Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

«Χωρικός Αποκωδικοποιητής» και Θεωρία του Χάους

Η θεωρία του Χάους μελετάει το πώς απλά και επιμέρους φαινόμενα μπορούν να δημιουργήσουν άλλα, πολύ περισσότερο σύνθετα, τα οποία δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να προβλεφτούν με απλή εξέταση των επιμέρους φαινομένων. Απλοί κανόνες δημιουργούν και ενεργοποιούν σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες μοιάζει να αναδύονται από το πουθενά.
Η θεωρία της Πολυπλοκότητας μελετάει το πώς σύνθετα συστήματα μπορούν να δημιουργήσουν άλλα πολύ απλούστερα. Παρατηρώντας π.χ. ένα μεμονωμένο ανθρώπινο κύτταρο, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό είναι δυνατόν να συνδυαστεί λειτουργικά με άλλα παρόμοια κύτταρα ώστε να δημιουργήσουν έναν ανθρώπινο οργανισμό.
Η θεωρία του Χάους και η θεωρία της Πολυπλοκότητας είναι μία νέα επιστήμη που θεωρεί τον κόσμο με έναν ολιστικό τρόπο. Ο μεγάλος αριθμός υπολογισμών που απαιτούνται προκειμένου να διερευνηθεί η πολυπλοκότητα σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε αυτό να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με την εξέλιξη των σύγχρονων υπολογιστών. Με τις συνεχώς βελτιούμενες επιδόσεις των ηλεκτρονικών μέσων και τη δυνατότητά τους να επιτελέσουν απίστευτα σύνθετους υπολογισμούς σε ελάχιστο χρόνο, γίνονται όλο κα μεγαλύτερα βήματα προς την κατανόηση του σύνθετου χαρακτήρα της φύσης.
Στο παρόν κείμενο, για λόγους καταχρηστικής υπεραπλούστευσης των εννοιών, όταν χρησιμοποιείται ο όρος «θεωρία του χάους» εννοείται και μία ταυτόχρονη αναφορά στο συμπληρωματικό του «θεωρία της πολυπλοκότητας». Αυτό που μας ενδιαφέρει για την αρχιτεκτονική είναι η διάκριση και παραγωγή κατανοητών χωρικών και κοινωνικών μοντέλων μέσα από μία απειρία δεδομένων που φαινομενικά δεν διέπονται από ρητούς κανόνες.


Η θεωρητική και πρακτική δραστηριότητα που αναπτύσσουν τα ανθρώπινα υποκείμενα, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνικά όντα, προκειμένου να εντάξουν όσο το δυνατόν αρμονικότερα την παρουσία τους μέσα στην πραγματικότητα, καθώς συμπλέκεται με λογικές ανάλυσης, ταξινόμησης και μέτρησης, τείνει να αναπτύξει μία ενδιάθετη γεωμετρία τάξης μειώνοντας αντίστοιχα τη συγκινησιακή φόρτιση του χώρου. Η δραστηριότητα αυτή δεν είναι αυθαίρετη και υποκειμενική, αφού από αυτήν εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της οικειοποίησης με την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Ωστόσο, η συγκινησιακή αυτή φόρτιση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε λανθάνουσα μορφή, και είναι αυτή που προικίζει τον υπαρξιακό μας χώρο με κάποιες «κρυφές διαστάσεις», έτοιμες να αποκαλυφθούν σε ορισμένες ιδιαίτερες εμπειρίες. Η αρχιτεκτονική, όντας ακριβώς μια πρακτική δραστηριότητα συλλογικής συμφιλίωσης με το φυσικό χώρο, εισάγει μια σκόπιμη και καθολικά αναγνωρίσιμη γεωμετρική τάξη, συντελώντας αποφασιστικά στην εξαντικειμενίκευση της ενδιάθετης αντιληπτικής γεωμετρίας.
