Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Καναπές, το λαϊκό μέσο «διαντίδρασης» στο GREXIT από το Success Story (1)

Homo Othonious: το προϊόν καπήλευσης της σχέσης του μέσου Έλληνα Πολίτη με τα ΜΜΕ

Στην εποχή και τον τόπο που ζούμε, όπως εξάλλου και σε κάθε άλλο σημείο του Πλανήτη που έχει μπει στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, κυριαρχούν τα ΜΜΕ, που με το πρόσχημα της μετάδοσης πληροφοριών τελικά συντελούν στη διαμόρφωση μιας οικουμενικής κοσμοαντίληψης, βασισμένης στις επιλογές μερικών, κυριολεκτικά, ατόμων!... Ο μέσος Έλληνας πολίτης (αυτός δηλαδή που ανήκε στο κοινωνικό στρώμα που από το 2009 μέχρι σήμερα εξαερώθηκε...) μένει καθηλωμένος στον «καναπέ» (ή έτσι λένε τουλάχιστον), προσηλωμένος σε μία οθόνη, και μέσα από την εικονική πραγματικότητα, που πλέον είναι ενσωματωμένη στον τρόπο μετάδοσης των ειδήσεων-πληροφοριών, ενημερώνεται σε σημείο αποχαύνωσης. Αποκρυσταλλώνει γνώμη επί παντός επιστητού και μοιάζει να γνωρίζει σχεδόν τα πάντα!... Όσο και αν ο φανατικός τηλεθεατής ωρύεται μπροστά στον τηλεοπτικό του δέκτη, κανείς δεν του αποσπά την προσοχή μέχρις ότου ολοκληρωθεί μία ακόμη φάση που προμήνυε γκολ. Όλα τα άλλα μετά... Η εποχή του Homo Othonious σε πλήρη ανάπτυξη.
 
Ο μέσος αυτός Έλληνας πολίτης εκλαμβάνει την εξέλιξη των γεγονότων σαν ένα παραμύθι, το οποίο προβάλλεται σε συνέχειες. Βλέπει τη ζωή του να εξελίσσεται μέσα από τηλεοπτικές σειρές και ραδιοφωνικές εκπομπές και, έχοντας αναθέσει την τύχη του στα χέρια κάποιου πειστικού σκηνοθέτη ή παραγωγού, περιμένει την εξέλιξη του πεπρωμένου του σε κάθε επόμενο επεισόδιο: «Παρακολουθήστε ζωντανά τα συλλαλητήρια στο Σύνταγμα»... «Με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί η διεθνής κοινότητα το διπλωματικό θρίλερ καθώς το διπλωματικό συμβούλιο του ΟΗΕ δεν κατέληξε σε συμφωνία...».
 
Ο νους του μέσου Έλληνα εκλαμβάνει τις ενδείξεις ως αποδείξεις και συνάγει εύκολα συμπεράσματα. Τον Αύγουστο 2012, οι τηλεθεατές περίμεναν με αγωνία πότε ο νομπελίστας της Ειρήνης θα πατούσε το κουμπί για την εκτόξευση πυραύλων εναντίον χώρας που υποψιαζόταν ότι χρησιμοποιούσε χημικά όπλα (παρόμοιες υποψίες υπήρχαν και για το Ιράν που όμως μέχρι σήμερα δεν επαληθεύτηκαν). Η πίστωση εις βάρος των εν λόγω λαών καταγράφτηκε. Μετά τα όπλα, χημικά είτε μαζικής καταστροφής (τα οποία επίσης δεν βρέθηκαν ποτέ) στη Σερβία (Κόσοβο), το Ιράν, το Ιράκ, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, φαίνεται πως πλησιάζει η ώρα για το Συριακό λαό: «Θέμα ωρών η επίθεση στη Συρία»: Αναμένεται το πράσινο φως από Ομπάμα. Οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών υπέκλεψαν (!) συνομιλίες που δείχνουν ότι η επίθεση με χημικά διαπράχθηκε από τον Άσαντ. Η Παγκόσμια Κηδεμονία των Η.Π.Α. ορίζει ακόμα και την ώρα έναρξης του «έργου». Αυτό που απομένει να πληροφορηθεί ο τηλεθεατής είναι εάν θα υπάρξει και δεύτερη παράσταση (βραδινή)…
 
Τελικά, αν και η υποψία ήταν ένα άλλοθι που προερχόταν από τη σφαίρα του απίθανου, της ανασφάλειας και της απληστίας, η επίθεση εναντίον της Συρίας («χωρίς να πατήσει αμερικάνικη μπότα σε συριακό έδαφος» – νεολογισμός με «βαθύ» ηθικό περιεχόμενο) αποσοβήθηκε επειδή «ξέμεινε» από οικονομικούς πόρους ο ίδιος ο θείος Σαμ. Το αμερικάνικο όνειρό του (γιατί για τέτοιο πρόκειται) δεν μπορεί προς το παρόν να συντηρήσει ούτε την ίδια του την επικράτεια!
 
Ο μέσος Έλληνας πολίτης λοιπόν, καταπίνοντας καθημερινά και χωνεύοντας μεγάλες δόσεις από τον, κυρίως, τηλεοπτικό, εκπεμπόμενο κυκεώνα αλληλοσυγκρουόμενων πληροφοριών, έχει πλήρως απονευρωθεί. Έχει υποβαθμιστεί σε άβουλο μέλος ενός «ζαλισμένου κοπαδιού» (Τσόμσκι). Δεν μιλάει. Παραμιλάει. Και οι «ψεκασμοί» καλά κρατούν. Όχι μόνο από αέρος αλλά, κυρίως, από «αέρος»:από τα δελτία ειδήσεων, τα τυχερά παιχνίδια, τα reality show για ανάδειξη ακραίας μορφής ταλέντων (με παραμυθένιες υποσχέσεις και προοπτικές τρόπου ζωής για το νικητή), και τον αθλητισμό με «βασιλιά» το ποδόσφαιρο και αυλικούς το μπάσκετ, και το στίβο. Πρόκειται για ένα καλά στημένο σύστημα που απασχολεί βολικά το νου των «πληβείων». Ειδικά ο αθλητισμός, με τη μορφή του πρωταθλητισμού, αποτελεί επιπλέον και μία καθόλου ευκαταφρόνητη πλουτοπαραγωγική πηγή μέσω των αναβολικών. Αυτό όμως είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης...

Προς το παρόν, στα σχήματα που δημιουργούν στον ουρανό οι «αερο-ψεκασμοί», ο μέσος Έλληνας διακρίνει τη μορφή του επικεφαλής της επιτροπής ελέγχου της προόδου των Ολυμπιακών έργων της Αθήνας το 2004, εκπροσώπου μίας βιομηχανίας πλύσης εγκεφάλων και συνειδήσεων, τροϊκανικός πρόδρομος με προβιά Μεγάλου Αδελφού. Μόνο υπό το καθεστώς «μηδενικής ανοχής» για περαιτέρω σκέψεις ή αμφισβητήσεις κερδίζεται η επιδοκιμασία του: «Μπράβο Ελλάντα», λίγο πριν το «Κουράγιο Ελλάντα»… ΑΠΟΛΥΤΩΣ!




Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

«Δύο φορές ξένος»: Η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923)




Στις αρχές του 20ου αιώνα, το μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου συμβίωναν ειρηνικά Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι,  και Εβραίοι. Όμως το καθεστώς αυτό μέχρι το 1924 είχε σταδιακά καταρρεύσει. Σχεδόν 400.000 μουσουλμάνοι διώχθηκαν από την Ελλάδα, ενώ τουλάχιστον 1,2 εκατομμύριο Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στην Τουρκία. «Οι άνθρωποι χρησιμοποιήθηκαν ως ‘λαχανικά’, που ξεριζώθηκαν από έναν τόπο και μεταφυτεύτηκαν σε έναν άλλο» (Κωνσταντίνος Φωτιάδης, καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας). Αυτός ο ξεριζωμός, αυτοί οι μαζικοί διωγμοί, δημιούργησαν μία άνευ προηγουμένου πληθυσμιακή ανακατανομή στη σύγχρονη Ελλάδα.
Οι αναμνήσεις και η εμπειρία των απελαθέντων από τις χαμένες πατρίδες, διατυπώνονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου Bruce Clark Twice A Stranger: How Mass Expulsion Forged Modern Greece and Turkey. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε την αφορμή και την πηγή για τη δημιουργία του ομώνυμου ντοκιμαντέρ «Δύο φορές ξένος», παραγωγής ΕΡΤ 2009, το οποίο προβλήθηκε από τη ΝΕΤ (*).
Επιπλέον, το 2012 (18 Σεπτεμβρίου έως 25 Νοεμβρίου) παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1 και Βασ. Σοφίας, Αθήνα) η έκθεση «Δύο φορές ξένος». Επρόκειτο για μία αναφορά στις μεγαλύτερες ανταλλαγές και εκτοπισμούς πληθυσμών του 20ου αιώνα, όταν εκατομμύρια άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους και μεταφέρθηκαν σε μια καινούργια πατρίδα: από την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, στη μαζική μετακίνηση Γερμανών και Πολωνών μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο διαχωρισμό της Ινδίας και τη δημιουργία του Πακιστάν το 1947, και στην Κύπρο το 1974.
Το υλικό της έκθεσης προερχόταν από προσωπικές μαρτυρίες και σπάνιο κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό.
(*) Στην ερευνητική ομάδα του ντοκιμαντέρ συνεργάστηκαν οι: Στάθης Πελαγίδης (καθηγητής του ΑΠΘ), Ανδρέας Αποστολίδης και Γιούρι Αβέρωφ (σκηνοθεσία), Μπρους Κλαρκ – συγγραφέας–δημοσιογράφος – και Ιάκωβος Μιχαηλίδης – ιστορικός – (επιστημονική επιμέλεια).


Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Το τρελοβάπορο


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα».

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές.

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό.

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο.

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε.

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μέσ’ στα όλα και περάσαμε.

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

(Oδυσσέας Eλύτης, Ο ήλιος ο ηλιάτορας, Ίκαρος, 1971)


Το αισιόδοξο μήνυμα από τον «ύπαρχο» στους επιβάτες τρελοβάπορου
Η Ελλάδα είναι και μετά την κρίση μία πλούσια Ευρωπαϊκή χώρα. Είναι πάντα η Ελληνική Οικονομία μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο Οικονομίες, παρά τον μικρό πληθυσμό των δέκα και κάτι εκατομμυρίων.
Ο όγκος της Ελληνικής Οικονομίας την κατατάσσει περίπου στην τριακοστή θέση παγκοσμίως.
Εάν υπήρχε G30, όπως υπάρχει το G20, η Ελλάδα είχε πάρα πολλές πιθανότητες να μετέχει.

(Απόσπασμα από την ομιλία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλώντας σε συγκέντρωση ομογενών στη Νέα Υόρκη, εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/09/2013)


Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη

Αφού το βαποράκι εστάθη ως μισήν ώραν εις τον μικρόν όρμον, κατέναντι της αγοράς, ήτις εφαίνετο σχεδόν γεμάτη από κόσμον, έστρεψε την πρώραν προς ανατολάς και απέπλευσε. Συγχρόνως οι καμπάνες των δυό εκκλησιών, αίτινες διέπρεπον με τους υψηλούς πύργους και τους θόλους των, η μία εις το ύψος της παραθαλασσίας οδού και της πλατείας, η άλλη εις το κέντρον της επάνω συνοικίας, εκινήθησαν γοργώς, εκχέουσαι μεγάλην και παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.
Διατί αυτά; Οι παπάδες ήξευραν, ότι ο Δεσπότης ο νεοχειροτόνητος της επαρχίας ήτο μέσα στο βαπόρι, αλλ’ ο πρώτος μεταξύ αυτών, ο επισκοπικός επίτροπος, είχε πληροφορηθή ότι η Σεβασμιότης του δεν επροτίθετο προς το παρόν να εξέλθη εις την πολίχνην, αλλά θα μετέβαινε πρώτον, χάριν της ιδίας ευκολίας του, εις την άλλην νήσον, την ανατολικήν, την απωτέραν εις τον δρόμον του, και είτα θα επέστρεφε να επισκεφθή και το εδώ ποίμνιόν του. Ουχ ήττον επήραν μίαν βάρκαν και ανήλθον όλοι ομού, οι επτά παπάδες, εις το βαπόρι, διά να χαιρετίσουν απλώς τον επίσκοπον εις την διέλευσίν του.
Μόλις η μαύρη των ρασοφόρων πλειάς ανήλθεν εις το πρυμναίον «κάσαρο» του ατμοπλοίου, όπου ίστατο αγναντεύων την μικράν πόλιν ο περιοδεύων ιεράρχης, και ο διάκος, αποτεινόμενος προς τον πρώτον βαίνοντα εκ των ιερέων, τον οποίον εκατάλαβεν ως επίτροπον του Δεσπότη, αν και πρώτην φοράν τον έβλεπε, του λέγει με τόνον δεσποτικόν.
- Γιατί δεν εσημάνατε τις καμπάνες;
Ο παπα-Γιαννάκης, 83 ετών άνθρωπος, αν και κωφός ήτο, εκατάλαβεν τι έλεγεν ο διάκος. Επειδή ο Δεσπότης δεν επρόκειτο να εξέλθη, δεν είχαν προβλέψει, η το ενόμισον περιττόν, να κρούσουν τις καμπάνες. Τώρα, όμως, εις το κέλευσμα του διάκου, εστράφη προς την λέμβον, εφώναξεν ένα νέον κρατούντα τας κώπας, και του λέγει.
- Σταμάτη! Τρέχα γρήγορα, έξω! Τις καμπάνες! Βαράτε τις καμπάνες!
Ο Σταμάτης, έφηβος ως 16 ετών, κυρίως βαρκάρης δεν ήτο, αλλ’ ορφανός μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εις τα ράσα των παπάδων. Όπως υπάρχουν εκκλησιαστικά δαιμόνια, ούτω υπάρχουν και αγυιόπαιδα εκκλησιαστικά. Πάραυτα εσιόφισεν, εκωπηλάτησε, και μετά εν λεπτόν έφθασεν εις την προκυμαίαν. Θα ημπορούσε να φωνάξη από την βάρκαν προς τους έξω, διά να τρέξουν να σημάνουν τις καμπάνες, αλλά δεν το έκαμε. Επήδησε έξω, κι᾿ έτρεξε διά ν’ απολαύση αυτός πρώτος την υπερτάτην ηδονήν της κωδωνοκρουσίας.
Καθώς έτρεχεν, έκραξε τον άλλον αδελφόν του, τον Φώτην, και τον έστειλεν εις την επάνω ενορίαν προς τον αυτόν σκοπόν. Είτα ανήλθεν υψηλά εις το καμπαναριό, εκόλλησεν ως τελώνιον εις την μεγάλην καμπάναν, ήρπασε το γλωσσίδι της, με την άλλην χείρα την λαβήν του επικράνου της άλλης, κι᾿έρριψε το σχοινίον της τρίτης εις εν άλλο παιδίον παρά την βάσιν του κωδωνοστασίου, το οποίον είχε κλειδώσει πεισμόνως έξω από το πορτέλλο του καμπαναριού.
Μετά μίαν στιγμήν μανιώδης κωδωνοκρουσία ήρχισε, και άλλοι εναέριοι ήχοι απήντησαν από την άλλην εκκλησίαν. Καί υπό τους ήχους αυτούς το ατμόποοιον απέπλεε, και οι παπάδες επέστρεψαν εις την ξηράν.
Μετά δυο εβδομάδας, όταν επέστρεψεν από την γείτονα νήσον ο Σεβασμιώτατος, εν μεγάλη κλαγγή κωδώνων, ως πρώτην φοράν ερχόμενος, επήγε κατ᾿ ευθείαν εις τον ναόν. Εκεί, εις το τέλος της δοξολογίας –και αυτό υπήρξε μετά την περί κωδωνοκρουσίας διαταγήν, την διά του διάκου δοθείσαν, η πρώτη χαρακτηριστική πράξις της ποιμαντικής του– επετίμησεν ένα των ιερέων, διότι ως επαρχιώτης και ασυνήθιστος από αρχιερατικάς ιεροπραξίας, είπε το σύνηθες «Δι’᾿ευχών των αγίων Πατέρων ημών», και δεν είπε: «Δι’ ευχών του αγίου Δεσπότου ημών». Ο δυστυχής ιερεύς πως να το ξεύρη, αφού πουθενά δεν το είχεν εύρει γραμμένον.
Την Κυριακήν όταν ελειτούργησεν ο επίσκοπος, εις το τέλος της λειτουργίας έδωκε νέον δείγμα της ποιμαντικής του. Εις το «Πάντοτε, νυν και αεί», τον γεροντότερον, τον πλέον πεπειραμένον, αλλά και εγγράμματον ιερέα, τον έπιασεν αποτόμως από τον βραχίονα, βαστάζοντα το Άγιον Ποτήριον, και τον εβίασε να σταθή επί εν λεπτόν εις τα βημόθυρα, διά να είπη το «Πάντοτε» – ως να επρόκειτο, κατόπιν του «Μετά φόβου Θεού», να γίνη και Δευτέρα Μετάληψις. Καί όμως το Ευχολόγιον γράφει μόνον, ότι «βλέπει ο ιερεύς προς τον λαόν», και όχι ίσταται εις την Αγίαν Πύλην. Ό,τι δε περιττόν γίνεται, μαρτυρεί μόνον τάσιν προς το πομπώδες και θεατρικόν – όπως συνηθίζουν μάλιστα οι Ρώσοι.
Μέγα ευτύχημα υπήρξε για τον άλλον γέροντα, τον επίτροπόν του, εις την οικίαν του οποίου κατέλυσεν ο ιεράρχης, το ότι ήτο πολύ κωφός. Ο Δεσπότης ηδύνατο να τον επιτιμά και να τον ονειδίζη μάλιστα, χωρίς αυτός ν’ aντιλαμβάνεται, μηδέ να πικραίνεται τίποτε. Όταν δεν ήτο παρών ο διάκος, διά να του εξηγήση, αυτός δεν ηδύνατο να εννοή τίποτε από τους θυμούς και τας εξάψεις του Σεβασμιωτάτου.
Τέλος κατόρθωσε να δώσει λογαριασμόν ο γέρων επίτροπος εις μετρητά, δι’ όλας τας αδείας γάμου και τα λοιπά «δικαιώματα» της Επισκοπής. Αλλά διά τα γαλόπουλα, τους αστακούς και τ’ αυγοτάραχα, κανείς δεν του εζήτησε λογαριασμόν πόσα είχε ξοδεύσει. Είναι αληθές ότι ο Δεσπότης ήτο εγκρατέστατος. Έπασχε από στομαχικά και καρδιακά συμπτώματα – ίσως από ψαμμίασιν η και διαβήτην. Αλλ’ ο διάκος είχε τα νειάτα του, την ξανθήν γενειάδα και την κόμην του. Θα ήτο υπερβολή βεβαίως αν ελέγαμεν, ότι ωμοίαζε με τον αρχιποιητήν εκείνον της Παπικής αυλής, του Λέοντος του Ι, όστις είχε παραπονεθεί ποτε, ότι έκαμνε στίχους διά χίλιους ποιητάς, και εις τον οποίον ο περιώνυμος Ποντίφηξ έδωκε την απάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit (σημείωση του γράφοντος: «μα και ο αρχιποιητής πίνει για χίλιους»).
Όπως και αν έχη, είναι βέβαιον, ότι ηγάπα πολύ το εντόπιον μοσχάτον εις δαμιτζάνες προσφερόμενον.
Τέλος ο Σεβασμιώτατος, αφού έδωκε το τελευταίον και κυριώτερον μάθημα ποιμαντικής εις τους ιερείς του – τους ενουθέτησε να είναι καθάριοι, να μη καπνίζουν ναργιλέ δημοσία και να μην κρατούν ποτέ ράβδον – εν ήχω κωδώνων και πάλιν, προεπέμφθη, επεβιβάσθη στο βαποράκι, κι᾿ επήγε να ποιμάνη και άλλα πρόβατα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)


Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Τα πτερόεντα δώρα

Ξένος του κόσμου και της σαρκός, κατήλθε την παραμονή από τα ύψη, συστείλας τας πτέρυγας όπως τας κρύπτη, θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.

