Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

«ΧΑ»: Συναφείς θεωρητικές απόψεις (Erwin Panofsky)

Erwin Panofsky


Ιδιότητα: ιστορικός της τέχνης.
Βιβλιογραφκή αναφορά: Μελέτες εικονολογίας (Ουμανιστκά θέματα στην Τέχνη της Αναγέννησης), εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1991.


Η ερευνητική προσέγγιση στο θέμα του οικιακού χώρου με τη βοήθεια του εννοιολογικού εργαλείου «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» πραγματοποιείται σε μία διαδρομή παράλληλη με άλλες συναφείς μεθοδολογίες και θεωρητικές απόψεις. Ειδική όμως αναφορά πρέπει να γίνει στον ιστορικό της τέχνης Erwin Panofsky, η θεωρητική ματιά του οποίου απετέλεσε τον βασικό άξονα στην ταξινόμηση και διαβάθμιση των παρατηρούμενων στοιχείων στα τρία (3) εννοιολογικά επίπεδα:

Α. Αντιληπτικό επίπεδο χρήσης του χώρου

Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Πρωτοβάθμιο ή Φυσικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 26).

Στο πρώτο διαδικαστικό στάδιο της ανάλυσης των ταινιών καταγράφεται το «τι βλέπουμε», χωρίς καμία περαιτέρω εμβάθυνση. Γίνεται η μεταγραφή στοιχείων από το κινηματογραφικό σύστημα γραφής στον αρχιτεκτονικό χωρικό κώδικα (σε μετρήσιμα μεγέθη). Η διαδικασία αυτή μεταφέρει την κινηματογραφική πραγματικότητα στο χαρτί και δίνει τα πρώτα δείγματα δυνατότητας επεξεργασίας. Το αντιληπτικό επίπεδο υποδιαιρείται περαιτέρω σε καταρχήν και εκφραστικό. Στο καταρχήν υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή μέσω της απλής «ανάγνωσης». Στην περίπτωση των κινηματογραφικών ταινιών, στο επίπεδο αυτό περιγράφονται βασικά στοιχεία αναγνώρισης του χώρου, τα οποία υποπίπτουν άμεσα στην αντίληψη του θεατή (η ανάγνωση του χώρου ως προς πρότερη εμπειρία) και οδηγούν σε συμπεράσματα χωρίς καμία άλλη λογική διαμεσολάβηση. Στο εκφραστικό υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή μέσω της απαραίτητης εμπάθειας, μιας ευαισθησίας, που πηγάζει από την καθημερινή πρακτική εμπειρία και εξοικείωση του υποκειμένου με τα αντικείμενα και τα γεγονότα.

Iα. Καταρχήν κατηγορηματικό υποεπίπεδο


  • Ανάλυση του αφηγηματικού περιεχομένου των ταινιών

    • Ταυτότητα της ταινίας

    • Αφήγηση σεναρίου

    • Κατανομή κειμένου σε αφηγηματικές ενότητες

    • Περίληψη

    • Χρονική διάρκεια αφηγηματικών ενοτήτων


Iβ. Εκφραστικό κατηγορηματικό υποεπίπεδο


  • Ανασυγκρότηση του σκηνικού οικιακού χώρου

  • Διάταξη ως προς τοπολογικές σχέσεις (αραιώσεις / πυκνώσεις)

  • Χρονική διάρκεια προβολής του οικιακού χώρου


Β. Ιδεολογικό επίπεδο χρήσης του χώρου

Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Δευτεροβάθμιο ή Συμβατικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 26-28).

Το δεύτερο επίπεδο ελέγχει «πώς είναι αυτό που βλέπουμε» με μετρήσεις και αναφορές σε σχεδιαστικούς κανόνες. Περιλαμβάνει μοτίβα που αναγνωρίζονται ως εικόνες, και συνδυασμούς εικόνων, που αποτελούν αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε αλληγορίες ή ιστορίες. Η διαφορά της σημασίας αυτού του επιπέδου από το αντιληπτικό είναι ότι στο ιδεολογικό επίπεδο απαιτείται μια νοητική και όχι απλώς αισθητηριακή διεργασία, καθώς και ότι «φορτίζει» συνειδητά την πρακτική ενέργεια με την οποία αποδίδεται (π.χ. το βγάλσιμο του καπέλου ερμηνεύεται ως ευγενικός χαιρετισμός).
Τα στοιχεία του Ιδεολογικού Επιπέδου των κινηματογραφικών ταινιών προκύπτουν μέσα από μία αναζήτηση συνέπειας κανόνων τρόπου ζωής, σχέσης φύλων και ηλικιών, κοινωνικού στρώματος, κοινωνικής κινητικότητας, και διαπραγμάτευσης της «αλήθειας» (ή ταυτότητας) των υποκειμένων.


IIα. Διατάξεις ως προς συμβατική οργάνωση (τυπική / άτυπη κάτοψη)


IIβ. Διατάξεις ως προς ομοιογένεια ύφους (πολυσυλλεκτικότητα)


IIγ. Συγκρότηση τυπολογίας οργάνωσης των χώρων


  • Αναλυτική καταγραφή απόψεων

  • Σύνοψη απόψεων (καταγραφή σε σχέδιο κάτοψης)

  • Επιμέρους απόψεις (συνδυασμένη καταγραφή σε σχέδια κάτοψης και σε τρισδιάστατες απεικονίσεις από φωτογραφικές απόψεις)



    Γ. Συμβολικό επίπεδο χρήσης του χώρου

    Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Τριτοβάθμιο Επίπεδο Σημασίας (της εγγενούς σημασίας ή του περιεχομένου) κατά Panofsky (Μελέτες εικονολογίας, σελ. 28-37).

    Το τρίτο επίπεδο ελέγχει «πώς λειτουργεί αυτό που βλέπουμε», δηλαδή τη συνέπειά του ως προς κοινωνικά πρότυπα. Ανιχνεύονται δηλαδή πληροφορίες μέσα από τα αποτυπώματα της μορφολογίας των συμπεριφορών, δηλ. της κοινωνικής χρησιμοποίησης του χώρου. Η μετάβαση σ’ αυτό αρχίζει αφότου προσπαθήσουμε ν’ αντλήσουμε συμπεράσματα για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή μία συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς τα ως σύμπτωμα κάποιων ευρύτερων τάσεων μιας κοινωνικής ομάδας σε μία χρονική περίοδο. Δεν μπορούμε να αποφανθούμε για την προσωπικότητα κάποιου με βάση μια μεμονωμένη του ενέργεια (π.χ. ενός ευγενικού χαιρετισμού), παρά μόνο αφού συνδυάσουμε περισσότερες ομοειδείς παρατηρήσεις και τις ερμηνεύσουμε και υπό το πρίσμα των πληροφοριών μας για την ηλικία, την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, τις πολιτισμικές παραδόσεις κ.ο.κ. του συγκεκριμένου ατόμου.
    Τα στοιχεία του Συμβολικού Επιπέδου χρήσης του χώρου, τα οποία ανιχνεύτηκαν στις κινηματογραφικές ταινίες προέρχονται από τις παρακάτω καταγραφές:


    IIIα. Χαρτογράφηση των δυναμικών κινήσεων και συμπεριφορών των υποκειμένων μέσα στον οικιακό χώρο (καταγραφή ανά αφηγηματική ενότητα)