Η «γεωμετρική» τάξη που διέπει το αντιληπτικό μας πεδίο δεν αποτελεί μια αντανάκλαση της τάξης που υπάρχει στη φύση, ούτε όμως και επιβάλλεται στα φαινόμενα από μια «καθαρή» συνείδηση. Είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του τρόπου μας να ανήκουμε στον κόσμο και να έχουμε πάνω του έναν ορισμένο έλεγχο. Επειδή ακριβώς ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι ένα κλειστό σύστημα που υπόκειται αποκλειστικά στο νόμο της εντροπίας αλλά παραμένει ανοιχτός στο περιβάλλον του, η τάση προς την απλότητα και την τάξη έρχεται σε συνεχή αντιπαράθεση με μια αντίρροπη τάση προς τον εμπλουτισμό και τη διαφοροποίηση.[1] Κατά συνέπεια, υπάρχει μια συσχέτιση σε ένα βαθύτερο επίπεδο μεταξύ «γεωμετρικού» και «βιωμένου» χώρου. Παρά τη διαφορετική υφή τους, οι δύο αυτοί χώροι δεν βρίσκονται σε ασυναίρετη αντίθεση, αλλά συμπλέκονται διαλεκτικά μέσα στον αντιληπτικό χώρο, εκφράζοντας δύο διαφορετικές όψεις του πλέγματος των σχέσεων που δένουν τον ανθρώπινο οργανισμό (την ανθρώπινη συνείδηση) με το περιβάλλον του (τον κόσμο) και ορίζουν ένα γενεσιουργό πεδίο προτύπων.
Ο ισχυρός συσχετισμός «τάξης» και «χάους» αντανακλά την «ολιστικότητα» που διακρίνει τον τρόπο λειτουργίας της Φύσης, στην οποία ανήκει τόσο ο άνθρωπος όσο και τα δημιουργήματά του. Μέσα σ’ αυτό το κλειστό σύστημα, σε κάθε αντιληπτικό υποτομέα, τα νοήματα βρίσκονται δέσμια μέσα σε αντίστοιχες γλώσσες προτύπων. Σε κάθε τέτοια «γλώσσα» διακρίνονται ενότητες λεξικού χαρακτήρα, κανόνες εφαρμογής της γλώσσας και σύνθεσης των προτύπων (πολύ απλοποιημένοι γραμματικοί κανόνες), και διατυπώσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο υψηλής αφαίρεσης και γενικότητας.
Έχοντας ως υπόθεση εργασίας ότι η αναπαράσταση είναι διατύπωση προτύπων, το εννοιολογικό μεθοδολογικό εργαλείο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» διαπερνά την «επίφαση» των μορφών και επιχειρεί να απελευθερώσει ό,τι είναι εγκάθειρκτο μέσα στη χωρική γλώσσα αποδίδοντας την ηχώ της. Τελεσίδικη μετάφραση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εφόσον κάθε γλώσσα αποτελεί ζωντανό μέσο που διαρκώς μεταβάλλεται. Ένα φαινόμενο που σήμερα αποδεικνύεται απόλυτα κρίσιμο, για μια άλλη εποχή θα έμοιαζε περιθωριακό. Εάν, επομένως, επιλεγεί ένα τυχαίο χρονικό φάσμα της ιστορίας της κοινωνίας, η προσέγγιση του «ΧΑ» θα ήταν αναξιόπιστη και μη ουσιαστική. Γι’ αυτό αναζητείται μία χρονική περίοδος, κατά την οποία τα πρότυπα παραμένουν κατά κανόνα σταθερά, λειτουργώντας ως «θύλακες σταθερότητας». Μια περίοδος που πληροί αυτή την προϋπόθεση είναι το χρονικό διάστημα 1950-1970. Επιπλέον, το προς μελέτη αντικείμενο, ο οικιακός χώρος, εμπεριέχει θύλακες τάξης και κανονικότητες με τη μορφή επιμέρους αυτό-οργανωμένων χωρικών υπο-ομάδων, οι οποίες επηρεάζουν ολόκληρο το σύστημα στο οποίο περιέχονται.

Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» αναλύοντας κινηματογραφικές ταινίες επιχειρεί να προσδιορίσει το συσχετισμό των διαφόρων εκφάνσεων του εννοιολογικού δίπολου «τάξη-χάος». Ειδικότερα πραγματεύεται την ανάγνωση και ερμηνεία χωρικών συμβάντων μέσα από τη μελέτη του εννοιολογικού διπόλου «τάξης-χάους» και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μία σειρά ερωτημάτων χωρικού χαρακτήρα, τα οποία, με κάποιον τρόπο, είτε ανάγονται σε είτε συσχετίζονται με ζητήματα «τάξης-χάους». Διακρίνει και αναδεικνύει κατανοητά μοντέλα, μέσα από συστήματα, στα οποία, ενώ εξωτερικά παρατηρείται μία σταθερότητα, υποδόρια οι εσωτερικοί κοινωνικοί κανόνες μεταλλάσσονται και επαναπροσδιορίζονται δημιουργώντας το υπόβαθρο του επόμενου «θύλακα σταθερότητας». Μέσα από αυτή τη διαδικασία πραγματεύεται κανονικότητες σε μία απειρία εκφράσεων, φαινομενικά «άναρχων».
Μία χωρική διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα απείρων συνδυασμών μεταξύ της εκάστοτε μορφής του περιέχοντος περιβλήματος και των περιεχομένων αντικειμένων. Μέσα σ’ αυτή τη δυνητικά χαοτική αναρχία αναδύονται ίχνη κάποιας ιδιόμορφης τάξης («νησίδες τάξης»), οι οποίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν εκ των προτέρων, όπου η διαρρύθμιση εμφανίζει χαρακτηριστικά «κανονικής» χωρικής οργάνωσης. Οι «νησίδες» αυτές δηλώνουν τη στενή και κατηγορηματική σχέση ανάμεσα στη χωρική τάξη και το χωρικό χάος, ανάμεσα στην «κλειστή» και στην «ανοιχτή» κάτοψη.
Η χωρική τάξη, ως βαθμός τακτοποίησης (ή ακαταστασίας) του χώρου, είναι μία κατάσταση φαινομενική, όχι πραγματική και αντικειμενική. Όλοι οι χώροι είναι κατά κάποιον τρόπο τακτοποιημένοι ως αντίστοιχα αποτυπώματα των ανθρωπίνων δράσεων. Δεν υπάρχει μία κατάσταση αντικειμενικά «άτακτη». Απλώς, οι εκάστοτε προδιαγραφές έχουν δικούς τους αποδεκτούς εσωτερικούς κανόνες σύμφωνα με συγκεκριμένα πρότυπα, τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες, νοοτροπίες, κοινωνικές τάξεις, συνήθειες (από τα οποία προκύπτει ο βαθμός πολυτέλειας και διακόσμησης), και κάνουν να φαίνονται κάποια χωρικά συστήματα άναρχα ως προς κάποια άλλα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για τάξη κάποιου άλλου είδους, μορφής και βαθμού, η οποία γίνεται αντιληπτή μέσα από το κατάλληλο οπτικό πρίσμα. Αυτά τα είδη μορφών προσπαθεί να εντοπίσει ο Χωρικός Αποκωδικοποιητής, όταν ανιχνεύει π.χ. το είδος της κάτοψης (ανοιχτή ή κλειστή κάτοψη) ή την οργάνωση τοπικών επιμέρους και αυτόνομα οργανωμένων υπο-ομάδων επίπλωσης.
Η πυκνότητα (μέτρο της υλικής ποσότητας) και η χωρική τάξη (ως μέτρο της υλικής διευθέτησης) συνδέονται με μία σχέση αλληλεξάρτησης: δεν νοείται χωρική τάξη χωρίς υλική υπόσταση. Είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει σαφές και οικουμενικά αποδεκτό όριο, το οποίο να υποδεικνύει πότε σε έναν χώρο έχουμε «πυκνότητα» ή «αραιότητα» κατά τη χωροθέτηση του εξοπλισμού. Το κριτήριο αυτό σχετίζεται κυρίως με κοινωνικά πρότυπα κα ανά περίπτωση αποδέχεται ιδιαίτερες λύσεις. Αυτό όμως που παρατηρείται μέσω του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» και δίνει μία ερμηνευτική άποψη του φαινομένου είναι ότι το πηλίκο της επιφάνειας του εξοπλισμού προς την καθαρή επιφάνεια του χώρου στα μεν χαμηλά κοινωνικά στρώματα τείνει προς τη μονάδα ενώ στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα τείνει προς το μηδέν. Δηλαδή, ο πυκνά κατειλημμένος χώρος συναντάται κατά κανόνα στα φτωχά σπίτια και ο αραιά κατειλημμένος στα πλούσια σπίτια. Και στις δύο περιπτώσεις εξυπηρετείται αντίστοιχα μία ιδιαίτερη μορφή τάξης.