Εκράτει εις την χείρα εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις, και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός, και ήκουσε τα δύο τεκνία να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρά του, και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβην πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την εσπέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει να αποκοιμίση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον ύβρισε νευρική με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη, και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν χωρίς να κάμουν την προσευχήν των, και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κ’ επάνω των έκυπτον άνθρωποι μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτία. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του διά να μη βλέπη κ’ έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς, και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν, και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Αι-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγας τα ώτα, διά να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς, και ο Άγγελος διά να παρηγορηθή, εισήλθεν εις μίαν εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον της θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας· και εις το βάθος, αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του ― το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν διά να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην διά να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας, και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1907)

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Προεπαναστατική Ρωσία (1911) και σύγχρονη Ελλάδα (2013)

(μέρος του επιλόγου του βιβλίου του Αλεξάνδρου Σελιανίνωφ με τίτλο «Η Μυστική Δύναμη του Κακού», Αγία Πετρούπολη 1911)

Ο διωγμός της Εκκλησίας
Πλησιάζει η ώρα εκείνη που δεν θα είμαστε σε θέση να πηγαίνουμε άφοβα στην εκκλησία, που δεν θα έχουμε δικαίωμα να παιδαγωγούμε τα παιδιά μας με το ορθόδοξο πνεύμα… Η βεβήλωση της εκκλησίας προ πολλού ήδη άρχισε…
Οι δολοφόνοι στις εκκλησίες ανιχνεύουν τα θύματά τους. Οι τοίχοι των ναών βάφονται με αίμα διαμελισμένων παιδιών και μητέρων. Ακούγονται ήδη και σε μας οι κακόβουλες φωνές που απαιτούν να φύγουν τα Θρησκευτικά από τα σχολεία, επειδή η διδασκαλία του Χριστού δήθεν εξάπτει την εχθρότητα μεταξύ των παιδιών!
Αρκετοί πολιτικοί, διανοούμενοι, εργάτες, μαθητές, ακόμη και μερικοί ιερείς συστρατεύονται ανοικτά στην παράταξη των διωκτών του Χριστού.

Κοινωνική διαφθορά
Εμείς βλέπουμε πως το γκρέμισμα συντελείται σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις: γκρεμίζεται καθετί θρησκευτικό και πατριωτικό, οι αφόρητοι εμπαιγμοί των ιερών και οσίων αποτελούν συνήθη φαινόμενα…
Τα μικροσκοπικά πορνογραφικά βιβλιαράκια που διανέμονται από ρακένδυτα παιδιά στις πόλεις, οι πορνογραφικές φωτογραφίες που τοποθετούνται στις βιτρίνες των χαρτοπωλείων, όλα συντελούν στη διαφθορά του ρωσικού λαού. Κάποιος ιατρός, ο Σ. Σ. Γκολοούσεφ, ανοικτά διακηρύσσει σε εφημερίδα ότι είναι απαραίτητες η πορνεία και οι εκτρώσεις!
Εμφανίζονται οργανώσεις όπου διαπράττονται όργια και βακχικές τελετές χωρίς καμία αιδώ! Οι ευσεβείς άνθρωποι διώκονται και εμπαίζονται, εάν τολμήσουν να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας εναντίον της κοινωνικής διαφθοράς.
Μέσα σ’ αυτό το άγριο ξεφάντωμα οι σκοτεινές δυνάμεις προωθούν τους σκοπούς τους με ασφαλή βήματα πίσω από τα συνθήματα «πρόοδος», «αλληλεγγύη», «πολιτισμός».

Η ψυχή του λαού
«Πολλοί νομίζουν ότι μια χώρα μπορούν να την κατακτήσουν μόνο με την δύναμη των όπλων», γράφει ο Κοπέν Αλμπανσέλι. Και συμπληρώνει: «Αυτό είναι τραγικό λάθος, υπάρχουν κτυπήματα πολύ πιο καίρια από εκείνα που χύνουν το αίμα του λαού. Είναι αυτά που στρέφονται κατά της ψυχής του λαού»!
Η ψυχή του λαού τρέφεται με τις αιώνιες παραδόσεις και τα πατροπαράδοτα ήθη του. Αυτές είναι και οι πραγματικές πηγές της ζωής του λαού…
Όπως τα δέντρα στο δάσος αναζητούν με τις ρίζες τους την κατάλληλη τροφοδοσία, έτσι και ο λαός ζει με εκείνα τα πνευματικά ερείσματα που διαμορφώθηκαν από την ανδρεία, τον ηρωισμό, τον αγώνα, τη θυσία και την ελπίδα των προγόνων του. Σ’ αυτά συνίσταται η ζωντανή δύναμη την οποία οι προηγούμενες γενιές κληροδότησαν στις επόμενες.

Απώλεια ιστορικής μνήμης
Γι’ αυτό, όποιος θέλει να φονεύσει την ψυχή ενός λαού, αρκεί να τον αποκόψει από το ζωντανό παρελθόν του, δηλαδή να εξαφανίσει από την μνήμη του την παράδοση και τις πνευματικές υποθήκες των προγόνων του, να του εμπνεύσει την περιφρόνηση και την αντιπάθεια προς αυτές, όπως ακριβώς θα έκανε κάποιος που θα έκοβε τις ρίζες ενός δένδρου, προκειμένου να το νεκρώσει. Έτσι ακούμε ότι πολλοί ρώσοι χαίρονται με κάθε κτύπημα που κάποιοι αόρατοι υλοτόμοι καταφέρουν στις ρίζες του αιωνόβιου ρωσικού δένδρου, κτύπημα που συνοδεύεται πάντοτε από δυνατές φωνές για πρόοδο, ελευθερία, ισότητα…

Μπροστά στον πνευματικό αφανισμό
Θα έλθει η ώρα, και ίσως είναι πλέον κοντά, που εμείς σωφρονισμένοι από την πικρή πείρα μας, θα μάθουμε να παλεύουμε κατά των δυνάμεων του σκότους…
Ο κίνδυνος που μας απειλεί είναι πιο φοβερός από τον ζυγό των Τατάρων και πιο ορμητικός από την επιδρομή του Ναπολέοντα. Τώρα πλέον, ανθρωπίνως, όλα είναι εναντίον μας!

Η μάνα μας Εκκλησία
Πίσω μας όμως στέκει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή και μόνη μπορεί να περιμαζέψει το σκόρπιο ποίμνιο του Χριστού, να απαλείψει την κοινωνική αδικία και να ξαναδώσει στη Ρωσία το προηγούμενο πνεύμα της.

Αφυπνιστικός ημέτερος επίλογος (*)
Ο προφητικός λόγος του Αλεξάνδρου Σελιανίνωφ σύντομα έγινε πραγματικότητα. Και η Ρωσία από το 1917 έζησε για εβδομήντα χρόνια μια συνεχόμενη νύχτα. Ζούμε κι εμείς σήμερα την δική μας τραγική πραγματικότητα. Θα παραμείνουμε αδιάφοροι και ασυγκίνητοι μπροστά στη σήψη και διαφθορά του λαού μας; Θα μείνουμε απαθείς μπροστά στους αόρατους υλοτόμους του έθνους μας;

(*) Έκδοση του Ιερού Ναού Θείας Αναλήψεως Δραπετσώνας


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Σαρακοστιανά αρτύσιμα κεράσματα

Χαίρομαι που επιτέλους τελείωσε η Μεγάλη Σαρακοστή και ο Χριστός έφυγε... Γλίτωσε ακόμη μία φορά από την υποκρισία και την κακία όλων ημών:
(α) αυτών που ανοιχτά Τον καταδιώκουν διαχρονικά,
(β.) των για προφανείς λόγους λίαν επικίνδυνων του είδους: των «ψευτοχριστιανών» ή οικουμενιστών (κατά τον Ιουστίνο Πόποβιτς),
(γ.) αυτών που θρησκειοποίησαν το εκκλησιαστικό γεγονός εξασφαλίζοντας έτσι μία «αριθμημένη θέση» στο μετά θάνατο «αμφιθέατρο», και τέλος
(δ.) των ολιγόψυχων και βολεμένων, που, ενώ είχαν την ευκαιρία να Τον γνωρίσουν, τελικά παραμένουν είτε άβουλοι είτε απείθαρχοι («Ούτως ότι χλιαρός εί, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου» – Αποκάλυψη Γ’, 16).
Πόσες φορές θα χρειαστεί να έρθει και να ξαναέρθει μέχρι κάτι επιτέλους να «καταλάβουμε». Στο κάτω-κάτω, για το συμφέρον μας πρόκειται… Ακόμα κι ο Ρωμαίος Τιβέριος το αντιλήφθηκε και γι’ αυτό τιμώρησε τον Πιλάτο. Εμείς όμως απομακρυνόμαστε, ενεργώντας κάθε φορά και με μεγαλύτερη οίηση, όλο και περισσότερο εις βάρος ακόμα και αυτού του μικρονοϊκού μας συμφέροντος! Μα πότε επιτέλους θα διαφοροποιηθούμε από την κοσμικότητα της εποχής μας. Πότε θα ρισκάρουμε να γίνουμε αποσυνάγωγοι, με κάθε κόστος!
Τα παρακάτω Σαρακοστιανά αρτύματα προσφέρονται με ζείδωρη ελπίδα, λίγο ετεροχρονισμένα, ως «διατροφικό συμπλήρωμα», αντίδοτο σε «καλπάζουσα νεοπλασία». Γιατί η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία. Απλούστατα δεν πεθαίνει ποτέ!...

Χαιρετισμοί
Ρήτορας πολυφθόγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε· 
απορούσι γαρ λέγειν το πώς και Παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας·
ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν·
χαίρε σοφίας Θεού δοχείον, χαίρε προνοίας αυτού ταμείον,
χαίρε φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα,
χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί
χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα, χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα,
χαίρε βυθού αγνοίας εξέλκουσα, χαίρε πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα,
χαίρε ολκάς των θελόντων σωθήναι, χαίρε λιμήν των του βίου πλωτήρων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κυριακή των Βαΐων
Ψαλμός ΛΖ’ (37): Κύριε, μη τώ θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τή οργή σου παιδεύσης με.
Ψαλμός ΡΒ’ (102): …, εμνήσθη ότι χους εσμέν· Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’, 18-43: … πάντα, όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΑ’:
(42.) ... λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταίς γραφαίς, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;
(43.) διά τούτο λέγω υμίν ότι αρθήσεται αφ’᾿υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής·

Ευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου,
πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισέ μοι τω σω δούλω.
Ναι Κύριε Βασιλεύ,
δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου·
ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μεγάλη Δευτέρα
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΒ’, 15-46:
(21.) … απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τώ Θεώ.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΚΓ’, 1-39:
(5. ) Πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις ...
(12.) Όστις δε υψώσει εαυτόν  ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται ...
(13.) … Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαισαίοι υποκριταί, …
(23.) … ταύτα έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι. Οδηγοί τυφλοί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες ...
(28.) Ούτω και υμείς, έξωθεν μεν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι, έσωθεν δε μεστοί εστε υποκρίσεως και ανομίας ...
(33.) Όφεις, γεννήματα εχιδνών! πώς φύγητε από της κρίσεως της γεέννης;
(37.) Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους τους απεσταλμένους προς αυτήν!
(39.) Λέγω γαρ υμίν, ου μη με ίδητε απ’ άρτι έως αν είπητε· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Την ώραν, ψυχή, του τέλους εννοήσασα και την εκκοπήν της συκής δειλιάσασα, το δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως έργασαι, ταλαίπωρε, γρηγορούσα και κράζουσα· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Τι ραθυμείς, αθλία ψυχή μου; Τι φαντάζη ακαίρως, μερίμνας αφελείς;. Τι ασχολής προς τα ρέοντα; Εσχάτη ώρα εστίν απ’ άρτι, και χωρίζεσθαι μέλλομεν των ενταύθα· έως καιρόν κεκτημένη, ανάνηψον κράζουσα· Ημάρτηκά σοι Σωτήρ μου· μη εκκόψης με, ώσπερ την άκαρπον συκήν, αλλ’ ως εύσπλαχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβω κραυγάζουσαν· Μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.

Ιωάννου μοναχού: Ο της ψυχής ραθυμία νυστάξας, ου κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα την εξ αρετών, και νεάνισιν ωμοιώθην μωραίς, εν καιρώ της εργασίας ρεμβόμενος τα σπλάγχνα των οικτιρμών σου, μη κλείσης μοι Δέσποτα· αλλ’ εκτινάξας μου τον ζοφερόν ύπνον, εξανάστησον, και ταις φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, εις νυμφώνα τον σον, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, και βοώντων απαύστως· Κύριε δόξα σοι.

Έγνως άγονε ψυχή, του πονηρού οικέτου το υπόδειγμα, φοβού και μη αμέλει του χαρίσματος, ου εδέξω, ουχ ίνα κατακρύψης εις γην, αλλ' ίνα εμπορεύση.

Τού κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν, ακούσασα ψυχή, μη κρύπτε λόγον Θεού, κατάγγελλε τα θαυμάσια αυτού, ίνα πλεονάζουσα το χάρισμα, εισέλθης, εις την χαράν του Κυρίου σου.

Ιδού σοι το τάλαντον, ο Δεσπότης εμπιστεύει ψυχή μου, φόβω δέξαι το χάρισμα, δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς, και κτήσαι φίλον τον Κύριον, ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής. Είσελθε δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ τον πλανηθέντα, διά το μέγα σου έλεος.