    IIIβ. Χρονική διάρκεια όρθιων και καθιστών συναναστροφών

      IIIγ. Διαγραμματική εξέλιξη των χαρακτήρων των δύο φύλων





          Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

          Γενικές Σκέψεις επί της αρχιτεκτονικής της περιόδου 1950-1970

          Μέσα από δύο διαδοχικές προσεγγίσεις διερευνάται το ερώτημα εάν, στην αρχή και στο τέλος της περιόδου 1950-70, μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο δεδομένων, διαμορφώνεται αντίστοιχα ένα γνήσιο ή ένα «νόθο» χωρικό αποτύπωμα. Πώς δηλαδή, ενώ παρουσιάζεται ένας σαφώς αλλαγμένος αρχιτεκτονικός χώρος, εξακολουθούν να ισχύουν οι ίδιοι τρόποι ζωής.
          Η πρώτη προσέγγιση πραγματοποιήθηκε με εφαρμογή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» στα πλαίσια της μελέτης του οικιακού χώρου των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70 αναλύοντας μία σειρά διαφορετικών ταινιών. Η δεύτερη προσέγγιση έγινε και πάλι με εφαρμογή του ιδίου εργαλείου, αυτή τη φορά όμως με τη μορφή συγκριτικής μελέτης πρωτότυπων κινηματογραφικών ταινιών των αρχών της δεκαετίας του ’50 με μεταγενέστερες εκδόσεις (remakes) του τέλους της δεκαετίας του ’60. Το επιχείρημα στη δεύτερη περίπτωση ήταν ότι το κοινό σενάριο προδιαγράφει αντίστοιχα ένα κοινό πλαίσιο κοινωνικών, οικονομικών, και πολιτισμικών δεδομένων.
          Οι κινηματογραφικές ταινίες αναπαριστούν πρότυπα και κατ’ επέκταση αντανακλούν την αντίστοιχη κοινωνική πραγματικότητα. Η διαβίωση στην ανθρώπινη κοινωνία είναι ένα παιχνίδι «θέσεων» και «ρόλων», μέσα από το οποίο επιδιώκεται να ικανοποιηθούν ιεραρχικά ένα σύνολο αναγκών για κάθε άτομο: φυσιολογικές ανάγκες, ανάγκη για ασφάλεια, κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες του ΕΓΩ, και αυτοπραγμάτωση (Maslow). Η αρχιτεκτονική δεν προϋπάρχει των αναγκών. Ως εφαρμοσμένη τέχνη όμως, καλείται να καλύψει ή να επαναπροσδιορίσει μέρος αυτών των αναγκών μέσα από τη διαλεκτική της σχεδιαστικής διαδικασίας.
          Στη δική μας περίπτωση, την περίοδο 1950-70, οι ταινίες προβάλλουν έναν πολιτισμό, ο οποίος έχει επίγνωση ότι αλλάζουν οι τρόποι χειρισμού της κίνησης του σώματος, αλλάζουν οι τρόποι τοποθέτησης των επίπλων, αλλάζουν οι τρόποι συγκρότησης ταυτότητας. Υπάρχει επίγνωση όλων αυτών των στοιχείων, αλλά η αρχιτεκτονική για τη μικρομεσαία αστική κοινωνία είναι άτονο μέσο έκφρασης. Γι’ αυτό και, όσο προχωράμε από την αρχή της δεκαετίας του ’50 προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, παρατηρείται μία αυξανόμενη άγνοια των αρχιτεκτονικών εκφραστικών κανόνων και ο σκηνικός χώρος νοθεύεται όλο και περισσότερο. Προβάλλεται μία αρχιτεκτονική που σταδιακά γίνεται όλο και πιο παθητική ή και εκμηδενιστική, που δεν διαντιδρά με τον άνθρωπο. Ο ρόλος της είναι περιορισμένος σ’ αυτόν του σκηνικού υπόβαθρου. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να μην παράγει αρχιτεκτονική για τα μικρομεσαία στρώματα αλλά, κατά κανόνα, να αφομοιώνει εν μέρει εισαγόμενα πρότυπα χώρου. Μέχρι και λίγο πριν το 1970, το μικρομεσαίο κοινωνικό στρώμα εξακολουθεί να διαβιώνει σε χώρο που δεν διαντιδρά με τη «διανθρώπινη σταθερά». Εάν ο τρόπος ζωής του απαιτεί να παιχτεί θέατρο, αυτό θα παιχτεί ανεξάρτητα από το είδος του χώρου, δηλαδή είτε σε «κλειστή κάτοψη» (με ρητούς κανόνες) είτε σε «ανοιχτή κάτοψη» (με άρρητους κανόνες συμπεριφοράς).
          Η μικρομεσαία κοινωνία δρα ανεξάρτητα από ένα αρχιτεκτονικό περιβάλλον, το οποίο μοιάζει να της έχει επιβληθεί. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις, συναισθηματικές ή άλλες, στον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα ορίζουν το αποτύπωμα της ταυτότητάς τους, τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ αυτών και των αντικειμένων. Ο χώρος αποτελεί ένα πεδίο δράσεων, όπου παίζεται διαρκώς ένα θεατρικό παιχνίδι εσωτερικευμένο και «κλειστού» χαρακτήρα σε τέτοιο βαθμό που σπάνια διαπιστώνεται εξοικείωση ή επαφή με το «αρχιτεκτονημένο» περιβάλλον. Οι άνθρωποι κατά τις συναναστροφές τους, όσο μεταβαίνουμε προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, στέκονται όλο και περισσότερο όρθιοι, αγνοώντας τα έπιπλα. Ο χώρος παίζει συνοδευτικό και δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή των υποκειμένων.
          Η διαπίστωση αυτή έχει ιστορικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς. Στο δεδομένο πολιτισμικό πλαίσιο του μικρομεσαίου κοινωνικού στρώματος στην Ελλάδα της περιόδου 1950-70, δεν υπήρχαν οι συνθήκες για να αναπτυχθεί πρωτότυπη δημιουργία. Τα πολιτισμικά και οικονομικά εξαρτημένα μικρομεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του 1950, μέσα στο πλαίσιο της γενικής μεταπολεμικής ρευστότητας, αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να αποδεχτούν την αρχιτεκτονική ως δηλωτικό μέσο έκφρασης του χώρου και αδυνατούν να οικειοποιηθούν τα εισαγόμενα χωρικά πρότυπα ως ερέθισμα για αναζήτηση νέων τρόπων ζωής. Αυτό είναι έκδηλο από τον αδέξιο, επιπόλαιο, και κάπως αμήχανο τρόπο με τον οποίο τα διαχειρίζονται, αρκούμενοι στην προσφορότερη και ευκολότερα κατανοητή επιλογή της μίμησης.
          Το «περιττό» της αρχιτεκτονικής φαίνεται ότι δεν αποτελεί βασική προτεραιότητα σε μια κοινωνία που μόλις ανακάμπτει από τα δεινά ενός πολέμου παγκόσμιας κλίμακας. Αντίθετα, αυτό που επιδιώκει είναι το «απαραίτητο», δηλαδή η βιολογική της συντήρηση. Κατά συνέπεια, οι μορφολογικές αλλαγές δεν ανταποκρίνονται σε «αποτυπώματα» αντίστοιχων τρόπων ζωής και παραμένουν εκτός της αντιληπτικότητας των υποκειμένων. Ο χώρος εξακολουθεί να μην αποτελεί αποτύπωμα δράσεων. Τα στοιχεία του χώρου απλά υποστηρίζουν τις δράσεις των υποκειμένων και υπογραμμίζουν την ταυτότητα των προσώπων. Η αρχιτεκτονική προσφέρει ένα γενικό υπόβαθρο, κάποιους πόλους γύρω από τους οποίους πραγματοποιούνται κινήσεις και συμπεριφορές αλλά τίποτα παραπάνω.

          Η αρχιτεκτονική της περιόδου 1950-70 δεν επηρεάζει την «παράσταση» της ζωής. Την εξυπηρετεί φιλοξενώντας την. Το κινηματογραφικό σκηνικό μεταλλάσσεται τόσο ώστε να υπηρετεί το θέαμα και αποβλέπει στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέλκυση του μικρομεσαίου κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο τρόπος χρήσης του σκηνικού χώρου φαίνεται να υποδηλώνει ότι πρόκειται για ένα νόθο αποτύπωμα τρόπου ζωής. Το αντιστάθμισμα αυτής της έμμεσης δήλωσης επωμίζεται η απίθανη υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, οι οποίοι χρεώνονται την ευθύνη της «γνησιότητας» στην προσωπικότητά τους, και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα διανοητικό περιβάλλον ουτοπικής «Ανθρωπιστικής Αρχιτεκτονικής», όπου θα διαπραγματευτούν την «ταυτότητά» τους, κινούμενοι και δρώντας σε ένα τοπολογικό κοινωνικό χώρο, που ενώ συνεισφέρει στην αυτοπραγμάτωση (αυτο-ολοκλήρωση) των υποκειμένων, τελικά χαρακτηρίζεται από μία ανυπαρξία αρχιτεκτονικής. Η αγνοημένη από τους ειδικούς «διανθρώπινη σταθερά» φαίνεται να ακολουθεί τη δική της πορεία, καθοριζόμενη από ένα υπερ-ολιστικό σύνολο αναγκαιοτήτων. Μήπως αυτή η σταθερά αποτελεί την πηγή απ’ όπου η αρχιτεκτονική οφείλει να αντλεί τελικά την ουσία της ύπαρξής της;

          Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

          «ΧΑ»: οργάνωση κωδικοποιημένων παρατηρήσεων σε εννοιολογικές κατηγορίες

          Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» είναι ένα εννοιολογικό μεθοδολογικό εργαλείο ανάγνωσης αρχιτεκτονικού ιστορικού χώρου, όπου χώρος νοείται το «αποτύπωμα» δράσεων των υποκειμένων. Μέσα από τη διαδικασία επεξεργασίας των δεδομένων, πρώτον, αποσαφηνίζεται και αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο μέσα από μια απειρία κινηματογραφικών φαινομένων εντοπίζονται στοιχεία με χωρικό χαρακτήρα και ενδιαφέρον, και δεύτερον, συστηματοποιείται η ανάγνωση των δεδομένων, τα οποία, συσχετιζόμενα με εννοιολογικά φίλτρα κοινωνιολογικού και ανθρωπολογικού χαρακτήρα (τρόπος ζωής, σχέση φύλων, κοινωνική τάξη, διαπραγμάτευση ταυτότητας), τελικά συγκροτούν χωρικά συμπεράσματα.
          Η αναλυτική επεξεργασία εννέα (9) κινηματογραφικών ταινιών απέδωσε ένα σύνολο παρατηρήσεων, οι οποίες σε πρώτο στάδιο καταγράφτηκαν σε 19 πίνακες.
          Ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να καταγραφεί ένα μέρος από την απειρία δεδομένων του υλικού μελέτης, τα οποία κατανέμονται σε δεκαεννέα (19) πίνακες. Εν συνεχεία, με σκοπό την προσέγγιση της κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής υπόστασης του χώρου, αποκρυσταλλώνεται μία νέα, πιο συγκεκριμένη και ελέγξιμη ταξινόμηση, σύμφωνα με την οποία οι παρατηρήσεις αντιστοιχούνται με τέσσερις (4) αλλλοσυσχετιζόμενες εννοιολογικές κατηγορίες / φίλτρα: τρόπος ζωής, σχέση φύλων και ηλικιών, κοινωνική τάξη, και διαπραγμάτευση της αλήθειας.
          Η κατηγοριοποίηση είναι απαραίτητη προκειμένου να γίνει μία «έμμεση προσπέλαση» στην αντίληψη εννοιών και φαινομένων της κινηματογραφικής πραγματικότητας συσχετισμένων με την κοινωνική πραγματικότητα. Όταν δηλαδή αναφερόμαστε σε τρόπους ζωής, σχέση φύλων και ηλικιών, κοινωνική τάξη και διαπραγμάτευση της αλήθειας, ουσιαστικά προετοιμάζουμε το έδαφος για να ερμηνευτούν χωρικοί συσχετισμοί. Δεν παύουν όμως να αποτελούν κάποιες έννοιες που, επειδή δεν είναι δυνατή η σύλληψη και διαχείριση του απείρου, μεσολαβούν και απηχούν με έμμεσο τρόπο τα νοήματά του. Πρέπει να έχουμε δηλαδή συνεχώς κατά νου ότι οι εννοιολογικές αυτές κατηγορίες μπορεί να είναι υποβοηθητικές όσο μπορεί να γίνουν και παραπλανητικές.

          Α. Τρόπος ζωής

          Από τα στοιχεία που καταγράφουν οι 19 πίνακες, εκείνα τα οποία βρέθηκαν να καταδεικνύουν τρόπους ζωής συνοψίζονται στις παρακάτω κατηγορίες.

          • Στοιχεία που αφορούν την με οποιονδήποτε τρόπο ανασυγκρότηση του σκηνικού χώρου. Ανάγνωση δηλαδή με κριτήριο,

            • ό,τι υποπίπτει άμεσα στην αντίληψη του θεατή,

            • την πρότερη εμπειρία στην ανάπτυξη δράσεων και αναζήτηση συνέπειας ως προς σχεδιαστικούς κανόνες,

            • τη συνέπεια ως προς κοινωνικά πρότυπα.
          • Μορφολογία οικιακού χώρου.
            • Συχνά συμβαίνει η βασική ηθική αρχή που υπαινίσσεται μία ταινία να είναι η αρχή της λειτουργικότητας του οικιακού χώρου. Π.χ. στην η ταινία «τα τέσσερα σκαλοπάτια» (1952) παρατηρείται ένα αρκετά σαφές δίπολο αρχιτεκτονικής αξιολόγησης: η γυναίκα που ερωτεύεται ο πρωταγωνιστής, δεν αρκείται στο μεγάλο, πλούσιο σπίτι. Θέλει επιπλέον (και του συνιστά) η σκάλα της βεράντας προς τον κήπο να έχει μόνο 4 σκαλοπάτια. Γνωρίζει ότι είναι πλούσιος, ότι θα έχει άνεση χώρου, υπηρετών κτλ. και σ’ αυτή την κεκτημένη άνεση θέλει να προσθέσει και λειτουργική άνεση: «Για μια γυναίκα που εργάζεται στο σπίτι της, μέχρι τέσσερα σκαλοπάτια είναι καλά κύριε Γκρενά. Τα υπόλοιπα είναι κόπος πολυτελείας». Η δεύτερη υποψήφια μνηστή θαυμάζει το σπίτι του ως έχει θεωρώντας το επιβλητικό.
              Άλλοτε πάλι συναντάται το δίπολο «κατοικία – διαμέρισμα», ως δείγμα κοινωνικού status. Στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965) έχουμε το μορφολογικό ύφος του σπιτιού στο επίκεντρο της σχέσης του ζευγαριού. Όταν η γυναίκα απελευθερώνεται και επαναστατεί, τότε αποκαλύπτεται ότι η καταπίεση που δεχόταν από το σύντροφό της δεν περιοριζόταν στη μη νομιμοποίηση της σχέσης τους. Επιπλέον επεκτεινόταν τόσο στον τρόπο που ντυνόταν όσο και σ’ αυτό το ίδιο το σπίτι: «Μπορώ εγώ να δεχθώ υπουργό εδώ μέσα;», «...Αντωνάκη, εκείνο που σας χρειάζεται είναι ένα ρετιρέ με τέσσερα δωμάτια...»

          • Μορφολογία επίπλωσης και οι τοπολογικές σχέσεις.

            • Το μορφολογικό ύφος και ο τρόπος χωροθέτησης των κινητών επίπλων («κεντρομόλος» / «φυγόκεντρος» χωροθέτηση, αραιώσεις / πυκνώσεις) φωτίζουν τις πτυχές εκείνες του τρόπου ζωής που δίνουν έμφαση σε μία ποιότητα ζωής. Η φτώχεια δεν προβάλλεται όπως πράγματι διαπιστώνεται στις υποβαθμισμένες περιοχές. Παρατηρείται μεν «στρίμωγμα» αλλά χωρίς λειτουργικές επιπτώσεις. Η έμφαση δίνεται στην πυκνότητα του χώρου χωρίς να παραβαίνεται ο κανόνας της «ελεύθερης – κεντρομόλου» χωροθέτησης των επίπλων: τα τραπέζια είναι από παντού ελεύθερα, τα κρεβάτια είναι από παντού ελεύθερα, οι άνθρωποι ποτέ δεν βρίσκονται να εργάζονται με το πρόσωπο προς τον τοίχο αλλά πάντα με το πρόσωπο προς τον χώρο. Το μικρομεσαίο κοινωνικό στρώμα δεν παραβαίνει τον κώδικα της ελευθερίας. Η διάχυτη αυτή αίσθηση της ελεύθερης χωροθέτησης τόσο στο χώρο όσο και στην επίπλωση και στη συμπεριφορά ενδεχομένως να συμβαίνει για να διευκολυνθεί η κίνηση της κάμερας. Όμως σε κάποιες ταινίες (π.χ. «ο Γόης») η κάμερα κινηματογραφεί ακόμα και μέσα από μια ντουλάπα. Αντιμετωπίζεται δηλαδή σκηνοθετικά αυτή η πρακτική δυσκολία και επομένως η όποια τοποθέτηση των κινητών επίπλων στο χώρο αποτελεί ενσυνείδητη επιλογή του σκηνοθέτη.

          • Χαρτογράφηση συμπεριφορών.

            • Η προβολή εστιακότητας και η χαρτογράφηση των συμπεριφορών και των κινήσεων επιχειρεί την εφαρμογή ενός συστήματος γραφής, το οποίο θα επιτρέψει να μιλήσουμε για ηθογραφία. Ουσιαστικά καταγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του θεάτρου: η παρουσία και η κίνηση μαζί με το διαρθρωτικό και αποκαλυπτικό νόημά τους. Στις ταινίες καταγράφονται τόσο κινησιακά όσο και στάσιμα μοντέλα τρόπου ζωής και συμπεριφοράς. Η «κινητικότητα ή «στατικότητα» των ηρώων συσχετίζεται με το βαθμό κατοχής εξουσίας έναντι των άλλων, π.χ. ο κινητικός έχει κατά κανόνα υπεροχή έναντι του καθιστού. Όταν κάποιος κάθεται είναι κατά κανόνα αμυνόμενος. Όταν δύο άνθρωποι κάθονται, τότε θεωρούνται ισότιμοι. Όταν ο ένας κάθεται και ο άλλος είναι κινητικός, τότε αυτός που κάθεται είναι απολογούμενος ή επεξηγών, δηλαδή βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Οι πόλοι συναναστροφής χαρτογραφούνται ως πυκνότητες στα αντίστοιχα διαγράμματα, οι οποίες πιστοποιούν το βαθμό σημασίας τους (βασικό, πρωτεύοντα, δευτερεύοντα, κ.ο.κ.).

          • Ο οικιακός χώρος ως μορφή θεατρικού μοντέλου.

            • Ο χώρος λειτουργεί με όρους διάκρισης «Προσκηνίου - Παρασκηνίου», όπου, ανά περίσταση, η «θεατρικότητα» των συμπεριφορών συνεπικουρείται κυρίως τους τοίχους, που κρύβουν ή αποκαλύπτουν «αλήθειες», την ακριβή θέση και στάση των σωμάτων, που χρησιμοποιούν την ιδιαίτερη «γλώσσα» τους, και τη διαρρύθμιση των επίπλων, που διαμορφώνουν το κυριολεκτικό σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η θεατρική πλοκή. Όταν δεν απαιτείται η διάκριση «Προσκήνιου – Παρασκηνίου» τότε το βάρος για την θεατρικότητα μετατίθεται στη θέση των σωμάτων και τη διαρρύθμιση των επίπλων.