Η αναζήτηση σημείων κεντρικότητας (κεντροβαρική χωροθέτηση συγκεκριμένων επίπλων στον οικιακό χώρο, συμμετρία ως προς σημείο ή ως προς άξονα), ορθοκανονικών διατάξεων (η σχετική χωροθέτηση δύο στοιχείων υπό γωνία 90ο ή και η συμμετρία ως προς άξονα υπό γωνία 45ο), ο τρόπος με τον οποίον τοποθετούνται έπιπλα στις γωνίες, και ο έλεγχος συνέπειας ως προς συμβολικές αξίες (κοινωνικά πρότυπα), ουσιαστικά παραπέμπουν στην ανίχνευση του βαθμού οργάνωσης ενός χώρου και κατ’ επέκταση το συσχετισμό του με μία υποέννοια της «τάξης», τη «συμμετρία».
Όταν κατά την αναζήτηση της δομής της οργάνωσης ενός χωρικού υποσυνόλου, δεν διαπιστώνεται συμμετρία, τότε γίνεται παραπομπή σε ένα άλλο είδος τάξης, τις τοπολογικές σχέσεις, όπου αυτό που μας ενδιαφέρει είναι οι σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους και ο βαθμός εγγύτητάς τους.Τα επιμέρους αυτά στοιχεία συνθέτουν μια εννοιολογική ομάδα, μέσα από την οποία προβάλλονται έμμεσα ή και υπαινικτικά, ερμηνευτικές απόψεις για τη δυναμική του δομημένου χώρου. Στην αναλυτική αυτή διαδικασία, η «διανθρώπινη σταθερά» αποτελεί ένα κοινωνιομετρικό[2] στοιχείο με ιδιαίτερα καταλυτικό ρόλο. Εισάγει τη θεωρία του Χάους και της Πολυπλοκότητας στην κινηματογραφική πραγματικότητα υπό την έννοια ότι το κάθε ανθρώπινο υποκείμενο, ως ιδιαίτερο «ανοιχτό σύστημα», συντηρεί προσωπικές αντιλήψεις και αξίες (ανάλογες με την κοινωνική του θέση και προέλευση) και βρίσκεται σε διαρκή διαπραγμάτευση αυτών των «αξιών» με άλλα υποκείμενα με σκοπό την ενεργειακή του αναβάθμιση (μείωση της εντροπίας). Με όρους κοινωνιολογίας, αναφερόμαστε στην κοινωνική κινητικότητα, την πηγή απ’ όπου αντλεί ενέργεια για την επιβίωσή της η ανθρώπινη ύπαρξη.


[1] R. Arnheim, Art and Visual Perception, σελ. 416, και του ιδίου «The Gestalt theory of expression» Psychological Review, 56, 1949, αναδημοσιευμένο στο Towards a Psychology of Art, σελ. 53.
[2] Η κοινωνιομετρία είναι μια μέθοδος κοινωνικής ψυχολογίας, που επινοήθηκε και αναπτύχθηκε αρχικά από τον ψυχίατρο Jacob Levi Moreno (1934). Πρόκειται για μία μέθοδο ανάλυσης αλλά και έναν τρόπο προσδιορισμού παρεμβάσεων που προκαλούν μεταβολές στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στις κοινωνικές ομάδες. Σε μία ομάδα εργασίας, π.χ., η κοινωνιομετρία μπορεί να αποδειχθεί ένα ισχυρό εργαλείο για να μειωθούν οι συγκρούσεις και να βελτιωθεί η επικοινωνία μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας.