Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Γενικές Σκέψεις επί της αρχιτεκτονικής της περιόδου 1950-1970

Μέσα από δύο διαδοχικές προσεγγίσεις διερευνάται το ερώτημα εάν, στην αρχή και στο τέλος της περιόδου 1950-70, μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο δεδομένων, διαμορφώνεται αντίστοιχα ένα γνήσιο ή ένα «νόθο» χωρικό αποτύπωμα. Πώς δηλαδή, ενώ παρουσιάζεται ένας σαφώς αλλαγμένος αρχιτεκτονικός χώρος, εξακολουθούν να ισχύουν οι ίδιοι τρόποι ζωής.
Η πρώτη προσέγγιση πραγματοποιήθηκε με εφαρμογή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» στα πλαίσια της μελέτης του οικιακού χώρου των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70 αναλύοντας μία σειρά διαφορετικών ταινιών. Η δεύτερη προσέγγιση έγινε και πάλι με εφαρμογή του ιδίου εργαλείου, αυτή τη φορά όμως με τη μορφή συγκριτικής μελέτης πρωτότυπων κινηματογραφικών ταινιών των αρχών της δεκαετίας του ’50 με μεταγενέστερες εκδόσεις (remakes) του τέλους της δεκαετίας του ’60. Το επιχείρημα στη δεύτερη περίπτωση ήταν ότι το κοινό σενάριο προδιαγράφει αντίστοιχα ένα κοινό πλαίσιο κοινωνικών, οικονομικών, και πολιτισμικών δεδομένων.
Οι κινηματογραφικές ταινίες αναπαριστούν πρότυπα και κατ’ επέκταση αντανακλούν την αντίστοιχη κοινωνική πραγματικότητα. Η διαβίωση στην ανθρώπινη κοινωνία είναι ένα παιχνίδι «θέσεων» και «ρόλων», μέσα από το οποίο επιδιώκεται να ικανοποιηθούν ιεραρχικά ένα σύνολο αναγκών για κάθε άτομο: φυσιολογικές ανάγκες, ανάγκη για ασφάλεια, κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες του ΕΓΩ, και αυτοπραγμάτωση (Maslow). Η αρχιτεκτονική δεν προϋπάρχει των αναγκών. Ως εφαρμοσμένη τέχνη όμως, καλείται να καλύψει ή να επαναπροσδιορίσει μέρος αυτών των αναγκών μέσα από τη διαλεκτική της σχεδιαστικής διαδικασίας.
Στη δική μας περίπτωση, την περίοδο 1950-70, οι ταινίες προβάλλουν έναν πολιτισμό, ο οποίος έχει επίγνωση ότι αλλάζουν οι τρόποι χειρισμού της κίνησης του σώματος, αλλάζουν οι τρόποι τοποθέτησης των επίπλων, αλλάζουν οι τρόποι συγκρότησης ταυτότητας. Υπάρχει επίγνωση όλων αυτών των στοιχείων, αλλά η αρχιτεκτονική για τη μικρομεσαία αστική κοινωνία είναι άτονο μέσο έκφρασης. Γι’ αυτό και, όσο προχωράμε από την αρχή της δεκαετίας του ’50 προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, παρατηρείται μία αυξανόμενη άγνοια των αρχιτεκτονικών εκφραστικών κανόνων και ο σκηνικός χώρος νοθεύεται όλο και περισσότερο. Προβάλλεται μία αρχιτεκτονική που σταδιακά γίνεται όλο και πιο παθητική ή και εκμηδενιστική, που δεν διαντιδρά με τον άνθρωπο. Ο ρόλος της είναι περιορισμένος σ’ αυτόν του σκηνικού υπόβαθρου. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να μην παράγει αρχιτεκτονική για τα μικρομεσαία στρώματα αλλά, κατά κανόνα, να αφομοιώνει εν μέρει εισαγόμενα πρότυπα χώρου. Μέχρι και λίγο πριν το 1970, το μικρομεσαίο κοινωνικό στρώμα εξακολουθεί να διαβιώνει σε χώρο που δεν διαντιδρά με τη «διανθρώπινη σταθερά». Εάν ο τρόπος ζωής του απαιτεί να παιχτεί θέατρο, αυτό θα παιχτεί ανεξάρτητα από το είδος του χώρου, δηλαδή είτε σε «κλειστή κάτοψη» (με ρητούς κανόνες) είτε σε «ανοιχτή κάτοψη» (με άρρητους κανόνες συμπεριφοράς).
