χωρικών προτύπων, στο οποίο εκπαιδεύονται τα άτομα ήδη από την παιδική ηλικία μέσω της κοινωνικής προσαρμογής. Η Kent χρησιμοποιεί τον όρο «περιοχή δραστηριοτήτων» («activity areas») για να περιγράψει τον τόπο όπου διαδραματίζεται το εκάστοτε ανθρώπινο συμβάν και η αντίστοιχη χωρική συμπεριφορά. Οι περιοχές αυτές οριοθετούνται στους αρχαιολογικούς χώρους από τα ευρήματα και τον τρόπο κατά τον οποίον βρίσκονται διεσπαρμένα τα διάφορα αντικείμενα και ανθρώπινα περιττώματα. Οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε τέτοιες περιοχές φέρουν κατά κανόνα ταυτότητα φύλου και είναι μονο-λειτουργικές.
    Στο βιβλίο της «Analyzing Activity Areas», η Kent μελέτησε λαϊκές κατοικίες και, προκειμένου να αξιολογήσει τη διαπολιτισμική ισχύ των ισχυρισμών της, έζησε διαδοχικά με Ευρω-αμερικάνικες, και Ισπανο-αμερικάνικες οικογένειες καθώς και με οικογένειες της φυλής Navajo (αυτόχθονη φυλή της Βορείου Αμερικής). Δεν χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο ερευνητικό εργαλείο, όπως τη γεωμετρία ανάλυσης του Palladio. Εργάζεται ακολουθώντας μία συγγενή επιχειρηματολογία με εκείνη του Henry Glassie. Χρησιμοποιεί την έννοια «πολιτισμός» (culture) ως ένα κοινό σύστημα εννοιών και συμβόλων, τη «συμπεριφορά» (behavior) ως κοινωνικές δράσεις όπως αυτές ερμηνεύονται σε ένα σύστημα εννοιών (ο πολιτισμός είναι ένα από αυτά τα συστήματα εννοιών), και «πολιτισμικό προϊόν» (cultural material) τα απτά προϊόντα των συμπεριφορών, όπως τα διάφορα αντικείμενα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, και τα ζωικά υπολείμματα. Ο πολιτισμός, οι συμπεριφορές, και το πολιτισμικό προϊόν δεν είναι διακεκριμένες οντότητες ανεξάρτητες η μία της άλλης. Μπορούν να διαφοροποιηθούν μόνο για λόγους αναλυτικής εξέτασης των μερών του συνόλου. Όμως, αν και υπάρχει αυτή η συσχέτιση, τα τρία στοιχεία δεν είναι επιδεκτικά αμοιβαίας εναλλαγής.

    Συγκεκριμένα, η Kent ελέγχει τρεις αυτονόητες υποθέσεις, σχετικά με τις «περιοχές δραστηριοτήτων»:
    • Οι περιοχές αυτές οριοθετούνται στους τόπους όπου ανευρίσκονται αντικείμενα, και ζωικά υπολείμματα και εκκρίματα. Οι αρχαιολόγοι, αναλύοντας αυτά τα στοιχεία, μπορούν να συναγάγουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το είδος διατροφής ανθρώπων του παρελθόντος και τελικά με το είδος ζωής των συγκεκριμένων ανθρώπων.

    • Είναι κατά κανόνα ιδιαίτερες για κάθε φύλο.

    • Είναι κατά κανόνα μονο-λειτουργικές.

    Απόρροια αυτών υποθέσεων είναι ότι,
    • Τα αντικείμενα και τα ζωικά υπολείμματα ανευρίσκονται στις περιοχές όπου χρησιμοποιήθηκαν.

    • Τα εγκαταλελειμμένα κτίσματα, τα οποία φιλοξένησαν συγκεκριμένες «περιοχές δραστηριοτήτων», επιτρέπουν τη δημιουργία συμπερασμάτων σχετικών με τη λειτουργία των χώρων αυτών.

    • Άνδρες και γυναίκες δεν χρησιμοποιούν κατά κανόνα τις ίδιες «περιοχές δραστηριοτήτων».

    • Δραστηριότητες που σχετίζονται με διαφορετικές λειτουργίες πραγματοποιούνται σε διαφορετικές περιοχές.

    Το κύριο επιχείρημα της Kent είναι ότι δεν είναι δυνατή η αντίληψη της λογικής του χώρου εάν δεν μελετηθούν ταυτόχρονα και οι αντίστοιχοι κανόνες συμπεριφοράς. Από μόνος του ο κάθε χώρος μοιάζει να τα επιτρέπει όλα. Διαπιστώνει όμως ιστορικά και ανθρωπολογικά ότι κατά κανόνα το κάθε είδος χώρου σχετίζεται με περίπλοκους κανόνες συμπεριφοράς. Φθάνει δε στον ακραίο ισχυρισμό ότι η αρχιτεκτονική, στις περιπτώσεις που δεν επηρεάζει, διαμορφώνει ή επιβάλλει τη συμπεριφορά μπορεί να παρακαμφθεί. Υποστηρίζει δηλαδή ότι μεμονωμένα η αρχιτεκτονική οργάνωση του χώρου είναι σχεδόν ανάξια ανάλυσης.

    Η θέση των Hillier, Girouard, και Glassie έρχεται σε αντιπαράθεση με τη λογική της Kent. Οι μελετητές αυτοί υποστηρίζουν ότι η οργάνωση του χώρου δεν είναι ανάξια λόγου. Ο λογικός συσχετισμός «αν δεν γνωρίζουμε και τη συμπεριφορά, δεν είμαστε σίγουροι για τη λογική του χώρου», δεν σημαίνει ότι μόνος του ο χώρος είναι ανάξιος λόγου. Απλώς η πληροφόρηση που μας δίνει είναι ανεπαρκής. Δίνουν δηλαδή έμφαση στην ποιοτική διαφορά μεταξύ του «δεν αρκεί» και του «μόνος του δεν αρκεί».

    Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι αυτό που επιχειρεί η Kent, ζώντας μέσα σε οικογένειες, το επιχειρεί και ο «ΧΑ», ως αόρατος παρατηρητής, μέσα από τις ταινίες. Μία ανάλογη μέθοδο, σε διαφορετικό όμως ηθικό πλαίσιο, προβάλλει και η κινηματογραφική ταινία «The Truman Show», (1998).


    Edward Twitchell Hall

    Ιδιότητα: ανθρωπολόγος.
    Βιβλιογραφική αναφορά: The Hidden Dimension: an anthropologist examines man’s use of space in public and in private, Anchor Books, Doubleday & Company, Inc., Garden City, New York, 1966.


    Σύμφωνα με τη θεωρία του Hall, μέσα από το οπτικό πρίσμα του πολιτισμού μας, η στάση του σώματος και η απόσταση μεταξύ των σωμάτων ερμηνεύονται ως κώδικες συμπεριφοράς. Γύρω από κάθε σώμα νοείται μια «σφαίρα επιρροής», ο ζωτικός μας χώρος, η οποία δεν μας είναι αδιάφορη. Πάνω στο θέμα αυτό έχουν διαμορφωθεί διάφορες θεωρίες περί «εδαφικότητας» (territoriality) και «συνωστισμού» (crowding), όπου το κεντρικό θέμα είναι η άμυνα της σφαίρας επιρροής. Προτού διαμορφωθούν αυτές οι θεωρίες, υπήρχε η παραδοσιακή αντίληψη (η οποία προέρχεται από την Βιολογία) ότι η κύρια λογική του χώρου είναι η άμυνα του εδάφους.
    Ο Hall επηρεάζει την αρχιτεκτονική γιατί από τις θεωρίες του προκύπτουν σταθερές, όπως αυτές που αξιοποιεί ο «ΧΑ», οι οποίες εντάσσονται σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο σκηνοθετικής διαχείρισης: π.χ. οι σχετικές θέσεις των επίπλων και ο εν γένει τρόπος χωροθέτησής τους προκειμένου να αποδοθεί η συγκεκριμένη αίσθηση που απαιτεί το σενάριο. Ανακύπτει δηλαδή το ερώτημα εάν όλες αυτές οι απόψεις ισχύουν οικουμενικά, συνηγορώντας υπέρ κάποιων βιολογικών σταθερών για την ανθρώπινη φυσιολογία, ή εάν πρόκειται για συμβάσεις, οι οποίες μπορούν να διασκεδαστούν ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον. (Το δεύτερο μάλλον ισχύει, δηλαδή συνωστισμοί που σε κάποιο κοινωνικό περιβάλλον φαίνονται αδιανόητοι, σε κάποιο άλλο περιβάλλον απορροφώνται.)Αυτό που τελικά έχει σημασία για την αρχιτεκτονική είναι ότι γενικές κοινωνικές αφαιρέσεις, όπως η κοινωνική τάξη, και οι ρόλοι, εμφανίζονται, εκφράζονται, και αποτυπώνονται τόσο στις συμπεριφορές όσο και στην οργάνωση του χώρου της καθημερινής ζωής.




          Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

          «ΧΑ»: Συναφείς Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές απόψεις

          Η κεντρική υπόθεση στη μεθοδολογία του «ΧΑ» είναι ότι η κατοικία αποτελεί αποτύπωμα τρόπου ζωής και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες εκφράζονται τόσο στην εμφάνιση όσο και στην οργάνωση του χώρου. Έχει υιοθετηθεί δηλαδή η πεποίθηση ότι υπάρχει συστηματική σχέση μεταξύ αφαιρετικών δομών (εξουσία, κοινωνική τάξη, συμπεριφορές) και τρόπων οργάνωσης του χώρου και των χωρικών σχέσεων. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται αφενός μεν από γενικές κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές θεωρητικές ιδέες, αφετέρου δε από συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις στο θέμα του οικιακού χώρου.
          Στην παρούσα δημοσίευση παρουσιάζονται οι θεωρητικές απόψεις των Basil Bernstein (εξέταση των ορίων του χώρου σε σχέση με τη συγκρότηση μοντέλων ταξινόμησης και πλαισίωσης κοινωνικών κατηγοριών και συμπεριφορών), καθώς αναζητούν τρόπους με τους οποίους αφαιρετικά κοινωνικά φαινόμενα μετασχηματίζονται σε συγκεκριμένα αντικείμενα, Erving Goffman (περιοχές συμπεριφοράς), Michel Foucault (η μελέτη του χώρου ως μηχανισμού πειθαρχίας και ελέγχου), και Anthony Giddens (η εξέταση του χώρου ως πεδίου όπου εξελίσσονται και δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις).