          • Ρόλος Πορτών

            • Στον οικιακό χώρο, μεταξύ άλλων παίζεται συχνά το παιχνίδι «εμφάνιση–εξαφάνιση». Η παρεμβολή πορτών σε κομβικά σημεία είναι καθοριστική σε κρίσιμες στιγμές. Ο ρόλος της πόρτας είναι να αποκαλύπτει ή να αποκρύβει την «αλήθεια» καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί θεατρικά η διαπραγμάτευση της ταυτότητας. Συνδέει επιλεκτικά το προσκήνιο με το παρασκήνιο και επιτρέπει ή όχι την οπτική διείσδυση ή τη διάχυση από τον ένα χώρο στον άλλο. Πρόκειται για μία παράμετρο που, επιπλέον της χωρικής υποδιαίρεσης, συνεισφέρει καθοριστικά στη διαδικασία εξέλιξης της διαπραγμάτευσης της ταυτότητας. Τέλος, όταν συμβαίνει μία ενδοοικογενειακή κρίση, οι πόρτες δίνουν τη δυνατότητα εκτόνωσης της έντασης και σε άλλους χώρους.


          • Χρονική διάρκεια προβολής οικιακού χώρου.

            • Η προβολή ανά δωμάτιο αναδεικνύει του χώρους που πραγματικά χρησιμοποιούνται από τους χρήστες του χώρου. Δείχνει δηλαδή το βαθμό οικειοποίησης των χρηστών με το χώρο στον οποίο διαβιώνουν και εάν πράγματι αποτελεί αποτύπωμα του τρόπου ζωή τους ή ένα μουσειακό κέλυφος που απλά περιορίζει τις συμπεριφορές τους και στο οποίο είναι αναγκασμένοι να ζουν για λόγους επίδειξης ή τεκμηρίωσης της ισχύουσας κοινωνικής τους θέσης.

          • Οικιακή βοηθός.

            • Η ύπαρξη οικιακής βοηθού, ο τρόπος που είναι ενδεδυμένη, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί, ο βαθμός συμμετοχής της σε συζητήσεις των κυρίων της, το είδος των κινήσεών της σχετίζονται με γνήσιους τρόπους ή μιμήσεις τρόπων ζωής.


          Β. Σχέση φύλων και ηλικιών.

          Είναι συμβατικό και αναπόφευκτο να αναφερόμαστε στη σχέση των δύο φύλων μέσα στον οικιακό χώρο. Οι άνδρες και οι γυναίκες είναι οντότητες μοναδικές, διακριτές, ασύμμετρες, προικισμένες με ιδιότητες και ικανότητες συμπληρωματικές και άρα λειτουργικά αλληλεξάρτητες.
          Η σχέση αυτή, για την περίοδο 1950-70, οπότε και αρχίζει μία γενικευμένη χειραφέτηση της γυναίκας, είχε ως συνέπεια την παροχή διαφορετικών υπηρεσιών σε κάθε δραστηριότητα της ζωής, εξαρτημένων από τις τοπικές πολιτισμικές απόψεις σχετικά με τις ιδιαίτερες ικανότητες των δύο φύλων: ο άνδρας εξασφάλιζε τους οικονομικούς πόρους, και η αποτελεσματικότητά του μετριόταν είτε από την ικανότητά του να γεμίσει το σπίτι με αγαθά ενώ ο ρόλος της γυναίκας ήταν να μετατρέψει αυτά τα αγαθά από τον έξω κόσμο σε διατροφή και άνεση, και να δημιουργήσει ένα τακτοποιημένο περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ακμάσει η οικογένειά της. Υπήρχε δηλαδή εξαρχής η χωρική διάκριση μεταξύ οικιακής εστίας και έξω χώρου, η οποία σχετιζόταν με το φύλο. Οι άνδρες και οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν διαφορετικά σημεία συνάντησης στη γειτονιά: καφενείο και κουρείο οι άνδρες, μπακάλικο και κομμωτήριο οι γυναίκες. Οι άνδρες ασχολούνταν κυρίως με υποθέσεις έξω από το σπίτι, συμμετείχαν σε δραστηριότητες οικονομικές και, εάν οι συνθήκες το επέτρεπαν, σε πολιτικές. Οι γυναίκες ήταν κατά κανόνα απορροφημένες με ζητήματα του σπιτιού και της γειτονιάς, και οποιαδήποτε ανάμειξή τους στη δημόσια σκηνή είχε έναν ιδιαίτερα θρησκευτικό χαρακτήρα.
          Ενώ όμως οι ρόλοι των δύο φύλων είναι σαφώς διακριτοί και συμπληρωματικοί, η ιεραρχική τους σχέση δεν ακολουθεί μία τυπική ισοδυναμία. Ο άνδρας, ως κεφαλή της οικογενείας, είχε απεριόριστη εξουσία επί της συζύγου και επί των υπολοίπων μελών της οικογένειας του. Η γυναίκα επομένως, ως υποτελής στη θέληση και στις αποφάσεις του συζύγου της, δεν μπορούσε εύκολα να παρακάμψει τις συνέπειες αυτής της σχέσης εξουσίας. Και όλα αυτά βέβαια συνέβαιναν μέσα στα πλαίσια των αρχών του τότε ισχύοντος Οικογενειακού Δικαίου.
          Βασικό λοιπόν θέμα στο ελληνικό σπίτι της περιόδου 1950-1970, είναι πώς η σχέση των δύο φύλων εκφράζεται χωρικά και πώς αυτό διαφοροποιείται μέσα στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Ο «ΧΑ» διερευνά το σύστημα αυτής της σχέσης και αποκωδικοποιεί τη διάκριση των χωρικών ποιοτήτων. Μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες δίνεται η δυνατότητα να μελετηθεί με ποιον τρόπο προβάλλονται τόσο οι επιμέρους χώροι του οικιακού χώρου όσο και ο εξοπλισμός του. Με τι είδους συμβολισμό είναι επιφορτισμένα τα διάφορα έπιπλα και πως αυτά είναι προσαρτημένα στο ρόλο του άνδρα, της γυναίκας, των παιδιών και των ηλικιωμένων. Η διερεύνηση αυτή επιχειρείται με την καταγραφή και τον έλεγχο των αντίστοιχων φαινομένων που συνδυάζονται με χωρικές διατυπώσεις, όπως τα παρακάτω:

          • Η γυναίκα είναι όρθια και ο άνδρας καθιστός.
          • Η γυναίκα βγάζει τα παπούτσια του άνδρα (την κίνηση αυτή την κάνει μόνο εντός ή και εκτός του υπνοδωματίου, όπου μέσα σ’ αυτό η σχέση του ανδρογύνου ίσως είναι πιο ισότιμη;)
          • Διαφοροποίηση του μορφολογικού ύφους (στυλ) των δωματίων των μελών της οικογένειας.
          • Ιδιαίτερα δωμάτια, χώροι συνεύρεσης και αντικείμενα των μελών της οικογένειας.
          • Προβολή του δωματίου της οικιακής βοηθού (ποιες είναι οι ποιοτικές διαφορές ή και ομοιότητες με τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού;)
          • Τρόπος συμπεριφοράς της γυναίκας στον οικιακό χώρο ανάλογα με το αν αυτή είναι ή δεν είναι εργαζόμενη.
          Τα παραπάνω στοιχεία ταξινομούνται σε αντίστοιχες κατηγορίες των «προφίλ χαρακτήρα» του άνδρα και της γυναίκας, τα οποία έχουν συγκροτηθεί με βάση μία σειρά ιδιοτήτων του ανθρώπινου χαρακτήρα. Π.χ. οι συμπεριφορές μεταξύ του ανδρογύνου αναμένονται διαφορετικές σε μία περίπτωση όπου ο άνδρας είναι ευάλωτος ή «ανερμάτιστος» και η γυναίκα συναισθηματική από μία άλλη περίπτωση όπου ο άνδρας είναι δυναμικός και η γυναίκα και συναισθηματική.
          Ο οικιακός χώρος αποτελεί αποτύπωμα της συνισταμένης των δράσεων όλων όσων διαβιούν μέσα σ’ αυτόν. Κατά κύριο λόγο όμως, είναι το ανδρόγυνο που διαμορφώνει χωρικό αποτύπωμα και δευτερευόντως τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Γι’ αυτό το λόγο, στις ταινίες αναζητούνται και καταγράφονται κυρίως περιπτώσεις όπου ώριμα άτομα διαπραγματεύονται μεταξύ τους την ταυτότητα και την κοινωνική τους θέση. Βεβαίως ενδιαφέρουν και οι περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται συμμετοχή παιδιών στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της πλοκής (όταν π.χ. το κύριο πρόβλημα είναι «ότι το παιδί με τις δραστηριότητές του ενοχλεί τους γονείς την ώρα που αναπαύονται» ή «τι γίνεται με ένα κακομαθημένο παιδί που κλαίει») είτε ακόμη όταν η κύρια ένταση αναπτύσσεται ανά τις γενεές (δηλαδή όχι μόνο προς ενήλικες ή παιδιά αλλά και προς ηλικιωμένους).

          Γ. Η Κοινωνική τάξη

          Το ταξικό θέμα εμπεριέχεται, άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο ποσοστό, σε κάθε κοινωνική δραστηριότητα του ανθρώπου. Η κωδικοποίηση με κριτήριο το κοινωνικό στρώμα, δίνει τη δυνατότητα να αντιστοιχηθούν σε θεμελιακό επίπεδο χωρικές μορφές με κοινωνικές αφαιρέσεις. Αυτό που πρέπει επομένως να οριστεί είναι τα επίπεδα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, προκειμένου εν συνεχεία να αναζητηθεί εάν είναι δυνατόν να συσχετισθούν κοινωνικές με χωρικές διαβαθμίσεις.
          Το επάγγελμα του ιδιοκτήτη του σπιτιού προσδιορίζει κατά κανόνα το κοινωνικό του στρώμα. Μία ορθότερη κοινωνική κατηγοριοποίηση θα περιελάμβανε την επιπλέον διαφοροποίηση στα κοινωνικά στρώματα μεταξύ «μορφωμένων» και «μη-μορφωμένων». Έτσι θα είχαμε την «εργατική τάξη», τη «μεσαία μη μορφωμένη» (έμποροι), τη «μεσαία μορφωμένη» (γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί), την «ανώτερη μη μορφωμένη» (μεγαλέμποροι) και τέλος την «ανώτερη μορφωμένη-αριστοκρατία» (επιχειρηματίες). Θα ενδιέφεραν δηλαδή οι προτιμήσεις και οι συμπεριφορές δύο εφοπλιστών, από τους οποίους ο μεν ένας είναι αυτοδημιούργητος («Φτωχαδάκια και λεφτάδες», 1961), ενώ ο δεύτερος κληρονόμησε την περιουσία που διαχειρίζεται («Τα τέσσερα σκαλοπάτια», 1952). Στην κοινωνική πραγματικότητα υπάρχει αυτή η υποκατηγοριοποίηση, και είναι αυτή που διαφοροποιεί την αντιληπτικότητα και τις προτιμήσεις σε διάφορα πνευματικά θέματα. Το πρότυπο όμως που κατά κανόνα προβάλλουν οι κινηματογραφικές ταινίες ως ιδεολόγημα στο κοινό του μικρομεσαίου αστικού στρώματος, δεν κάνει αυτή την διαφοροποίηση. Υπάρχει είτε ο πλούσιος είτε ο φτωχός χωρίς να παίζει καθοριστικό ρόλο το μορφωτικό τους επίπεδο. Για το λόγο αυτό, το ερμηνευτικό φίλτρο «κοινωνική διαστρωμάτωση», το οποίο χρησιμοποιείται από τον «ΧΑ» στην ανάλυση των ταινιών, συνοψίζεται στις παρακάτω κοινωνικές κατηγορίες: χαμηλό αστικό στρώμα, μεσαίο αστικό στρώμα, και ανώτερο αστικό στρώμα.
          Ο «ΧΑ» συλλέγει δύο είδη πληροφοριών ανά κοινωνικό στρώμα, τις οποίες ακολούθως αντιστοιχεί σε χωρικές (είδος, εμβαδόν, πυκνότητα χώρου, αριθμός δωματίων, μορφολογία, διαρρύθμιση και λειτουργικότητα εξοπλισμού, κ.λπ.) και κοινωνιολογικές (διακριτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα του άνδρα και της γυναίκας, τρόποι συμπεριφοράς). Ο συνδυασμός αυτών των πληροφοριών τεκμηριώνει ή και επαληθεύει το ανά περίπτωση χωρικό περιβάλλον. Επί παραδείγματι, ο βαθμός προβολής του οικιακού χώρου και ο τρόπος αξιοποίησής του ανά δωμάτιο οριοθετεί τους τόπους συνάθροισης και ιδιαίτερης συνεύρεσης (συνολικά και ανά φύλο) όπου χαρτογραφούνται οι αντίστοιχες συμπεριφορές.
          Εάν διαπιστωθεί ότι η συγκριτική αντιπαράθεση και η ομαδοποίηση των κωδικοποιημένων δεδομένων με φίλτρο το κοινωνικό κριτήριο από ένα σύνολο κινηματογραφικών ταινιών, οδηγεί σε παρόμοια συμπεράσματα, αυτό σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί μία αποδεκτή αντιστοίχηση των συγκεκριμένων χωρικών μορφών με κοινωνικές αφαιρέσεις. Π.χ. «ανοιχτή κάτοψη» σημαίνει ανώτερο κοινωνικό στρώμα.
          Με άλλα λόγια, αυτό που αναζητείται από τις ταινίες μέσα από το εννοιολογικό φίλτρο «κοινωνική διαστρωμάτωση» είναι εάν σε κάθε κοινωνικό στρώμα μπορούν να αντιστοιχηθούν συγκεκριμένες αρχές, οι οποίες σκιαγραφούν ανθρώπινους χαρακτήρες και συμπεριφορές, που προδιαγράφουν κοινωνικές σχέσεις, πίσω από τις οποίες κρύβονται συγκεκριμένοι τρόποι ζωής, και πώς όλο αυτό το κοινωνικό δίκτυο θα μπορέσει να αναπτυχθεί και να στεγαστεί μέσα στα όρια κάποιου τύπου χώρου.

          Δ. Διαπραγμάτευση Αλήθειας / Ταυτότητας

          Η έννοια της «αλήθειας», δηλαδή της ταυτότητας των υποκειμένων, δεν θεωρείται αντικειμενική αλλά τελείως υποκειμενική. Η αλήθεια για τον καθένα είναι αυτό που ο κάθε ένας πιστεύει, η αλήθεια του, η ταυτότητά του. Στον οικιακό χώρο συναναστρέφονται συγγενείς και φίλοι. Ο καθένας προασπίζεται την εικόνα του εαυτού του, την εικόνα της οικογένειάς του, την εικόνα των φίλων του. Οι διαμάχες και οι συγκρούσεις συμβαίνουν, όταν αυτές οι εικόνες είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Τα χωρικά ίχνη αυτών των συμπεριφορών εντοπίζονται τόσο στο «προσκήνιο» και στο «παρασκήνιο» του οικιακού χώρου όσο και στις κινήσεις, πορείες, σωματικές στάσεις, και συμπεριφορές.

          Η πλοκή των κινηματογραφικών ταινιών κινείται μεταξύ διαφορετικών πόλων αλήθειας: κεντρική αλήθεια, μερική αλήθεια και παραποιημένη αλήθεια. Η ύπαρξη διαφορετικών ειδών αλήθειας και το θέμα αποκάλυψης ή κατανόησης της αλήθειας, δηλαδή της επαναδιαπραγμάτευσης της εντύπωσης του εαυτού, της αντίληψης του κόσμου, και της θέσης του εαυτού στον κόσμο, προϋποθέτει κατ’ εξοχήν θεατρική συμπεριφορά. Από αρχιτεκτονικής πλευράς ενδιαφέρει να διαπιστωθεί εάν οι αλήθειες αυτές έχουν χωρική έκφραση (π.χ. αναδιάταξη του χώρου).

          Εάν δηλαδή, ο οικιακός χώρος αποτελεί την εν δυνάμει υλική έκφραση της ταυτότητας των υποκειμένων. Κάτι ανάλογο δεν είναι εύκολο να συμβεί σε υπαίθριο χώρο όπου εξελίσσεται μία θεατρικότητα με τελείως διαφορετική δομή. Π.χ. στην πόλη μεταφέρουμε τις προσωπικές μας αλήθειες νοερά και χαιρετιόμαστε ή δεν χαιρετιόμαστε, μιλάμε ή δεν μιλάμε και εκεί τελειώνει το όλο ζήτημα, χωρίς διαπραγμάτευση. Στο σπίτι, επειδή συμβιώνουμε μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ίδια η διάταξη του σπιτιού αρχίζει να φέρει στοιχεία της ταυτότητας των υποκειμένων και άρα ο τρόπος με τον οποίον θα τοποθετηθούν τα πράγματα ή θα χρησιμοποιηθεί ο χώρος, αποτελεί συχνά αιτία διαπραγμάτευσης. Καθώς γίνεται αυτή η διαπραγμάτευση επαναορίζονται και τα νοήματα του χώρου με χωρικό αντίστοιχο την αναδιάταξη του χώρου.

          Προκειμένου να διερευνηθεί εάν ο οικιακός χώρος γίνεται φορέας για διαπραγμάτευση της αλήθειας, εξετάζεται εάν η επανανοηματοδότηση του χώρου ενδεχομένως να σημαίνει την επιλογή διαφορετικών εκδοχών λογικής χωρικής μεταβολής είναι δυνατόν να συμβούν:

          • Καμία μεταβολή στο χώρο (ολόκληρη η πλοκή εκτυλίσσεται π.χ. γύρω από το ίδιο τραπέζι).
          • Μεταβολή της εστίας στον ίδιο εν γένει χώρο (η απλή αλλαγή εστίας μέσα στον ίδιο χώρο δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να μπορεί να υποστηρίξει το θεατρικό βάρος).
          • Μεταβολή της επίπλωσης στον ίδιο εν γένει χώρο (το πολυλειτουργικό τραπέζι αντικαθίσταται από τον καναπέ).
          • Μεταβολή του δωματίου μέσα στο ίδιο σπίτι (ο πλέον εύκολος τρόπος χωρικής έκφρασης, με την προϋπόθεση ότι το μέγεθος του σπιτιού το επιτρέπει).
          • Αλλαγή σπιτιού (ο πλέον εντυπωσιακός τρόπος επίδειξης κοινωνικού κύρους).

          Πρέπει να τονιστεί ακόμη μία φορά ότι με τη χρήση του «ΧΑ» ο μελετητής δεν εστιάζει στενά σε συγκρίσεις αποκρυσταλλωμένων εννοιολογικών διπόλων του τύπου «πλούσιος – φτωχός» ή στα δίπολα «γυναίκα – κουζίνα», «άνδρας – καθιστικό», «πλούσιος – ανοιχτή κάτοψη», «φτωχός – κλειστή κάτοψη». Εστιάζει στο «τι συμβαίνει στο χώρο τη στιγμή που διαπραγματευόμαστε τις ίδιες τις αρχές μας». Η ουσία της έρευνας αναφέρεται στο ότι η περίοδος 1950-70 χαρακτηρίζεται από μία έντονη «κινητικότητα» και «διαπραγμάτευση». Κι εκεί γίνεται προσπάθεια να «απομονωθεί» ο παλμός αυτού του συμβάντος, γιατί τα υπόλοιπα είναι είτε οι καλώς εννοούμενες είτε οι κακώς εννοούμενες σχηματοποιήσεις, εκ μέρους των σκηνοθετών. Η διαπραγμάτευση της «αλήθειας» είναι ουσιαστικά το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της παρούσας μελέτης και μέσα από αυτό το θεωρητικό πρίσμα έχει εξαρχής συλληφθεί η δομή της.


          Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007

          Συσχετισμός μεταξύ χωρικών μορφών και αφαιρετικών μοντέλων και εννοιών

          Μέσα από το οπτικό πρίσμα της αρχιτεκτονικής, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στην αντιληπτική μας ουτοπία κυριαρχούν δύο είδη οντοτήτων, τα φυσικά αντικείμενα και τα εννοιολογικά αντικείμενα.
          Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από τις χωρικές μορφές και περιλαμβάνει τα πλέον «απτά» και παγιωμένα αντικείμενα, στα οποία ανήκει και το χτιστό «αρχιτεκτονικό κέλυφος».
          Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα μοντέλα και τις έννοιες, δηλαδή τα διανοητικά, αφαιρετικά αντικείμενα, όπως είναι η γλώσσα, το νόημα, η συμπεριφορά.
          Στο ενδιάμεσο διάστημα τοποθετείται ο εξοπλισμός (π.χ. τα έπιπλα), ως φυσικά κινητά αντικείμενα.
          Το ανθρώπινο σώμα κινείται, συμπεριφέρεται, διαπραγματεύεται, βιώνει έννοιες, γίνεται φορέας τους και συναρτά τα εννοιολογικά με τα φυσικά αντικείμενα. Χρησιμοποιεί τα κινητά έπιπλα ως επικουρικά εργαλεία και καταφέρνει να διαμορφώσει χώρο ως υλοποιημένο αποτύπωμα δράσεων και συμπεριφορών. Η ανθρώπινη παρουσία είναι αυτή που θέτει τις παραπάνω κατηγορίες (κέλυφος / κτίριο, εξοπλισμός / έπιπλα, σώμα / συμπεριφορές) σε μία διαρκή αυτοτροφοδοτούμενη αλληλεπίδραση.
          Το εννοιολογικό εργαλείο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο χώρος (και ειδικά ο οικιακός χώρος στον οποίον αφορούν τα γραφόμενα) θεωρούμενος ως προϊόν οικοδομικών εργασιών, ως καταφύγιο είτε ως μουσειακό κέλυφος είναι ανεπαρκής. Η κατοικία νοείται ως ένα εν δυνάμει αναπροσαρμοζόμενο αποτύπωμα, το οποίο περιγράφει την προσωπικότητα (την «αλήθεια», την ταυτότητα) των ατόμων που ζουν μέσα σ’ αυτόν. Διέπεται κατά συνέπεια, από ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες δεν εκφράζονται μόνο στην εμφάνιση αλλά, κατά κύριο λόγο, στην οργάνωση του χώρου.
          Κατά συνέπεια, υπάρχει εγκαθιδρυμένος ένας δυναμικός συσχετισμός μεταξύ χωρικών μορφών / spatial forms και αφαιρετικών μοντέλων και εννοιών / abstract rules (κατά τον Bill Hillier αντίστοιχα «genotypes» / «γενότυποι» και «phenotypes»/ «φαινότυποι»: Bill Hillier, Julienne Hanson, The social logic of space, Cambridge University Press, 1984, σελ. 12).

          Το «κτίριο» είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο, του οποίου η μορφή και η οργάνωση επηρεάζονται κατά πολύ από το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ανήκει. Το «σπίτι» είναι ένας θεσμός, όχι απλά μια κατασκευή, που δημιουργείται για ένα σύνολο σύνθετων λόγων. Από πολύ νωρίς στην ιστορία, το σπίτι λειτουργούσε ως κάτι περισσότερο από απλό καταφύγιο για τον άνθρωπο και σχεδόν από την αρχή ο όρος «λειτουργία» σήμαινε κάτι περισσότερο από μια φυσική ή χρηστική έννοια. Εάν η παροχή καταφυγίου είναι ο παθητικός ρόλος του σπιτιού, τότε ο ενεργητικός του ρόλος είναι η δημιουργία περιβάλλοντος, κατάλληλα προσαρμοσμένου στον τρόπο ζωής του ανθρώπου. Με τα λόγια του Amos Rapoport, το σπίτι είναι «μια κοινωνική μονάδα χώρου… Η μορφή του σπιτιού δεν είναι απλά το αποτέλεσμα φυσικών δυνάμεων ή οποιουδήποτε αιτιώδους παράγοντα αλλά η συνέπεια μιας σειράς κοινωνικο-πολιτισμικών παραγόντων με την ευρεία έννοια του όρου (πρωτεύοντες παράγοντες). Η μορφή επηρεάζεται από τις κλιματολογικές συνθήκες του άμεσου φυσικού περιβάλλοντος και από τα εργαλεία με τα οποία γίνεται εφικτή η πραγματοποίηση του επιθυμητού περιβάλλοντος, δηλαδή τις μεθόδους κατασκευής, τα διαθέσιμα υλικά και την τεχνολογία (δευτερεύοντες ή τροποποιητικοί παράγοντες).» (Rapoport Amos, House Form and Culture, Foundations of Cultural Geography Series, Englewood Cliffs, N.J., Prentice-Hall, Inc., 1969, σελ. 46-47).

          Η ερευνητική προσέγγιση στο θέμα του οικιακού χώρου με τις παραπάνω προϋποθέσεις, πραγματοποιείται σε μία διαδρομή παράλληλη με άλλες συναφείς με τη μεθοδολογία του «ΧΑ» θεωρητικές απόψεις.


          Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

          Χώρος και Χρόνος: δύο διαχειριστικές έννοιες του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή»

          Δύο άλλες διαχειριστικές έννοιες του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή», η Εντροπία και η Διανθρώπινη Σταθερά έχουν παρουσιαστεί σε αντίστοιχες καταχωρήσεις του παρόντος ιστολογίου: «Εντροπία» (Δεκέμβριος 2006) και «Διανθρώπινη Σταθερά+Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός» (Μάρτιος 2007).




          Η αρχιτεκτονική, αφενός μεν ως διαδικασία αποτύπωσης ανθρωπίνων δράσεων, αφετέρου δε ως κείμενη στο όριο μεταξύ των επιστημών και της καθαρής τέχνης, προσφέρεται κατ’ εξοχήν ως καταλυτικός παράγοντας για τη γονιμοποιητική συνένωση αντιλήψεων και από άλλα γνωστικά πεδία προκειμένου να αντιμετωπιστεί ολιστικά το ζήτημα της ανθρώπινης συνθήκης.
          Ο άνθρωπος νοείται ως μια απόλυτα δεδομένη οντότητα, μια πραγματική φυσική ύπαρξη. Ως ανθρώπινη φύση εννοούμε αυτήν, από το ζωικό βασίλειο, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το να επιδιώκει να πραγματοποιήσει όνειρα και ελπίδες. Και αυτό το επιτυγχάνει βαθμηδόν με τον προσωπικό της ζήλο και προσπάθεια, κάνοντας ανάλογη χρήση του λογικού και του αυτεξουσίου της. Η διαβίωση στην ανθρώπινη κοινωνία είναι μία σύνθετη και αέναη πράξη ατομικής και συλλογικής δημιουργίας «εκ του μηδενός», γεγονός που εξηγεί τόσο την ποικιλία των τρόπων με τους οποίους μεταβάλλεται στο χρόνο, όσο και τη σταθερή προσπάθεια του ανθρώπου να αναζητεί νέους και καλύτερους τρόπους συγκρότησης και λειτουργίας της.
          Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, με τον όποιον τρόπο μεταφερμένοι από την κοινωνική στην κινηματογραφική πραγματικότητα, αποτελούν και αυτοί χωρικά συστατικά. Ο χώρος δεν αποτελεί απλό σκηνικό για τη δράση των χαρακτήρων, αλλά συστατικό της ίδιας της ταυτότητάς τους. Ειδικότερα, ο αρχιτεκτονικός χώρος, ως το κατ’ εξοχήν αποτύπωμα των ανθρωπίνων δράσεων μέσα στο χωροχρόνο, αντανακλά τη σχέση της ύλης με τον άνθρωπο. Δεν νοείται χώρος σε περιβάλλον όπου αγνοείται ο ανθρώπινος παράγοντας.
          (βλέπε και καταχώρηση «διανθρώπινη σταθερά» + αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, Μάρτιος 2007)

          Παρουσιάζεται όμως εξαρχής ένα δίλημμα: διατηρεί η αρχιτεκτονική μέσα από αυτή τη διαδικασία την αυτάρκειά της ή μήπως παίζει ένα υποβοηθητικό ρόλο σε άλλες επιστήμες καταφεύγοντας σε μέσα, τα οποία φανερώνουν την ανεπάρκειά της; Η θεωρητική συνά-φεια του «ΧΑ» θεωρεί ότι η αρχιτεκτονική έχει μια πρωτογενή σχέση με τον ψυχικό και τον πνευματικό κόσμο της ανθρώπινης ύπαρξης και κατά συνέπεια είναι αυτάρκης στην έκφραση αντίστοιχων ερεθισμάτων, συναισθημάτων και λογικών συνειρμών. Για να συ-ντηρηθεί αυτή η αμεσότητα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη θεώρηση της αρχιτε-κτονικής ως γλώσσας και στην αναζήτηση των κύριων λειτουργικών της συστατικών. Η προσφυγή σε άλλα επιστημονικά πεδία βοηθάει στην παρατήρηση στοιχείων που η καθη-μερινή τριβή με την αρχιτεκτονική, μας αποκρύπτει. Μία δοκιμή παρατήρησης του «χώρου» (του αντικειμένου της παρούσας δημοσίευσης) μέσα από αυτό το πρίσμα, αμέσως καταδεικνύει τη διεπιστημονικότητα του ζητήματος. Διαπιστώνεται δηλαδή εύκολα ότι:
          (1.) Η αντιληπτική αίσθηση του χώρου αφορά τόσο την αρχιτεκτονική όσο και τη φυσική.
          (2.) Η νοητική αίσθηση του χώρου αφορά τόσο την αρχιτεκτονική όσο και τα μαθηματικά.
          (3.) Η συναισθηματική αίσθηση του χώρου αφορά τόσο την αρχιτεκτονική όσο και την ψυ-χολογία.
          Κατά τη διαχείριση εννοιών, των οποίων η σχέση με την ψυχολογική εμπειρία είναι λιγό-τερο άμεση, ενυπάρχει μια ερμηνευτική αβεβαιότητα με ευρύτερες προεκτάσεις. Για παρά-δειγμα, ο μέσος άνθρωπος (ο «μη ειδικός») αντιλαμβάνεται έννοιες όπως χώρος, τόπος, ή χρόνος μόνο μέσω της σχέσης που έχουν αυτές με τα αισθητά αντικείμενα και για το λόγο αυτό προκύπτουν ορισμένες προκαταλήψεις. Και όμως, με ακλόνητη βεβαιότητα διατηρούν εμπειρική άποψη και σχεδιάζουν, διαμορφώνουν, διαρρυθμίζουν, διαχωρίζουν, ελέγχουν, διακοσμούν,… Το ανησυχητικό όμως είναι ότι και ο «ειδικός», ο αρχιτέκτονας, προχωράει σε μια από τις παραπάνω διαδικασίες επέμβασης χωρίς να γνωρίζει πολλές φορές ούτε ο ίδιος την ουσία αυτού το οποίο δημιουργεί ή στο οποίο επεμβαίνει, δηλαδή το χώρο.
          Μία δυνατότητα επίλυσης αυτού του ζητήματος δίνει το εννοιολογικό εργαλείο ανάγνωσης χώρου εν χρήσει «Χωρικός Αποκωδικοποιητής». Δεν οδηγεί σε λύση-πανάκεια αλλά συ-ντελεί στη διαμόρφωση μιας θεωρητικής άποψης, η οποία δίνει έμφαση στην ανάγκη υιο-θέτησης μίας ελάχιστης τεκμηριωμένης θεωρητικής υποστήριξης τόσο στο στάδιο της σχε-διαστικής διαδικασίας όπου διαμορφώνονται ιδέες όσο και στη δημιουργική αμφίδρομη σύ-ζευξή της με τα επόμενα στάδια υλοποίησής τους.

          Μέσα από αυτό το φάσμα θεωρητικών προϋποθέσεων, ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» αναζητά πληροφορίες για το «συνυφασμένο» με τον ανθρώπινο παράγοντα περιβάλλον, μέσα στο οποίο διαδραματίζεται και εξελίσσεται η ανθρώπινη ύπαρξη. Η διεπιστημονική αυτή οπτική, η οποία φέρνει σε διάλογο διάφορα γνωστικά πεδία ώστε να ανιχνευθούν οι διαδρομές που ακολουθούν τα βιώματα και οι εμπειρίες προκειμένου να μετασχηματιστούν σε αρχιτεκτονική γλώσσα, με επιμέρους εργαλεία τους παρακάτω ορισμούς και τις παραδοχές,[1] στοιχειοθετεί το σώμα των εννοιών που διαχειρίζεται το εννοιολογικό εργαλείο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» και αποτελεί το μεθοδολογικό του πυρήνα.
          Οι φυσικές ποσότητες που πρώτες υποπίπτουν –εμπειρικά– στην αντίληψη του ανθρώπου είναι ο «χώρος» και ο «χρόνος».[2]

          Στη φυσική-αστρονομία, η ενότητα χώρου και χρόνου (που προκύπτει από την προσθήκη μιας τέταρτης διάστασης, τού χρόνου, στον τρισδιάστατο χώρο) αποτελεί, σύμφωνα με τη θεωρία τής σχετικότητας τού Αλ. Αϊνστάιν, απαραίτητη προϋπόθεση για τον εντοπισμό ενός γεγονότος.
          Ο Χώρος και ο Χρόνος, αν και έννοιες αυθύπαρκτες και ανεξάρτητες, είναι αλληλοσυσχετι-σμένες, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα αντικείμενο «κάπου» στο χώρο χωρίς αντί-στοιχη θεώρησή του «κάποτε» στο χρόνο, ή «κάποτε» στο χρόνο αλλά πουθενά στο «χώρο».[3] Ένα υλικό σώμα υπάρχει σε μια συγκεκριμένη θέση του Χώρου, μια συγκεκριμένη στιγμή του Χρόνου.
          Οι δύο αυτές έννοιες αποτελούν το υπόβαθρο στο οποίο προβάλλονται ίσως όλες οι άλλες, τις οποίες μπορεί να διαχειριστεί το αντιληπτικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού. Η απόπειρα διατύπωσης με όρους καθημερινής γλώσσας των εννοιών αυτών εγκυμονεί κινδύνους που παρασύρουν στην αφελή επανάληψη των όρων (ο «χώρος» που μας περιβάλλει, ο «χρόνος» που περνά), στον απλοϊκό συνδυασμό με υποέννοιες (όπως αυτή του «κενού» χώρου) ή παράγωγες έννοιες (όπως αυτή της «μέτρησης» του χρόνου) ή, στην καλύτερη περίπτωση, στον περιορισμό στην ενορατική και εμπειρική αντίληψη και γνώση αυτών των εννοιών. Πάντως οι σκέψεις επιστημόνων και φιλοσόφων που έχουν κατά και-ρούς διατυπωθεί –και εξακολουθούν να διατυπώνονται– αποδεικνύουν αν όχι το αδύνα-τον, τουλάχιστον το παρακινδυνευμένο του εγχειρήματος. Επιβεβαιώνουν δε ότι σε όλες τις επιστήμες, οι πλέον σημαντικές και πρωταρχικές έννοιες είναι αυτές στις οποίες δεν μπορούμε να αποδώσουμε έναν «πλήρη» ορισμό ή μία ερμηνεία.[4]
          Το ζητούμενο δεν είναι να δοθούν απαντήσεις και οριστικές λύσεις σε προβλήματα, τα οποία άλλωστε εάν λυθούν πολύ πιθανόν να χάσουν το νόημα που μεταφέρουν (το εσωτερικό ενός αντικειμένου παύει να είναι εσωτερικό όταν αυτό τμηθεί), αλλά να ανασυρθεί η ύπαρξή τους ώστε να λειτουργούν στο υποσυνείδητο του μελετητή-σχεδιαστή.
          Οι ορισμοί–παραδοχές περί χώρου και χρόνου που ακολουθούν, δεν διεκδικούν κατά κα-νένα τρόπο το χαρακτηρισμό του «καινοτόμου». Παρατίθενται όμως επειδή αποτελούν τον πυρήνα των διαχειριστικών εννοιών του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» και για το λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η συνοπτική παρουσίασή τους.
          Η φυσική πραγματικότητα θα μπορούσε να αναπαρασταθεί από ένα πεδίο,[5] το οποίο ορί-ζεται κάθε στιγμή ως το προϊόν μιας διαρκούς αλληλεπίδρασης τεσσάρων (4) θεμελιωδών και διακεκριμένων παραμέτρων, οι οποίες συνεισφέρουν ανεξάρτητα αλλά και ταυτόχρονα ώστε να αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το περιβάλλον: του χώρου (τόπος ως ειδική συνθήκη θέσεων, κέλυφος), του χρόνου (κίνηση, δράσεις), του ανθρώπου (σχέσεις), και του αντικειμένου (εξοπλισμός).
          Ο αρχιτέκτονας επεμβαίνει δημιουργικά στη φυσική πραγματικότητα διαμορφώνοντας το αποτύπωμα μιας ειδικής συνθήκης, η οποία συναρτά τις παραπάνω παραμέτρους: την αρ-χιτεκτονική πραγματικότητα.