Η μικρομεσαία κοινωνία δρα ανεξάρτητα από ένα αρχιτεκτονικό περιβάλλον, το οποίο μοιάζει να της έχει επιβληθεί. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις, συναισθηματικές ή άλλες, στον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα ορίζουν το αποτύπωμα της ταυτότητάς τους, τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ αυτών και των αντικειμένων. Ο χώρος αποτελεί ένα πεδίο δράσεων, όπου παίζεται διαρκώς ένα θεατρικό παιχνίδι εσωτερικευμένο και «κλειστού» χαρακτήρα σε τέτοιο βαθμό που σπάνια διαπιστώνεται εξοικείωση ή επαφή με το «αρχιτεκτονημένο» περιβάλλον. Οι άνθρωποι κατά τις συναναστροφές τους, όσο μεταβαίνουμε προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, στέκονται όλο και περισσότερο όρθιοι, αγνοώντας τα έπιπλα. Ο χώρος παίζει συνοδευτικό και δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή των υποκειμένων.
Η διαπίστωση αυτή έχει ιστορικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς. Στο δεδομένο πολιτισμικό πλαίσιο του μικρομεσαίου κοινωνικού στρώματος στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70, δεν υπήρχαν οι συνθήκες για να αναπτυχθεί πρωτότυπη δημιουργία. Τα πολιτισμικά και οικονομικά εξαρτημένα μικρομεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του 1950, μέσα στο πλαίσιο της γενικής μεταπολεμικής ρευστότητας, αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να αποδεχτούν την αρχιτεκτονική ως δηλωτικό μέσο έκφρασης του χώρου και αδυνατούν να οικειοποιηθούν τα εισαγόμενα χωρικά πρότυπα ως ερέθισμα για αναζήτηση νέων τρόπων ζωής. Αυτό είναι έκδηλο από τον αδέξιο, επιπόλαιο, και κάπως αμήχανο τρόπο με τον οποίο τα διαχειρίζονται, αρκούμενοι στην προσφορότερη και ευκολότερα κατανοητή επιλογή της μίμησης.
Το «περιττό» της αρχιτεκτονικής φαίνεται ότι δεν αποτελεί βασική προτεραιότητα σε μια κοινωνία που μόλις ανακάμπτει από τα δεινά ενός πολέμου παγκόσμιας κλίμακας. Αντίθετα, αυτό που επιδιώκει είναι το «απαραίτητο», δηλαδή η βιολογική της συντήρηση. Κατά συνέπεια, οι μορφολογικές αλλαγές δεν ανταποκρίνονται σε «αποτυπώματα» αντίστοιχων τρόπων ζωής και παραμένουν εκτός της αντιληπτικότητας των υποκειμένων. Ο χώρος εξακολουθεί να μην αποτελεί αποτύπωμα δράσεων. Τα στοιχεία του χώρου απλά υποστηρίζουν τις δράσεις των υποκειμένων και υπογραμμίζουν την ταυτότητα των προσώπων. Η αρχιτεκτονική προσφέρει ένα γενικό υπόβαθρο, κάποιους πόλους γύρω από τους οποίους πραγματοποιούνται κινήσεις και συμπεριφορές αλλά τίποτα παραπάνω.

Η αρχιτεκτονική της περιόδου 1950-70 δεν επηρεάζει την «παράσταση» της ζωής. Την εξυπηρετεί φιλοξενώντας την. Το κινηματογραφικό σκηνικό μεταλλάσσεται τόσο ώστε να υπηρετεί το θέαμα και αποβλέπει στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέλκυση του μικρομεσαίου κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο τρόπος χρήσης του σκηνικού χώρου φαίνεται να υποδηλώνει ότι πρόκειται για ένα νόθο αποτύπωμα τρόπου ζωής. Το αντιστάθμισμα αυτής της έμμεσης δήλωσης επωμίζεται η απίθανη υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, οι οποίοι χρεώνονται την ευθύνη της «γνησιότητας» στην προσωπικότητά τους, και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα διανοητικό περιβάλλον ουτοπικής «Ανθρωπιστικής Αρχιτεκτονικής», όπου θα διαπραγματευτούν την «ταυτότητά» τους, κινούμενοι και δρώντας σε ένα τοπολογικό κοινωνικό χώρο, που ενώ συνεισφέρει στην αυτοπραγμάτωση (αυτο-ολοκλήρωση) των υποκειμένων, τελικά χαρακτηρίζεται από μία ανυπαρξία αρχιτεκτονικής. Η αγνοημένη από τους ειδικούς «διανθρώπινη σταθερά» φαίνεται να ακολουθεί τη δική της πορεία, καθοριζόμενη από ένα υπερ-ολιστικό σύνολο αναγκαιοτήτων. Μήπως αυτή η σταθερά αποτελεί την πηγή απ’ όπου η αρχιτεκτονική οφείλει να αντλεί τελικά την ουσία της ύπαρξής της;