          Basil Bernstein
          Ιδιότητα: Κοινωνιο-γλωσσολόγος και κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης.
          Βιβλιογραφική αναφορά: Class, Codes and Control, volume 3: Towards a Theory of Educational Trasmissions, Routledge & Kegan Paul, London 1977 (ειδικά το κεφάλαιο 5, On the classification and framing of educational knowledge, σελ. 85-115 & το κεφάλαιο 6, Class and Pedagogies: Visible and Invisible, Appendix: A note on the coding of objects and modalities of control, σελ. 151-156),
          Παιδαγωγικοί Κώδικες και Κοινωνικός Έλεγχος, Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Ιωσήφ Σολομών, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2η έκδοση: Αθήνα, Μάιος 1991 (πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει μία συνέντευξη και τρία κείμενα του B. Bernstein).
          Τίτλοι πρωτοτύπων:

          Ο Bernstein εισάγει την έννοια της «Ορατής Παιδαγωγικής Πρακτικής» («Visible Pedagogy», δηλαδή συστήματα παιδαγωγίας που δηλώνουν ρητά τους κανόνες της διαδικασίας), και της «Αόρατης Παιδαγωγικής Πρακτικής» («Invisible» Pedagogy», δηλαδή συστήματα παιδαγωγίας όπου οι κώδικες είναι μεταμφιεσμένοι και απαιτείται από τα υποκείμενα να καταλάβουν τους κανόνες μέσα από υπαινιγμούς). Πρόκειται για ένα σύστημα ελέγχου του βαθμού εσωτερίκευσης κωδίκων συμπεριφοράς από τα υποκείμενα. Αυτό προϋποθέτει την εκ μέρους τους εκπαίδευση στην αναγνώριση λεπτομερειών στη συμπεριφορά τρίτων μέσω υπαινιγμών.
          Τα συστήματα «Αόρατης Παιδαγωγικής Πρακτικής» είναι συστήματα συμπεριφοράς όπου επικρατεί διαρκής έλεγχος εάν τα υποκείμενα έχουν εσωτερικεύσει τους κώδικες. Και αυτό σημαίνει ότι απαιτείται εκπαίδευση στην αναγνώριση των λεπτομερειών των κωδίκων στη συμπεριφορά των τρίτων μέσα από υπαινιγμούς ή έμμεσες διατυπώσεις.
          Στο χώρο, η «ανοιχτή» κάτοψη βοηθάει κατ’ εξοχήν την «ανοιχτή» συμπεριφορά ακριβώς μέσα από τη θεατρική συμπεριφορά. Αν κάποιος είναι εκπαιδευμένος σε ένα σύστημα που κάτι λέγεται ρητά ειδάλλως δεν ισχύει, τότε η «Αόρατη Παιδαγωγική Πρακτική» τον εκμηδενίζει: τον παρασύρει σε «ανεξέλεγκτη» συμπεριφορά με συνέπεια να χαρακτηριστεί αρνητικά από αυτούς που τηρούν το πρωτόκολλο των «αόρατων παιδαγωγικών κωδίκων».
          Το κοινωνιολογικό επιχείρημα του Bernstein είναι ότι η εκπαίδευση με άρρητους κώδικες, βοηθάει στην απόκτηση περαιτέρω κοινωνικής επιδεξιότητας.
          Επιπλέον, ο Bernstein ορίζει τις έννοιες της «ταξινόμησης» και της «περιχαράκωσης».
          Η «ταξινόμηση» (ισχυρή, ασθενής) αναφέρεται στην εξουσία που προδιαγράφει τι μπορεί να τεθεί μαζί με τι, συγκροτώντας μια κατηγορία, και πόσο ισχυρή είναι η διάκριση μιας κατηγορίας από μια άλλη.
          Ο όρος «περιχαράκωση» (ισχυρή, ασθενής) αναφέρεται όχι στο «τι υπάρχει» αλλά, δεδομένων κάποιων πραγμάτων, «πόσο αυστηρά αυτά διακρίνονται», θεωρώντας ως βασική διάκριση το αν οι διαδικασίες έχουν προδιαγραφεί στις λεπτομέρειές τους (είναι «προδιαγεγραμμένες») ή «διαπραγματεύσιμες». Προσδιορίζει δηλαδή τη γενική ποιοτική διάκριση μεταξύ περιεχόμενων επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και, τον τρόπο με τον οποίο τα κατάλληλα περιεχόμενα συνδυάζονται μεταξύ τους, ιεραρχούνται και διατάσσονται διαμορφώνοντας το επικοινωνιακό πλαίσιο.
          Ο Bernstein δεν ασχολείται με θεωρίες περί ύπαρξης «καλών» και «κακών» συστημάτων αλλά ερευνά το θέμα των κωδίκων, που άλλοτε μεν έχουν θετικά άλλοτε δε αρνητικά χαρακτηριστικά. Το κύριο θέμα είναι η ύπαρξη αυτών των κωδίκων και ο τρόπος με τον οποίον λειτουργούν. Ουσιαστικά πρόκειται για ορισμό «τρόπου ύπαρξης». Αυτή την προδιαγεγραμμένη συμπεριφορά ο Bernstein ονομάζει «περιχαράκωση».
          Οι έννοιες αυτές (μεταξύ άλλων) χρησιμοποιούνται από τον «ΧΑ» προκειμένου να διατυπωθούν ερμηνευτικές απόψεις για δύο τύπους διαμόρφωσης χώρου: την «κλειστή» και την «ανοιχτή» κάτοψη. Οι τύποι αυτοί ουσιαστικά περιγράφουν κατά πόσο το κτίριο ταξινομεί και απομονώνει τις διαφορετικές δραστηριότητες σε «περιχαρακωμένα» (κλειστά) δωμάτια ή κατά πόσο τις συνδέει, οπτικά τουλάχιστον, διαμορφώνοντας ανοιχτούς χώρους.


          Erving Goffman
          Ιδιότητα: ανθρωπολόγος-κοινωνιολόγος.
          Βιβλιογραφική αναφορά: The Presentation of Self in Everyday Life, Penguin Books, 1976, chapter 3, Regions and Region Behaviour, p. 109 / Interaction Ritual, essays on Face-to-Face behavior, Pantheon Books New York, 1967 / Relations in Public, Microstudies of the Public Order, Penguin Books, 1972.


          Ο Goffman είναι εκπρόσωπος ενός συγκεκριμένου ρεύματος της Σχολής του Σικάγο, της «δραματουργικής προσέγγισης». Τη χρήση του δραματουργικού μοντέλου για τη καταγραφή της κοινωνικής αλληλεπίδρασης οφείλει στον Kenneth Burke και το έργο του «The Grammar of Motives» (1945). Σύμφωνα με τον Burke όταν ένα άτομο βρίσκεται σε αλληλεπίδραση επιθυμεί να κατευθύνει και να ελέγχει τις εντυπώσεις που το άλλο σχηματίζει γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται ο Burke, το άτομο κατασκευάζει ένα θέαμα για τους άλλους, δίνει συνεχώς μια θεατρική παράσταση.
          Το ενδιαφέρον του εντοπίζεται στην παρατήρηση, καταγραφή και ανάλυση της αλληλεπίδρασης σε «συνθήκες συνεύρεσης των μετεχόντων». Η έμφαση δίνεται στην κατανόηση των όσων διαδραματίζονται από τα άτομα ως τους μετέχοντες σε μια ιδιαίτερη μορφή συνάντησης και όχι ως μέλη μιας μικρής ομάδας.
          Η έννοια του χώρου (ή μάλλον των χωρικών μονάδων) αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την περιγραφή και ερμηνεία της πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης. Η αναφορά στο χώρο δηλώνει δυνατότητα συνεύρεσης, προσδιορίζει αλλά και διαφοροποιεί τα πεδία εμφάνισης και εξέλιξης της αλληλεπίδρασης: με τη διάκριση των χωρικών μονάδων σε εστιασμένες ή μη εστιασμένες συναθροίσεις ή σε κοινωνικές περιστάσεις, ο Goffman ορίζει τα σύνορα των συναντήσεων καθώς και τα όρια επικράτειας του εαυτού.
          Ο Goffman ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά συναρτάται αφενός μεν από το ρόλο, ο οποίος επιβάλλει περιορισμούς, αφετέρου δε από το «σκηνικό» («setting»). Το επιχείρημά του είναι ότι η κοινωνική τάξη δεν εκφράζεται κατευθείαν στο χώρο, αλλά διαμεσολαβείται από το τρίπτυχο «ρόλος, σκηνικά, συμπεριφορές».
          Επιπλέον εισάγει την έννοια των «περιφερειών συμπεριφοράς» («region»), περιοχές δηλαδή όπου εκδηλώνεται αντίστοιχα ολόκληρη η κλίμακα των συμπεριφορών. Ο κοινωνικός χώρος κατά τον Goffman, επιπλέον του θεατρικού του χαρακτήρα, όπου υπάρχει προσκήνιο και παρασκήνιο, εμπεριέχει και ένα σύνολο άλλων διαβαθμισμένων περιοχών, σε κάθε μία από τις οποίες χωροθετούνται αρμόζουσες συμπεριφορές: «Τι επιτρέπεται να κάνεις και πού».
          Με γνώμονα το δραματουργικό μοντέλο και την οργάνωση της θεατρικής ζωής ο Goffman προσεγγίζει κάτω από μια νέα οπτική την κοινωνική αλληλεπίδραση, τους ρόλους και τους ερμηνευτές τους καθώς και την έννοια του εαυτού, προβάλλοντας την κυνικότητα και την προσποίηση ως τα κατ’ εξοχήν γνωρίσματα της κοινωνικής ζωής («Presentation of Self in Everyday Life», 1956).
          Ο ρόλος είναι μία σαφώς ορισμένη ακολουθία πράξεων που επιβάλλεται από την κοινωνία. Μπορεί να μην τον αποδεχόμαστε αλλά γνωρίζουμε γι’ αυτόν και έχουμε επίγνωση για τις αντίστοιχες ευθύνες. Δεν έχουμε όμως επίγνωση του συνόλου της κοινωνικής δομής που τον επιβάλλει.
          Η χρήση της έννοιας της θεατρικότητας οδηγεί στην αναδιάταξη της κοινωνικής ζωής σύμφωνα με τη θεατρική οπτική. Με σημείο αναφοράς το θεατρικό τόπο κάθε ερμηνεία ρόλου απευθύνεται σε ένα ακροατήριο ενώ όλες οι ερμηνείες έχουν ανάγκη από παρασκήνια, δηλαδή από χώρο και χρόνο για προετοιμασία.
          Εάν αντιπαραβάλλουμε το μοντέλο του θεάτρου κατά τον Goffman (με αναφορές σε κτίρια, έπιπλα και σώματα και όχι απλά ως ένα τύπο χρήσεως του χώρου) με το μοντέλο του κινηματογράφου, διαπιστώνεται ότι έχουν κοινό ένα νοητικό συστατικό στοιχείο, το κείμενο, και τρία φυσικά συστατικά: τα σώματα, τα σκηνικά και το κτίριο. Ο «ΧΑ» επεξεργάζεται και τα τέσσερα αυτά συστατικά, τα οποία ανιχνεύει στο πεδίο του ελληνικού κινηματογράφου της περιόδου 1950-70.


