Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς Κοινωνιολογικές και Ανθρωπολογικές απόψεις

Η κεντρική υπόθεση στη μεθοδολογία του «ΧΑ» είναι ότι η κατοικία αποτελεί αποτύπωμα τρόπου ζωής και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες εκφράζονται τόσο στην εμφάνιση όσο και στην οργάνωση του χώρου. Έχει υιοθετηθεί δηλαδή η πεποίθηση ότι υπάρχει συστηματική σχέση μεταξύ αφαιρετικών δομών (εξουσία, κοινωνική τάξη, συμπεριφορές) και τρόπων οργάνωσης του χώρου και των χωρικών σχέσεων. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται αφενός μεν από γενικές κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές θεωρητικές ιδέες, αφετέρου δε από συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις στο θέμα του οικιακού χώρου.
Στην παρούσα δημοσίευση παρουσιάζονται οι θεωρητικές απόψεις των Basil Bernstein (εξέταση των ορίων του χώρου σε σχέση με τη συγκρότηση μοντέλων ταξινόμησης και πλαισίωσης κοινωνικών κατηγοριών και συμπεριφορών), καθώς αναζητούν τρόπους με τους οποίους αφαιρετικά κοινωνικά φαινόμενα μετασχηματίζονται σε συγκεκριμένα αντικείμενα, Erving Goffman (περιοχές συμπεριφοράς), Michel Foucault (η μελέτη του χώρου ως μηχανισμού πειθαρχίας και ελέγχου), και Anthony Giddens (η εξέταση του χώρου ως πεδίου όπου εξελίσσονται και δομούνται οι κοινωνικές σχέσεις).

Basil Bernstein
Ιδιότητα: Κοινωνιο-γλωσσολόγος και κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης.
Βιβλιογραφική αναφορά: Class, Codes and Control, volume 3: Towards a Theory of Educational Trasmissions, Routledge & Kegan Paul, London 1977 (ειδικά το κεφάλαιο 5, On the classification and framing of educational knowledge, σελ. 85-115 & το κεφάλαιο 6, Class and Pedagogies: Visible and Invisible, Appendix: A note on the coding of objects and modalities of control, σελ. 151-156),
Παιδαγωγικοί Κώδικες και Κοινωνικός Έλεγχος, Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Ιωσήφ Σολομών, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2η έκδοση: Αθήνα, Μάιος 1991 (πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει μία συνέντευξη και τρία κείμενα του B. Bernstein).
Τίτλοι πρωτοτύπων:

Ο Bernstein εισάγει την έννοια της «Ορατής Παιδαγωγικής Πρακτικής» («Visible Pedagogy», δηλαδή συστήματα παιδαγωγίας που δηλώνουν ρητά τους κανόνες της διαδικασίας), και της «Αόρατης Παιδαγωγικής Πρακτικής» («Invisible» Pedagogy», δηλαδή συστήματα παιδαγωγίας όπου οι κώδικες είναι μεταμφιεσμένοι και απαιτείται από τα υποκείμενα να καταλάβουν τους κανόνες μέσα από υπαινιγμούς). Πρόκειται για ένα σύστημα ελέγχου του βαθμού εσωτερίκευσης κωδίκων συμπεριφοράς από τα υποκείμενα. Αυτό προϋποθέτει την εκ μέρους τους εκπαίδευση στην αναγνώριση λεπτομερειών στη συμπεριφορά τρίτων μέσω υπαινιγμών.
Τα συστήματα «Αόρατης Παιδαγωγικής Πρακτικής» είναι συστήματα συμπεριφοράς όπου επικρατεί διαρκής έλεγχος εάν τα υποκείμενα έχουν εσωτερικεύσει τους κώδικες. Και αυτό σημαίνει ότι απαιτείται εκπαίδευση στην αναγνώριση των λεπτομερειών των κωδίκων στη συμπεριφορά των τρίτων μέσα από υπαινιγμούς ή έμμεσες διατυπώσεις.
Στο χώρο, η «ανοιχτή» κάτοψη βοηθάει κατ’ εξοχήν την «ανοιχτή» συμπεριφορά ακριβώς μέσα από τη θεατρική συμπεριφορά. Αν κάποιος είναι εκπαιδευμένος σε ένα σύστημα που κάτι λέγεται ρητά ειδάλλως δεν ισχύει, τότε η «Αόρατη Παιδαγωγική Πρακτική» τον εκμηδενίζει: τον παρασύρει σε «ανεξέλεγκτη» συμπεριφορά με συνέπεια να χαρακτηριστεί αρνητικά από αυτούς που τηρούν το πρωτόκολλο των «αόρατων παιδαγωγικών κωδίκων».
Το κοινωνιολογικό επιχείρημα του Bernstein είναι ότι η εκπαίδευση με άρρητους κώδικες, βοηθάει στην απόκτηση περαιτέρω κοινωνικής επιδεξιότητας.
Επιπλέον, ο Bernstein ορίζει τις έννοιες της «ταξινόμησης» και της «περιχαράκωσης».
Η «ταξινόμηση» (ισχυρή, ασθενής) αναφέρεται στην εξουσία που προδιαγράφει τι μπορεί να τεθεί μαζί με τι, συγκροτώντας μια κατηγορία, και πόσο ισχυρή είναι η διάκριση μιας κατηγορίας από μια άλλη.
Ο όρος «περιχαράκωση» (ισχυρή, ασθενής) αναφέρεται όχι στο «τι υπάρχει» αλλά, δεδομένων κάποιων πραγμάτων, «πόσο αυστηρά αυτά διακρίνονται», θεωρώντας ως βασική διάκριση το αν οι διαδικασίες έχουν προδιαγραφεί στις λεπτομέρειές τους (είναι «προδιαγεγραμμένες») ή «διαπραγματεύσιμες». Προσδιορίζει δηλαδή τη γενική ποιοτική διάκριση μεταξύ περιεχόμενων επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και, τον τρόπο με τον οποίο τα κατάλληλα περιεχόμενα συνδυάζονται μεταξύ τους, ιεραρχούνται και διατάσσονται διαμορφώνοντας το επικοινωνιακό πλαίσιο.
Ο Bernstein δεν ασχολείται με θεωρίες περί ύπαρξης «καλών» και «κακών» συστημάτων αλλά ερευνά το θέμα των κωδίκων, που άλλοτε μεν έχουν θετικά άλλοτε δε αρνητικά χαρακτηριστικά. Το κύριο θέμα είναι η ύπαρξη αυτών των κωδίκων και ο τρόπος με τον οποίον λειτουργούν. Ουσιαστικά πρόκειται για ορισμό «τρόπου ύπαρξης». Αυτή την προδιαγεγραμμένη συμπεριφορά ο Bernstein ονομάζει «περιχαράκωση».
Οι έννοιες αυτές (μεταξύ άλλων) χρησιμοποιούνται από τον «ΧΑ» προκειμένου να διατυπωθούν ερμηνευτικές απόψεις για δύο τύπους διαμόρφωσης χώρου: την «κλειστή» και την «ανοιχτή» κάτοψη. Οι τύποι αυτοί ουσιαστικά περιγράφουν κατά πόσο το κτίριο ταξινομεί και απομονώνει τις διαφορετικές δραστηριότητες σε «περιχαρακωμένα» (κλειστά) δωμάτια ή κατά πόσο τις συνδέει, οπτικά τουλάχιστον, διαμορφώνοντας ανοιχτούς χώρους.


Erving Goffman
Ιδιότητα: ανθρωπολόγος-κοινωνιολόγος.
Βιβλιογραφική αναφορά: The Presentation of Self in Everyday Life, Penguin Books, 1976, chapter 3, Regions and Region Behaviour, p. 109 / Interaction Ritual, essays on Face-to-Face behavior, Pantheon Books New York, 1967 / Relations in Public, Microstudies of the Public Order, Penguin Books, 1972.