Μεγάλη Τρίτη
Tον Νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με.

Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον.

Ποίημα Κασσιανής μοναχής: Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μεγάλη Τετάρτη (ακολουθία του Αγίου Ευχελαίου)
Προς Κορινθίους Α΄Επιστολή Παύλου, κεφ. ΙΓ’, 1-8:
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι.
και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία·
πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Η’, 20: …· αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη.

Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου, κεφ. ΣΤ’, 2: Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, …

Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολή Παύλου, κεφ. Ε’, 21:  … πάντα δε δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Θ’, 9-14:
(12.) … ου χρείαν έχουσι οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες.
(13.) Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν· έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.

Μεγάλη Πέμπτη
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον:
(ΙΔ’ 6) Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή· …
(ΙΔ’ 12) … ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα, ά εγώ ποιώ, κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει· …
(ΙΕ’ 5) Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα.
(ΙΕ’ 7) Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ό εάν θέλητε αιτήσεσθε, και γενήσεται υμίν.
(ΙΕ’ 12 & 17) …  αγαπάτε αλλήλους
(ΙΕ’ 22) Ει μη ήλθον και ελάλησα αυτοίς, αμαρτίαν ουκ είχον· νυν δε πρόφασιν ουκ έχουσι περί της αμαρτίας αυτών.
(ΙΣΤ’ 23) … όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τώ ονόματί μου, δώσει υμίν.
(ΙΣΤ’ 24) Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τώ ονόματί μου· αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών ή πεπληρωμένη.
(ΙΣΤ’ 33) Εν τώ κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κόσμον.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’:
(17.) Λέγει ουν η παιδίσκη η θυρωρός τώ Πέτρω. Μη και συ εκ των μαθητών εί του ανθρώπου τούτου; Λέγει εκείνος· Ουκ ειμί. …
(25.) Είπον ουν αυτώ· Μη και συ εκ των μαθητών αυτού ει; Ηρνήσατο εκείνος και είπεν· Ουκ ειμί.
(26.) Λέγει είς εξ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ών ού απέκοψε Πέτρος το ωτίον· Ουκ εγώ σε είδον εν τώ κήπω με’ αυτού;
(27.) Πάλιν ουν ηρνήσατο ο Πέτρος, και ευθέως αλέκτωρ εφώνησεν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΣΤ’:
(61.) Ούτος έφη, δύναμαι καταλύσαι τον ναόν του Θεού και δια τριών ημερών οικοδομήσαι αυτόν.
(62.) Και αναστάς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Ουδέν αποκρίνη; τι ούτοί σου καταμαρτυρύσιν;
(63.) Ο δε Ιησούς εσιώπα. Και αποκριθείς ο Αρχιερεύς είπεν αυτώ· Εξορκίζω σε κατά του Θεού του ζώντος ίνα ημίν είπης, ει συ εί ο Χριστός ο Υιός του Θεού.
(64.) Λέγει αυτώ ο Ιησούς· Συ είπας· πλην λέγω υμίν, απ’ άρτι όψεσθε τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού.
(65.) Τότε ο Αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτιά αυτού λέγω ότι εβλασφήμησε· τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;
(69.) Ο δε Πέτρος έξω εκάθητο εν τη αυλή·· και συ ήσθα μετά Ιησού του Γαλιλαίου.
(70.) Ο δε ηρνήσατο έμπροσθεν πάντων, λέγων· Ουκ οίδα τι λέγεις.
(71.) εξελθόντα δε αυτόν εις τον πυλώνα είδεν αυτόν άλλη και λέγει αυτοίς· εκεί και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου.
(72.) και πάλιν ηρνήσατο μεθ’ όρκου ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον.
(73.) μετά μικρόν δε προσελθόντες οι εστώτες είπον τω Πέτρω· αληθώς και συ εξ αυτών ει· και γαρ η λαλιά σου δήλόν σε ποιεί.
(74.) τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε.
(75.) και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.

Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια , την τιμήν του τετιμημένου, όν ετιμήσαντο  από υιών Ισραήλ. Γρηγορείτε κα προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής· δια τούτο γρηγορείτε.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΙΗ’, 28-40 & ΙΘ’, 1-16:
(33.) Εισήλθεν ουν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;
(34.) Απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· Αφ’ εαυτού σύ τούτο λέγεις, ή άλλοι σοί είπον περί εμού;
(38.) Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Τι εστίν αλήθεια;

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(3.) Τότε ιδών Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερεύσι και τοις πρεσβυτέροις
(4.) λέγων· ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον. οι δε είπον· τι προς ημάς; συ όψει.
(5.) και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε, και απελθών απήγξατο.
(6.) οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια είπον· ουκ έξεστι βαλείν αυτά εις τον κορβανάν, επεί τιμή αίματός εστι.
(7.) συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις·
(8.) διό εκλήθη ο αγρός εκείνος αγρός αίματος έως της σήμερον.
(9.) τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ,
(10.) και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος. 
(11.) Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν του ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε Ιησούς έφη αυτώ· συ λέγεις.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο ΙΕ’:
(22.) Καί φέρουσιν αυτόν επί Γολγοθά τόπον, ο εστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.
(29.) Καί οι παραπορευόμενοι εβλασφήμουν αυτόν κινούντες τας κεφαλάς αυτών και λέγοντες· ουά, ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών!
(30.) σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού.
(31.) ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον· άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι.
(32.) ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ. και οι συνεσταυρωμένοι αυτώ ωνείδιζον αυτόν.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΚΖ’:
(33.) Τω καιρώ εκείνω ελθόντες οι στρατιώται εις τόπον λεγόμενον Γολγοθάν, ός εστί λεγόμενος Κρανίου τόπος, έδωκαν αυτώ πιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον· και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού βαλλόντες κλήρον· …
(46.) Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων· Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί; τουτέστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;

Ρωμανός ο Μελωδός (εις το Πάθος του Κύριου και εις το Θρήνο της Θεοτόκου):
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον, ηκολούθει Μαρία
τρυχομένη μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα·
Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν δρόμον τελείς;
Μη έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά, κακεί νυνί σπεύδεις,
ίνα εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
Συνέλθω σοι, τέκνον, η μείνω σε μάλλον;
Δος μοι λόγον, Λόγε, μη σιγών παρέλθης με,
ο αγνήν τηρήσας με.
Συ γαρ υπάρχεις ο Υιός και θεός μου.