          Michel Foucault
          Ιδιότητα: κοινωνιολόγος.
          Βιβλιογραφική αναφορά: Επιτήρηση και Τιμωρία: η γέννηση της φυλακής, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, Αθήνα 1989.


          Το βασικό επιχείρημα του Foucault είναι ότι η καταπίεση δεν είναι μια αφαίρεση αλλά μία υλικότητα, ο σχεδιασμός της οποίας εξαρτάται από γενικές εξουσίες. Η αρχιτεκτονική ως τόπος κατανομής της ορατότητας και της αδιαφάνειας (πανοπτικό σύστημα) συνιστά συγκροτητικό παράγοντα της διαμόρφωσης υποκειμένων, και όχι απλή μορφή υλικών.
          Ο Foucault, στη συγκεκριμένη μελέτη όπου χρησιμοποιεί ως πεδίο εφαρμογής τη φυλακή, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει γενικά καταπίεση αλλά ένα ιδιαίτερα οργανωμένος χώρος με προσεγμένες λεπτομέρειες, και όπου ιδιαίτερες γνώσεις έχουν έρθει να τις επηρεάσουν αν όχι να τις προκαθορίσουν. Π.χ. η εξειδικευμένη γνώση του ψυχολόγου, επιβάλλει ο σωλήνας της ύδρευσης να είναι κατασκευασμένος από συγκεκριμένο υλικό και με ειδικό τρόπο ώστε να μην μπορεί ο κρατούμενος χτυπώντας τον να μεταδίδει ήχο και να συνεννοείται με άλλους συγκρατούμενούς του. Επομένως, εάν η μέθοδος του ψυχολόγου επιβάλλει τη διακοπή της επικοινωνίας για το σωφρονισμό του εγκληματία, αυτό αποτελεί τεχνική προδιαγραφή και δεν απομένει παρά να βρεθούν τα κατάλληλα υλικά και οι αντίστοιχες τεχνικές που θα υλοποιήσουν αυτή την προδιαγραφή.
          Καταπίεση είναι και ο τρόπος που έχει σχεδιαστεί η κλειδαριά του κελιού, ώστε να βλέπει απ’ έξω ο φύλακας τον κρατούμενο αλλά όχι το αντίστροφο, ή ακόμη και ο τρόπος που ανοίγει η καταπακτή για να παραδοθεί η τροφή.
          Ο συσχετισμός των επιχειρημάτων του Foucault με αυτά που διαχειρίζεται ο «ΧΑ» συνοψίζονται στο ότι ο σχεδιασμός του χώρου και η χωροθέτηση του εξοπλισμού συγκροτεί ένα είδος «μηχανικής καταπίεσης» (εφόσον το αποτύπωμα του οικοδεσπότη δεν είναι κατ’ ανάγκην συμβατό με το αποτύπωμα του επισκέπτη), που πολλές φορές οργανώνει και επιβάλλει αρχές στη συμπεριφορά των υποκειμένων καθορίζοντας τη μεταξύ τους σχέση.


          Anthony Giddens
          Ιδιότητα: κοινωνιολόγος
          Βιβλιογραφική αναφορά: Anthony Giddens, The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration, Paperback Reprint edition: January 1986, University California Press.


          Τη «δομή» («structure») τη δεχόμαστε ως «άνωθεν» επιβεβλημένη. Υπάρχει και λειτουργεί από μόνη της, ερήμην και εν αγνοία του υποκειμένου. Η ιδέα της δομής είναι παθητική, είναι κάτι αποκρυσταλλωμένο και σχεδόν εκτός ελέγχου (όπως οι νόμοι του καπιταλισμού). Σύμφωνα όμως με τη θεωρία του «structuration», όπως την εισάγει ο Giddens, η δομή δεν υπάρχει μόνη της, αλλά αναπαράγεται χάρη στις συμπεριφορές. Είναι μεν έμμεση αυτή η σχέση, αλλά το ότι κάποιος αποδέχεται μια σειρά από ρόλους στη ζωή του (σύζυγος, επαγγελματίας, αθλητής, …), το ότι υποτάσσεσαι σε μια σειρά σκηνικά (οικιακό χώρο, επαγγελματικό χώρο, γήπεδο ποδοσφαίρου), το ότι συμπεριφέρεται με ορισμένους τρόπους που εν μέρει είναι επιλογή του και εν μέρει επιβεβλημένοι από τους ρόλους και τα σκηνικά, όλο αυτό, είτε το θέλει είτε όχι, αναπαράγει και εν μέρει κλονίζει τη δομή. Οι γενικές κοινωνιολογικές αφαιρέσεις (κοινωνική τάξη, ρόλοι, εξουσία) διαρθρώνονται με πραγματικές συμπεριφορές, καταγράψιμα και αναλύσιμα στοιχεία, και εντέλει και με την οργάνωση του χώρου και του χρόνου. Αυτό που ενδιαφέρει στη μεθοδολογία του «ΧΑ», είναι η αμφίδρομη σχέση μεταξύ «structuration» και συμπεριφοράς, που εξαρτάται από την «ταυτότητα» των υποκειμένων.







                  • José Rodriguez: Questions to Basil Bernstein

                  • On the classification and framing of educational knowledge

                  • Social class and pedagogic practices

                  • Codes, modalities and the process of cultural reproduction – a model.

                  Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

                  «ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (Erwin Panofsky)

                  Erwin Panofsky


                  Ιδιότητα: ιστορικός της τέχνης.
                  Βιβλιογραφκή αναφορά: Μελέτες εικονολογίας (Ουμανιστκά θέματα στην Τέχνη της Αναγέννησης), εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1991.


                  Η ερευνητική προσέγγιση στο θέμα του οικιακού χώρου με τη βοήθεια του εννοιολογικού εργαλείου «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» πραγματοποιείται σε μία διαδρομή παράλληλη με άλλες συναφείς μεθοδολογίες και θεωρητικές απόψεις. Ειδική όμως αναφορά πρέπει να γίνει στον ιστορικό της τέχνης Erwin Panofsky, η θεωρητική ματιά του οποίου απετέλεσε τον βασικό άξονα στην ταξινόμηση και διαβάθμιση των παρατηρούμενων στοιχείων στα τρία (3) εννοιολογικά επίπεδα:

                  Α. Αντιληπτικό επίπεδο χρήσης του χώρου

                  Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Πρωτοβάθμιο ή Φυσικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 26).

                  Στο πρώτο διαδικαστικό στάδιο της ανάλυσης των ταινιών καταγράφεται το «τι βλέπουμε», χωρίς καμία περαιτέρω εμβάθυνση. Γίνεται η μεταγραφή στοιχείων από το κινηματογραφικό σύστημα γραφής στον αρχιτεκτονικό χωρικό κώδικα (σε μετρήσιμα μεγέθη). Η διαδικασία αυτή μεταφέρει την κινηματογραφική πραγματικότητα στο χαρτί και δίνει τα πρώτα δείγματα δυνατότητας επεξεργασίας. Το αντιληπτικό επίπεδο υποδιαιρείται περαιτέρω σε καταρχήν και εκφραστικό. Στο καταρχήν υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή μέσω της απλής «ανάγνωσης». Στην περίπτωση των κινηματογραφικών ταινιών, στο επίπεδο αυτό περιγράφονται βασικά στοιχεία αναγνώρισης του χώρου, τα οποία υποπίπτουν άμεσα στην αντίληψη του θεατή (η ανάγνωση του χώρου ως προς πρότερη εμπειρία) και οδηγούν σε συμπεράσματα χωρίς καμία άλλη λογική διαμεσολάβηση. Στο εκφραστικό υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή μέσω της απαραίτητης εμπάθειας, μιας ευαισθησίας, που πηγάζει από την καθημερινή πρακτική εμπειρία και εξοικείωση του υποκειμένου με τα αντικείμενα και τα γεγονότα.

                  Iα. Καταρχήν κατηγορηματικό υποεπίπεδο


                  • Ανάλυση του αφηγηματικού περιεχομένου των ταινιών

                    • Ταυτότητα της ταινίας

                    • Αφήγηση σεναρίου

                    • Κατανομή κειμένου σε αφηγηματικές ενότητες

                    • Περίληψη

                    • Χρονική διάρκεια αφηγηματικών ενοτήτων


                  Iβ. Εκφραστικό κατηγορηματικό υποεπίπεδο


                  • Ανασυγκρότηση του σκηνικού οικιακού χώρου

                  • Διάταξη ως προς τοπολογικές σχέσεις (αραιώσεις / πυκνώσεις)

                  • Χρονική διάρκεια προβολής του οικιακού χώρου


                  Β. Ιδεολογικό επίπεδο χρήσης του χώρου

                  Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Δευτεροβάθμιο ή Συμβατικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 26-28).

                  Το δεύτερο επίπεδο ελέγχει «πώς είναι αυτό που βλέπουμε» με μετρήσεις και αναφορές σε σχεδιαστικούς κανόνες. Περιλαμβάνει μοτίβα που αναγνωρίζονται ως εικόνες, και συνδυασμούς εικόνων, που αποτελούν αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε αλληγορίες ή ιστορίες. Η διαφορά της σημασίας αυτού του επιπέδου από το αντιληπτικό είναι ότι στο ιδεολογικό επίπεδο απαιτείται μια νοητική και όχι απλώς αισθητηριακή διεργασία, καθώς και ότι «φορτίζει» συνειδητά την πρακτική ενέργεια με την οποία αποδίδεται (π.χ. το βγάλσιμο του καπέλου ερμηνεύεται ως ευγενικός χαιρετισμός).
                  Τα στοιχεία του Ιδεολογικού Επιπέδου των κινηματογραφικών ταινιών προκύπτουν μέσα από μία αναζήτηση συνέπειας κανόνων τρόπου ζωής, σχέσης φύλων και ηλικιών, κοινωνικού στρώματος, κοινωνικής κινητικότητας, και διαπραγμάτευσης της «αλήθειας» (ή ταυτότητας) των υποκειμένων.


                  IIα. Διατάξεις ως προς συμβατική οργάνωση (τυπική / άτυπη κάτοψη)


                  IIβ. Διατάξεις ως προς ομοιογένεια ύφους (πολυσυλλεκτικότητα)


                  IIγ. Συγκρότηση τυπολογίας οργάνωσης των χώρων


                  • Αναλυτική καταγραφή απόψεων

                  • Σύνοψη απόψεων (καταγραφή σε σχέδιο κάτοψης)

                  • Επιμέρους απόψεις (συνδυασμένη καταγραφή σε σχέδια κάτοψης και σε τρισδιάστατες απεικονίσεις από φωτογραφικές απόψεις)



                    Γ. Συμβολικό επίπεδο χρήσης του χώρου

                    Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Τριτοβάθμιο Επίπεδο Σημασίας (της εγγενούς σημασίας ή του περιεχομένου) κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 28-37).

                    Το τρίτο επίπεδο ελέγχει «πώς λειτουργεί αυτό που βλέπουμε», δηλαδή τη συνέπειά του ως προς κοινωνικά πρότυπα. Ανιχνεύονται δηλαδή πληροφορίες μέσα από τα αποτυπώματα της μορφολογίας των συμπεριφορών, δηλ. της κοινωνικής χρησιμοποίησης του χώρου. Η μετάβαση σ’ αυτό αρχίζει αφότου προσπαθήσουμε ν’ αντλήσουμε συμπεράσματα για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή μία συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς τα ως σύμπτωμα κάποιων ευρύτερων τάσεων μιας κοινωνικής ομάδας σε μία χρονική περίοδο. Δεν μπορούμε να αποφανθούμε για την προσωπικότητα κάποιου με βάση μια μεμονωμένη του ενέργεια (π.χ. ενός ευγενικού χαιρετισμού), παρά μόνο αφού συνδυάσουμε περισσότερες ομοειδείς παρατηρήσεις και τις ερμηνεύσουμε και υπό το πρίσμα των πληροφοριών μας για την ηλικία, την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, τις πολιτισμικές παραδόσεις κ.ο.κ. του συγκεκριμένου ατόμου.
                    Τα στοιχεία του Συμβολικού Επιπέδου χρήσης του χώρου, τα οποία ανιχνεύτηκαν στις κινηματογραφικές ταινίες προέρχονται από τις παρακάτω καταγραφές:


                    IIIα. Χαρτογράφηση των δυναμικών κινήσεων και συμπεριφορών των υποκειμένων μέσα στον οικιακό χώρο (καταγραφή ανά αφηγηματική ενότητα)


                    IIIβ. Χρονική διάρκεια όρθιων και καθιστών συναναστροφών

                      IIIγ. Διαγραμματική εξέλιξη των χαρακτήρων των δύο φύλων





                          Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

                          Γενικές Σκέψεις επί της αρχιτεκτονικής της περιόδου 1950-1970

                          Μέσα από δύο διαδοχικές προσεγγίσεις διερευνάται το ερώτημα εάν, στην αρχή και στο τέλος της περιόδου 1950-70, μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο δεδομένων, διαμορφώνεται αντίστοιχα ένα γνήσιο ή ένα «νόθο» χωρικό αποτύπωμα. Πώς δηλαδή, ενώ παρουσιάζεται ένας σαφώς αλλαγμένος αρχιτεκτονικός χώρος, εξακολουθούν να ισχύουν οι ίδιοι τρόποι ζωής.
                          Η πρώτη προσέγγιση πραγματοποιήθηκε με εφαρμογή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» στα πλαίσια της μελέτης του οικιακού χώρου των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70 αναλύοντας μία σειρά διαφορετικών ταινιών. Η δεύτερη προσέγγιση έγινε και πάλι με εφαρμογή του ιδίου εργαλείου, αυτή τη φορά όμως με τη μορφή συγκριτικής μελέτης πρωτότυπων κινηματογραφικών ταινιών των αρχών της δεκαετίας του ’50 με μεταγενέστερες εκδόσεις (remakes) του τέλους της δεκαετίας του ’60. Το επιχείρημα στη δεύτερη περίπτωση ήταν ότι το κοινό σενάριο προδιαγράφει αντίστοιχα ένα κοινό πλαίσιο κοινωνικών, οικονομικών, και πολιτισμικών δεδομένων.
                          Οι κινηματογραφικές ταινίες αναπαριστούν πρότυπα και κατ’ επέκταση αντανακλούν την αντίστοιχη κοινωνική πραγματικότητα. Η διαβίωση στην ανθρώπινη κοινωνία είναι ένα παιχνίδι «θέσεων» και «ρόλων», μέσα από το οποίο επιδιώκεται να ικανοποιηθούν ιεραρχικά ένα σύνολο αναγκών για κάθε άτομο: φυσιολογικές ανάγκες, ανάγκη για ασφάλεια, κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες του ΕΓΩ, και αυτοπραγμάτωση (Maslow). Η αρχιτεκτονική δεν προϋπάρχει των αναγκών. Ως εφαρμοσμένη τέχνη όμως, καλείται να καλύψει ή να επαναπροσδιορίσει μέρος αυτών των αναγκών μέσα από τη διαλεκτική της σχεδιαστικής διαδικασίας.
                          Στη δική μας περίπτωση, την περίοδο 1950-70, οι ταινίες προβάλλουν έναν πολιτισμό, ο οποίος έχει επίγνωση ότι αλλάζουν οι τρόποι χειρισμού της κίνησης του σώματος, αλλάζουν οι τρόποι τοποθέτησης των επίπλων, αλλάζουν οι τρόποι συγκρότησης ταυτότητας. Υπάρχει επίγνωση όλων αυτών των στοιχείων, αλλά η αρχιτεκτονική για τη μικρομεσαία αστική κοινωνία είναι άτονο μέσο έκφρασης. Γι’ αυτό και, όσο προχωράμε από την αρχή της δεκαετίας του ’50 προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, παρατηρείται μία αυξανόμενη άγνοια των αρχιτεκτονικών εκφραστικών κανόνων και ο σκηνικός χώρος νοθεύεται όλο και περισσότερο. Προβάλλεται μία αρχιτεκτονική που σταδιακά γίνεται όλο και πιο παθητική ή και εκμηδενιστική, που δεν διαντιδρά με τον άνθρωπο. Ο ρόλος της είναι περιορισμένος σ’ αυτόν του σκηνικού υπόβαθρου. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να μην παράγει αρχιτεκτονική για τα μικρομεσαία στρώματα αλλά, κατά κανόνα, να αφομοιώνει εν μέρει εισαγόμενα πρότυπα χώρου. Μέχρι και λίγο πριν το 1970, το μικρομεσαίο κοινωνικό στρώμα εξακολουθεί να διαβιώνει σε χώρο που δεν διαντιδρά με τη «διανθρώπινη σταθερά». Εάν ο τρόπος ζωής του απαιτεί να παιχτεί θέατρο, αυτό θα παιχτεί ανεξάρτητα από το είδος του χώρου, δηλαδή είτε σε «κλειστή κάτοψη» (με ρητούς κανόνες) είτε σε «ανοιχτή κάτοψη» (με άρρητους κανόνες συμπεριφοράς).
                          Η μικρομεσαία κοινωνία δρα ανεξάρτητα από ένα αρχιτεκτονικό περιβάλλον, το οποίο μοιάζει να της έχει επιβληθεί. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις, συναισθηματικές ή άλλες, στον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα ορίζουν το αποτύπωμα της ταυτότητάς τους, τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ αυτών και των αντικειμένων. Ο χώρος αποτελεί ένα πεδίο δράσεων, όπου παίζεται διαρκώς ένα θεατρικό παιχνίδι εσωτερικευμένο και «κλειστού» χαρακτήρα σε τέτοιο βαθμό που σπάνια διαπιστώνεται εξοικείωση ή επαφή με το «αρχιτεκτονημένο» περιβάλλον. Οι άνθρωποι κατά τις συναναστροφές τους, όσο μεταβαίνουμε προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, στέκονται όλο και περισσότερο όρθιοι, αγνοώντας τα έπιπλα. Ο χώρος παίζει συνοδευτικό και δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή των υποκειμένων.
                          Η διαπίστωση αυτή έχει ιστορικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς. Στο δεδομένο πολιτισμικό πλαίσιο του μικρομεσαίου κοινωνικού στρώματος στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70, δεν υπήρχαν οι συνθήκες για να αναπτυχθεί πρωτότυπη δημιουργία. Τα πολιτισμικά και οικονομικά εξαρτημένα μικρομεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του 1950, μέσα στο πλαίσιο της γενικής μεταπολεμικής ρευστότητας, αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να αποδεχτούν την αρχιτεκτονική ως δηλωτικό μέσο έκφρασης του χώρου και αδυνατούν να οικειοποιηθούν τα εισαγόμενα χωρικά πρότυπα ως ερέθισμα για αναζήτηση νέων τρόπων ζωής. Αυτό είναι έκδηλο από τον αδέξιο, επιπόλαιο, και κάπως αμήχανο τρόπο με τον οποίο τα διαχειρίζονται, αρκούμενοι στην προσφορότερη και ευκολότερα κατανοητή επιλογή της μίμησης.
                          Το «περιττό» της αρχιτεκτονικής φαίνεται ότι δεν αποτελεί βασική προτεραιότητα σε μια κοινωνία που μόλις ανακάμπτει από τα δεινά ενός πολέμου παγκόσμιας κλίμακας. Αντίθετα, αυτό που επιδιώκει είναι το «απαραίτητο», δηλαδή η βιολογική της συντήρηση. Κατά συνέπεια, οι μορφολογικές αλλαγές δεν ανταποκρίνονται σε «αποτυπώματα» αντίστοιχων τρόπων ζωής και παραμένουν εκτός της αντιληπτικότητας των υποκειμένων. Ο χώρος εξακολουθεί να μην αποτελεί αποτύπωμα δράσεων. Τα στοιχεία του χώρου απλά υποστηρίζουν τις δράσεις των υποκειμένων και υπογραμμίζουν την ταυτότητα των προσώπων. Η αρχιτεκτονική προσφέρει ένα γενικό υπόβαθρο, κάποιους πόλους γύρω από τους οποίους πραγματοποιούνται κινήσεις και συμπεριφορές αλλά τίποτα παραπάνω.

                          Η αρχιτεκτονική της περιόδου 1950-70 δεν επηρεάζει την «παράσταση» της ζωής. Την εξυπηρετεί φιλοξενώντας την. Το κινηματογραφικό σκηνικό μεταλλάσσεται τόσο ώστε να υπηρετεί το θέαμα και αποβλέπει στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέλκυση του μικρομεσαίου κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο τρόπος χρήσης του σκηνικού χώρου φαίνεται να υποδηλώνει ότι πρόκειται για ένα νόθο αποτύπωμα τρόπου ζωής. Το αντιστάθμισμα αυτής της έμμεσης δήλωσης επωμίζεται η απίθανη υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, οι οποίοι χρεώνονται την ευθύνη της «γνησιότητας» στην προσωπικότητά τους, και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα διανοητικό περιβάλλον ουτοπικής «Ανθρωπιστικής Αρχιτεκτονικής», όπου θα διαπραγματευτούν την «ταυτότητά» τους, κινούμενοι και δρώντας σε ένα τοπολογικό κοινωνικό χώρο, που ενώ συνεισφέρει στην αυτοπραγμάτωση (αυτο-ολοκλήρωση) των υποκειμένων, τελικά χαρακτηρίζεται από μία ανυπαρξία αρχιτεκτονικής. Η αγνοημένη από τους ειδικούς «διανθρώπινη σταθερά» φαίνεται να ακολουθεί τη δική της πορεία, καθοριζόμενη από ένα υπερ-ολιστικό σύνολο αναγκαιοτήτων. Μήπως αυτή η σταθερά αποτελεί την πηγή απ’ όπου η αρχιτεκτονική οφείλει να αντλεί τελικά την ουσία της ύπαρξής της;