Ο Goffman είναι εκπρόσωπος ενός συγκεκριμένου ρεύματος της Σχολής του Σικάγο, της «δραματουργικής προσέγγισης». Τη χρήση του δραματουργικού μοντέλου για τη καταγραφή της κοινωνικής αλληλεπίδρασης οφείλει στον Kenneth Burke και το έργο του «The Grammar of Motives» (1945). Σύμφωνα με τον Burke όταν ένα άτομο βρίσκεται σε αλληλεπίδραση επιθυμεί να κατευθύνει και να ελέγχει τις εντυπώσεις που το άλλο σχηματίζει γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται ο Burke, το άτομο κατασκευάζει ένα θέαμα για τους άλλους, δίνει συνεχώς μια θεατρική παράσταση.
Το ενδιαφέρον του εντοπίζεται στην παρατήρηση, καταγραφή και ανάλυση της αλληλεπίδρασης σε «συνθήκες συνεύρεσης των μετεχόντων». Η έμφαση δίνεται στην κατανόηση των όσων διαδραματίζονται από τα άτομα ως τους μετέχοντες σε μια ιδιαίτερη μορφή συνάντησης και όχι ως μέλη μιας μικρής ομάδας.
Η έννοια του χώρου (ή μάλλον των χωρικών μονάδων) αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την περιγραφή και ερμηνεία της πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης. Η αναφορά στο χώρο δηλώνει δυνατότητα συνεύρεσης, προσδιορίζει αλλά και διαφοροποιεί τα πεδία εμφάνισης και εξέλιξης της αλληλεπίδρασης: με τη διάκριση των χωρικών μονάδων σε εστιασμένες ή μη εστιασμένες συναθροίσεις ή σε κοινωνικές περιστάσεις, ο Goffman ορίζει τα σύνορα των συναντήσεων καθώς και τα όρια επικράτειας του εαυτού.
Ο Goffman ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά συναρτάται αφενός μεν από το ρόλο, ο οποίος επιβάλλει περιορισμούς, αφετέρου δε από το «σκηνικό» («setting»). Το επιχείρημά του είναι ότι η κοινωνική τάξη δεν εκφράζεται κατευθείαν στο χώρο, αλλά διαμεσολαβείται από το τρίπτυχο «ρόλος, σκηνικά, συμπεριφορές».
Επιπλέον εισάγει την έννοια των «περιφερειών συμπεριφοράς» («region»), περιοχές δηλαδή όπου εκδηλώνεται αντίστοιχα ολόκληρη η κλίμακα των συμπεριφορών. Ο κοινωνικός χώρος κατά τον Goffman, επιπλέον του θεατρικού του χαρακτήρα, όπου υπάρχει προσκήνιο και παρασκήνιο, εμπεριέχει και ένα σύνολο άλλων διαβαθμισμένων περιοχών, σε κάθε μία από τις οποίες χωροθετούνται αρμόζουσες συμπεριφορές: «Τι επιτρέπεται να κάνεις και πού».
Με γνώμονα το δραματουργικό μοντέλο και την οργάνωση της θεατρικής ζωής ο Goffman προσεγγίζει κάτω από μια νέα οπτική την κοινωνική αλληλεπίδραση, τους ρόλους και τους ερμηνευτές τους καθώς και την έννοια του εαυτού, προβάλλοντας την κυνικότητα και την προσποίηση ως τα κατ’ εξοχήν γνωρίσματα της κοινωνικής ζωής («Presentation of Self in Everyday Life», 1956).
Ο ρόλος είναι μία σαφώς ορισμένη ακολουθία πράξεων που επιβάλλεται από την κοινωνία. Μπορεί να μην τον αποδεχόμαστε αλλά γνωρίζουμε γι’ αυτόν και έχουμε επίγνωση για τις αντίστοιχες ευθύνες. Δεν έχουμε όμως επίγνωση του συνόλου της κοινωνικής δομής που τον επιβάλλει.
Η χρήση της έννοιας της θεατρικότητας οδηγεί στην αναδιάταξη της κοινωνικής ζωής σύμφωνα με τη θεατρική οπτική. Με σημείο αναφοράς το θεατρικό τόπο κάθε ερμηνεία ρόλου απευθύνεται σε ένα ακροατήριο ενώ όλες οι ερμηνείες έχουν ανάγκη από παρασκήνια, δηλαδή από χώρο και χρόνο για προετοιμασία.
Εάν αντιπαραβάλλουμε το μοντέλο του θεάτρου κατά τον Goffman (με αναφορές σε κτίρια, έπιπλα και σώματα και όχι απλά ως ένα τύπο χρήσεως του χώρου) με το μοντέλο του κινηματογράφου, διαπιστώνεται ότι έχουν κοινό ένα νοητικό συστατικό στοιχείο, το κείμενο, και τρία φυσικά συστατικά: τα σώματα, τα σκηνικά και το κτίριο. Ο «ΧΑ» επεξεργάζεται και τα τέσσερα αυτά συστατικά, τα οποία ανιχνεύει στο πεδίο του ελληνικού κινηματογράφου της περιόδου 1950-70.


Michel Foucault
Ιδιότητα: κοινωνιολόγος.
Βιβλιογραφική αναφορά: Επιτήρηση και Τιμωρία: η γέννηση της φυλακής, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ, Αθήνα 1989.


Το βασικό επιχείρημα του Foucault είναι ότι η καταπίεση δεν είναι μια αφαίρεση αλλά μία υλικότητα, ο σχεδιασμός της οποίας εξαρτάται από γενικές εξουσίες. Η αρχιτεκτονική ως τόπος κατανομής της ορατότητας και της αδιαφάνειας (πανοπτικό σύστημα) συνιστά συγκροτητικό παράγοντα της διαμόρφωσης υποκειμένων, και όχι απλή μορφή υλικών.
Ο Foucault, στη συγκεκριμένη μελέτη όπου χρησιμοποιεί ως πεδίο εφαρμογής τη φυλακή, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει γενικά καταπίεση αλλά ένα ιδιαίτερα οργανωμένος χώρος με προσεγμένες λεπτομέρειες, και όπου ιδιαίτερες γνώσεις έχουν έρθει να τις επηρεάσουν αν όχι να τις προκαθορίσουν. Π.χ. η εξειδικευμένη γνώση του ψυχολόγου, επιβάλλει ο σωλήνας της ύδρευσης να είναι κατασκευασμένος από συγκεκριμένο υλικό και με ειδικό τρόπο ώστε να μην μπορεί ο κρατούμενος χτυπώντας τον να μεταδίδει ήχο και να συνεννοείται με άλλους συγκρατούμενούς του. Επομένως, εάν η μέθοδος του ψυχολόγου επιβάλλει τη διακοπή της επικοινωνίας για το σωφρονισμό του εγκληματία, αυτό αποτελεί τεχνική προδιαγραφή και δεν απομένει παρά να βρεθούν τα κατάλληλα υλικά και οι αντίστοιχες τεχνικές που θα υλοποιήσουν αυτή την προδιαγραφή.
Καταπίεση είναι και ο τρόπος που έχει σχεδιαστεί η κλειδαριά του κελιού, ώστε να βλέπει απ’ έξω ο φύλακας τον κρατούμενο αλλά όχι το αντίστροφο, ή ακόμη και ο τρόπος που ανοίγει η καταπακτή για να παραδοθεί η τροφή.
Ο συσχετισμός των επιχειρημάτων του Foucault με αυτά που διαχειρίζεται ο «ΧΑ» συνοψίζονται στο ότι ο σχεδιασμός του χώρου και η χωροθέτηση του εξοπλισμού συγκροτεί ένα είδος «μηχανικής καταπίεσης» (εφόσον το αποτύπωμα του οικοδεσπότη δεν είναι κατ’ ανάγκην συμβατό με το αποτύπωμα του επισκέπτη), που πολλές φορές οργανώνει και επιβάλλει αρχές στη συμπεριφορά των υποκειμένων καθορίζοντας τη μεταξύ τους σχέση.


Anthony Giddens
Ιδιότητα: κοινωνιολόγος
Βιβλιογραφική αναφορά: Anthony Giddens, The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration, Paperback Reprint edition: January 1986, University California Press.


Τη «δομή» («structure») τη δεχόμαστε ως «άνωθεν» επιβεβλημένη. Υπάρχει και λειτουργεί από μόνη της, ερήμην και εν αγνοία του υποκειμένου. Η ιδέα της δομής είναι παθητική, είναι κάτι αποκρυσταλλωμένο και σχεδόν εκτός ελέγχου (όπως οι νόμοι του καπιταλισμού). Σύμφωνα όμως με τη θεωρία του «structuration», όπως την εισάγει ο Giddens, η δομή δεν υπάρχει μόνη της, αλλά αναπαράγεται χάρη στις συμπεριφορές. Είναι μεν έμμεση αυτή η σχέση, αλλά το ότι κάποιος αποδέχεται μια σειρά από ρόλους στη ζωή του (σύζυγος, επαγγελματίας, αθλητής, …), το ότι υποτάσσεσαι σε μια σειρά σκηνικά (οικιακό χώρο, επαγγελματικό χώρο, γήπεδο ποδοσφαίρου), το ότι συμπεριφέρεται με ορισμένους τρόπους που εν μέρει είναι επιλογή του και εν μέρει επιβεβλημένοι από τους ρόλους και τα σκηνικά, όλο αυτό, είτε το θέλει είτε όχι, αναπαράγει και εν μέρει κλονίζει τη δομή. Οι γενικές κοινωνιολογικές αφαιρέσεις (κοινωνική τάξη, ρόλοι, εξουσία) διαρθρώνονται με πραγματικές συμπεριφορές, καταγράψιμα και αναλύσιμα στοιχεία, και εντέλει και με την οργάνωση του χώρου και του χρόνου. Αυτό που ενδιαφέρει στη μεθοδολογία του «ΧΑ», είναι η αμφίδρομη σχέση μεταξύ «structuration» και συμπεριφοράς, που εξαρτάται από την «ταυτότητα» των υποκειμένων.







          • José Rodriguez: Questions to Basil Bernstein

          • On the classification and framing of educational knowledge

          • Social class and pedagogic practices

          • Codes, modalities and the process of cultural reproduction – a model.