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ΙΘ’, 38-42:
(38.) … ηρώτησε τον Πιλάτον Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (ών μαθητής του Ιησού, κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων), ίνα άρη το σώμα του Ιησού και επέτρεψεν ο Πιλάτος. Ήλθεν ουν και ήρε το σώμα του Ιησού. Ήλθε δε και Νικόδημος ο ελθών προς τον Ιησούν νυκτός το πρώτον, …

Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τώ Σταυρώ, φόβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει· …

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (ΚΖ’):
(62.) Τη δε επαύριον, ήτις εστί μετά την παρασκευήν, συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι προς Πιλάτον
(63.) λέγοντες· κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων, μετά τρεις ημέρας εγείρομαι.
(64.) κέλευσον ούν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών· και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.
(65.) έφη αυτοίς ο Πιλάτος· έχετε κουστωδίαν· υπάγετε ασφαλίσασθε ως οίδατε.
(66.) οι δε πορευθέντες ησφαλίσαντο τον τάφον σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας.

Μεγάλη Παρασκευή
Τάδε λέγει Κύριος τοις Ιουδαίοις· Λαός μου, τι εποίησά σοι ή τι σοι παρηνώχλησα; τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι, και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν∙ αντί του ύδατος όξος· αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε. Ουκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τα έθνη κακείνα με δοξάσουσι συν τω Πατρί και τω Πνεύματι· καγώ αυτοίς δωρήσομαι ζωήν την αιώνιον.

Λαός δυσσεβής και παράνομος, ίνα τι μελετά κενά;
ίνα τι την ζωήν των απάντων θανάτω κατεδίκασε;
Μέγα θαύμα! ότι ο Κτίστης του κόσμου,
εις χείρας ανόμων παραδίδοται,
και επί ξύλου ανυψούται ο φιλάνθρωπος,
ίνα τους εν Άδη δεσμώτας ελευθερώση, κράζοντας·
Μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι.

Μεγάλο Σάββατο
Και συναχθέντες μετά των πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες αργύρια ικανά έδωκαν τοις στρατιώταις λέγοντες· είπατε ότι οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων. Και εάν ακουσθή τούτο επί του ηγεμόνος, ημείς πείσομεν αυτόν και υμάς αμερίμνους ποιήσομεν.

Κατηχητικός Λόγος αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως. 
Ει τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. 
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον. 
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. 
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. 
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω˙ και γάρ ουδέν ζημειούται. 
Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.
Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη˙ και γαρ κατηργήθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεπαίχθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ ενεκρώθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ καθηρέθη. 
Επικράνθη˙ και γαρ εδεσμεύθη. 
Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν. 
Έλαβε γην και συνήντησεν ουρανώ. 
Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι. 
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. 
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. 
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. 
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος. 
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. 
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 


Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Χαρτογράφηση των Δυναμικών Κινήσεων (δείγμα με κίνηση)

Η δημοσίευση αυτή αποτελεί συμπλήρωμα εκείνης με τίτλο «Υπόμνημα Χαρτογράφησης των Δυναμικών Κινήσεων» (Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011)

Πρόκειται για μία μικρή και απλοποιημένη δοκιμή αξιοποίησης του κώδικα ανάγνωσης της «Χαρτογράφησης των ‘δυναμικών κινήσεων’ των συμπεριφορών» με την προσθήκη κίνησης.
Σύμφωνα με τον κώδικα αυτόν, καταγράφονται οι «δυναμικές κινήσεις», οι οποίες συγκροτούν «ενότητες δράσεων» σε μία αλληλουχία χρονικών στιγμών. Οι συνιστώσες αυτής της αλληλουχίας τελικά συμπυκνώνονται σε ένα επίπεδο όπου συγκροτούνται και οριοθετούνται οι πόλοι συνάθροισης και συναναστροφής (οι οποίοι αποδίδονται ως επιφάνειες με γκρι χρώμα στο τέλος της κίνησης του παραδείγματος) με κριτήρια τη Λειτουργικότητα και την Εστιακότητα του αντίστοιχου χώρου.

Το δείγμα προέρχεται από την ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια» (1952), και η χρήση του χώρου καταγράφεται στο καθιστικό της Έπαυλης της οικογενείας Γκρενά.

 


Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Τις ημύνθη περί πάτρης;

 Το εκήρυξεν ο θείος Όμηρος προ ετών τρισχιλίων: Είς οιωνός άριστος!… Αλλά τις έβαλεν εις πράξιν την συμβουλήν του θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ της παρούσης ημών γενεάς τις ημύνθη περί πάτρης;
Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί του ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους;
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας.
Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλευταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελαν παρουσιάσουν.
Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ’ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ’ αυτού. Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Και σήμερον, νέον έτος έρχεται. Και πάλιν τι χρειάζονται οι οιωνοί; Οιωνοί είναι τα πράγματα. Μόνον ο λαός λέγει «Κάθε πέρσυ και καλλίτερα».
Ας ευχηθώμεν το ερχόμενον έτος να μη είναι χειρότερον από το έτος το φεύγον.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σημείωση: Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1896, στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ. Κάπως έτσι σκιαγραφείται με αδρές γραμμές το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή:
  • 1893 (19 Δεκεμβρίου): κορυφώνεται η κρίση στην πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ομολογεί δημοσίως το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
  • 1895-1897: Πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (κύριος υπεύθυνος της πτώχευσης του 1893 και της υπαγωγής της Ελλάδος στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).
    • 1896 (25 Μαρτίου – 3 Απριλίου): Διεξάγονται οι πρώτοι «αναβιωμένοι» Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα.
    • 1897: Διεξάγεται ο «ατυχής» Ελληνοτουρκικός πόλεμος (ή «Πόλεμος των Τριάντα Ημερών»).
  • 1898: Επιβολή στην Ελλάδα, με απαίτηση της Γερμανίας, του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Εγκαθίστανται υπάλληλοι των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίοι εισπράττουν για λογαριασμό των ξένων τραπεζών μέρος από τα έσοδα των μονοπωλιακών επιχειρήσεων του Ελληνικού Κράτους.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Κατά τις λάμψεις πέρα

Κατά τις λάμψεις, εκεί τραβάει
η ασφαλτοστρωμένη ετούτη στράτα:
Τις αγελάδες, τα καμιόνια
τις μπαρκάρουνε, τρεις τρεις,
κι ήρεμος τραμπαλίζεται ο λαιμός τους
και βαρύς.
...
Τρεις-τρεις μες τα καμιόνια
τις μπαρκάρουνε τις αγελάδες,
πιτσιλωτές, πυρόξανθες ή μαύρες.
Μα να τους εξηγήσει δεν μπορεί
γλώσσα καμία
πως είν’ μεσάνυχτα
και πως τις πάνε στα σφαγεία.

Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963)



Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο δάσκαλος μίλησε για την Ελβετία...

... Θα μπορούσατε να ανακεφαλαιώσετε τα κυριότερα σημεία της ομιλίας του;

Η Ελβετία είναι μια μικρή χώρα της Ευρώπης που συνορεύει με την Ελβετία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ελβετία και την Αυστρία. Έχει πολλές λίμνες και πολλά βουνά, αλλά η θάλασσα δεν βρέχει την Ελβετία, και ιδιαίτερα τη Βέρνη.
Η Ελβετία πουλάει τα όπλα σε όλο τον κόσμο για να τους ξεκάνει αλλά αυτή δεν κάνει ούτε ένα τοσοδούλη πόλεμο.
Με κείνα τα λεφτά χτίζει τις τράπεζες. Αλλά όχι τις καλές τράπεζες, τις τράπεζες των κακών, ειδικά αυτοί με τα ναρκωτικά. Οι εγκληματίες της Σικελίας και της Κίνας βάζουνε εκεί τα λεφτά, τα δισεκατομμύρια. Η αστυνομία πηγαίνει, λέει ποιανού είναι αυτά τα λεφτά, δεν ξέρω, δεν σου λέω, παράτα μας, η τράπεζα είναι κλειστή.
Αλλά δεν ήτανε κλειστή! Ανοιχτή, ήτανε!!
Η Ελβετία, αν στη Νάπολη έχεις καρκίνο, στη Νάπολη πεθαίνεις, αλλά αν πας στην Ελβετία πεθαίνεις πιο αργά, ή ζεις. Γιατί η κλινική είναι πολύ ωραία, το χαλί, τα λουλούδια, οι σκάλες καθαρές, ούτε ένας ποντικός. Όμως πληρώνεις πολλά, αν δεν κάνεις λαθρεμπόριο δεν μπορείς να πας.
Φτάνει τόσο μεγάλη, η έκθεση;

Σημείωση:
Ο δάσκαλος Μαρτσέλο ντ’ Όρτα, διορισμένος σε ένα σχολείο των φτωχικών ναπολιτάνικων συνοικιών, συγκέντρωσε ένα σύνολο εκθέσεων μαθητών του Δημοτικού και τις δημοσίευσε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» (lo speriamo che me la cavo, © 1990, Arnoldo Mondadori Editore S.p.A., Milano, για την ελληνική γλώσσα εκδόσεις «γνώση», Αθήνα 1993). Ζωηρότατα χρωματισμένες, με πολλά λάθη, εκρηκτικές αλλά και με ένα ακούσιο χιούμορ, μπορεί αρχικά να φανούν σαν μια ανθολογία «μαργαριταριών». Όμως, με μία δεύτερη ανάγνωση, διακρίνεται η παιδική σοφία και καρτερικότητα, το ανέμελο και γεμάτο έντονες συγκινήσεις κέφι στην αθωότητά της χαμηλής κοινωνικής τάξης. Πρόκειται τελικά για ένα ανελέητο χρονικό που ανοίγει μια ανήσυχη χαραμάδα στις συνθήκες ζωής του Νότου της Ιταλίας.
Η Νάπολη είναι μια πόλη που παρακινεί, πολύ εύκολα, στο να μετατρέψει κανείς κάθε φτωχό παιδί σε αλητάκι, και έτσι να παίξει ένα παιχνίδι που μπορεί να έλξει. Την παγίδα αυτή απέφυγε έντεχνα ο δάσκαλος Μαρτσέλο ντ’ Όρτα απορρίπτοντας τα στοιχεία που θα διευκόλυναν παρόμοιες ερμηνείες και τα αποσπάσματα που του φαίνονταν «ύποπτα»…

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Ανέκδοτο ποίημα Αιμίλιου Βεάκη (*)

Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει…
(*) γράφτηκε στις 18 Αυγούστου 1941

«… Ήταν ο πρώτος χρόνος της κατοχής και όπως όλα τα ανήσυχα μυαλά, όποιοι πατριώτες τότε καταλάβαιναν ότι έπρεπε να πολεμήσουν την κατοχή, έβλεπαν ένα λαό ο οποίος ήταν πνιγμένος στη μοιρολατρία, στο αδιέξοδο που δεν γίνεται τίποτα … και η κυριαρχία της ιδεολογίας του Εγώ…»

Δεν είναι τρόπος να γνοιαστούν να μιληθούν οι ανθρώποι.
Καθένας χώρια το σαρκί, το εγώ καθένας χώρια,
κι ένας βυζαίνει ταλλουνού το γαίμα να χορτάσει
και πίσωθέ τους ύπουλο το κλεφτοσκυλολόι
τους διαγουμάει το έχει τους και τους ρουφάει τη ζήση.

Θέλω να πάρω ένα στρατί, κρυφό σα μονοπάτι
που να με πάει στο ξάγναντο, στην πιο ψηλή κορφούλα
κι ούτε από δω το δρόμο μου ψυχή να μη γροικήσει.
Οι οχτροί μου να με χάσουνε κι οι φίλοι να σαστίσουν
κι όλοι να πουν πως χάθηκα, πως έσβησα απ’ τον κόσμο.

Κι εγώ ψηλά με τα στοιχειά, με τα θεριά, με τάστρα,
με του βουνού τα πνεύματα να κάνω μετερίζι.
Με αντιμαχές κι αθιβολές να βρω το μυστικό τους,
να κλέψω απ’ τ’ αστρα υπομονή κι απ’ τα θεριά το θάρρος
κι απ’ τα στοιχειά τη δύναμη και την καπατσοσύνη,
απ’ το βοριά την αντοχή και την ορμή απ’ το νότο
κι από τη στουρναρόπετρα την άλυωτη σκληρότη,
να κάνω πέτρα το κορμί και την ψυχή ατσαλένια.

Κι όταν θαρθεί ο καλός καιρός να στήσω καραούλι
με μπιστικούς τους Σάτυρους κι αρματωλούς τους Πάνες
και κρυφομαντατάρηδες ταγερικά του Λόγγου.

Με τέτοιο ασκέρι νείρομαι να ξαναρθώ στη χώρα.
Και μιαν αυγή απ’ το ξάγναντο κι απ’ την ψηλή ραχούλα,
να κάνω τις παλάμες μου χουνί και να φωνάξω:
«Βιαστήτε! Καθαρίστε τ’ άνομα σωθικά σας,
σπεκουλαδόροι του χρυσού κι έμποροι του θανάτου,
κλέφτες της χήρας, του ορφανού, ξεμαυλιστές των νιάτων,
πραματευτάδες άνομοι κάθε Θεού και τόπου,
καταλυτάδες του Καλού και σπιλωτές του Ωραίου,
βιαστήτε, γιατί επλάκωσα με των στοιχειών τ’ ασκέρι»!

«… τότε ήταν μια χούφτα άνθρωποι που ονειρεύονταν να ξεφορτωθούν τον κατακτητή…»

Από τη ραδιοφωνική εκπομπή του σταθμού ΑΡΤ FM 90.6 «ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΕ» (Δευτέρα, 26/11/2012,
13:00-14:30) που παρουσιάζουν ο Δημήτρης ΚΑΖΑΚΗΣ και η Γεωργία Μπάστα.