          Α. Ο χώρος [νοείται] ως, (α) μια ποιότητα θέσης την οποία διαθέτει ο κόσμος των υλι-κών αντικειμένων, επομένως χώρος χωρίς κάποιο υλικό αντικείμενο είναι αδιανόητος, και (β) εμπεριέχων όλα τα υλικά αντικείμενα και κατά συνέπεια ένα υλικό αντικείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο ως ευρισκόμενο στο χώρο. Η έννοια του μεμονωμένου υλικού αντικειμέ-νου (δηλαδή ενός σώματος σε κενό χώρο) δεν έχει νόημα.[6]

          Χώρος είναι το interface μεταξύ των δράσεων ή κινήσεων των ανθρώπων. Αφού έχουμε κινήσεις, έχουμε και το μέσο μέσα στο οποίο διεξάγονται αυτές οι κινήσεις, δηλαδή το χώρο.[7]
          Η κατάληψη θέσεων στο χώρο νοηματοδοτεί τα σημεία του. Κάθε υλικό σώμα καταλαμβάνει μια συγκεκριμένη περιοχή (ένα τμήμα χώρου), την οποία ονομάζουμε θέση (στο χώρο) του υλικού σώματος. Επομένως, ο χώρος αποτελεί ένα δίκτυο σχέσεων ανάμεσα στα συ-νυπάρχοντα πράγματα[8] και εμφανίζεται ως μια πραγματικότητα η οποία, υπό κάποια έν-νοια, είναι ανώτερη από τον υλικό κόσμο. Και οι δύο αυτές έννοιες του χώρου αποτελούν ελεύθερα δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας, μέσα τα οποία επινοήθηκαν για την ευκολότερη κατανόηση της αισθητηριακής μας εμπειρίας.[9]
          Στον κόσμο που μας περιβάλλει και όπως τον αντιλαμβανόμαστε, υπάρχει συγκεκριμένος χώρος και συγκεκριμένη ενέργεια. Αυτό που συμβαίνει αδιάκοπα είναι ο μετασχηματισμός ποσοστών από αυτά τα δύο στοιχεία, ώστε το σύνολο να παραμένει σταθερό. Ο τόπος δεν προϋπάρχει, αλλά δημιουργείται από την κίνηση των σωμάτων μέσα στο περιβάλλον τους. Είναι κάτι σαν αυτό που θα παρατηρούσαμε, εάν ένα σώμα κινούνταν μέσα σε ένα μπαλό-νι, το οποίο και συμπαρέσυρε κατά την κίνησή του.[10]
          Μία ομάδα υλικών αντικειμένων συνιστούν έναν τόπο.[11] Ο τόπος και ο χώρος διακρίνονται από την ύλη.[12] Ο χώρος ορίζεται ως το εσωτερικό όριο του εμπεριέχοντος υποδοχέα,[13] ένας απεριόριστος «θύλακας τόπων», όπου, ενώ το περικλειόμενο περιεχόμενο του κάθε τόπου μεταβάλλεται (όπως η αντικατάσταση του περιεχομένου ενός δοχείου από άλλο πε-ριεχόμενο), το περικλείον παραμένει αμετάβλητο. Αυτό αποκαλύπτει ότι ο τόπος είναι κάτι διαφορετικό από το μεταβαλλόμενο περιεχόμενό του, έχει πραγματική υπόσταση και προ-ϋποθέτει τη δυνατότητα της παρουσίας των σωμάτων.[14]
          Κάθε στιγμή μέσα στο οικιακό κέλυφος συμβαίνει ένα αισθητικό γίγνεσθαι (ζώσα σχέση υποκειμένου με αντικείμενα) το οποίο διαπιστώνεται από τις ανθρώπινες κινήσεις και τις διαντιδράσεις με τον περιεχόμενο εξοπλισμό. Αυτές οι πράξεις απαιτούν ροή χρόνου και δέσμευση χώρου ώστε τελικά να συγκροτήσουν χωρικές σχέσεις, δηλαδή τόπο.

          Ο χώρος είναι το «σκηνικό» όπου εκτυλίσσεται το «δράμα» της ζωής. Πρόκειται για ένα διαρκώς διαμορφούμενο αποτύπωμα ανθρωπίνων δράσεων, του οποίου την υπόσταση ε-νεργοποιεί η παρουσία των υποκειμένων και οι συναναστροφές. Μια μελέτη που περιορίζεται αποκλειστικά στα πλαίσια των γεωμετρικών εννοιών είναι αδύνατο να καταλήξει σε ολιστικά συμπεράσματα.

          Ο χώρος και η οργάνωσή του μπορεί να περιγραφεί[15] όχι ως σύνολο υλικών δομικών στοιχείων αλλά ως πεδίο, το οποίο παράγεται από τη δυναμική συνύπαρξη τριών μεταβλητών: του περιέχοντος περιβλήματος, του περιεχομένου εξοπλισμού, και των ατόμων που ζουν και κινούνται μέσα σ’ αυτό το σύνολο εκφράζοντας την ταυτότητα της προσωπικότητάς τους.

          Υπενθυμίζεται ότι το μοντέλο του «ΧΑ» συγκροτήθηκε με βασική υπόθεση εργασίας ότι αφενός μεν η θεώρηση του αρχιτεκτονικού χώρου ως προϊόντος μόνο οικοδομικών εργασιών είναι ανεπαρκής και ότι αφετέρου ο χώρος νοείται ως προϊόν της δυναμικής συνύπαρξης του περιέχοντος περιβλήματος, του περιεχομένου εξοπλισμού, και των ανθρώπων που διαβιούν μέσα σ’ αυτό το σύνολο.
          Βλέπε καταχώρηση του παρόντος ιστολογίου: «Εισαγωγή στον ‘ΧΑ’» (Φεβρουάριος 2007).

          Β. Ο χρόνος, που από μόνος του αποτελεί έννοια κενού περιεχομένου, αποτελεί την τέταρτη χωρική διάσταση. Ενώ τις τρεις διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος), το ανθρώπινο ον, με τις αισθήσεις που διαθέτει, τις αντιλαμβάνεται άμεσα, τη διάσταση του χρόνου τη διαισθάνεται. Μέτρο του χρόνου είναι η κίνηση. Ο χρόνος είχε οριστεί από τον Αριστοτέλη ως ο «αριθμός της κίνησης».[16]
          Η κίνηση και η διερεύνηση της δυναμικής της αποτελεί ένα μέσο με το οποίο μπορεί να εξερευνηθεί ο χώρος. Αλλά και αντίστροφα, ο χώρος ως πραγματικό, υπαρκτό υπόστρωμα, είναι απαραίτητος για τον καθορισμό της κίνησης.
          Η αλλαγή θέσης στο χώρο –και γενικότερα, η όποια αλλαγή– κάνει αντιληπτό το πέρασμα του Χρόνου. Δηλαδή, η άμεση αντίληψη του Χώρου και του Χρόνου είναι τα «αποτυπώμα-τά» τους. Το υπόλοιπο, το ασύλληπτο του «απειροστού» και του «απείρου», είναι μια νοη-τική σύνθεση του καθενός μας.[17]
          Ο χρόνος δεν κυλάει σταθερά. Είναι γνωστό από τη φυσική ότι έχει διαφορετική διάρκεια για έναν κινούμενο από έναν ακίνητο παρατηρητή ενός φαινομένου. Όμως και στην αρχι-τεκτονική (όπως και στο θέατρο) ο χρόνος δεν είναι σταθερός. Εξαρτάται από το είδος της εμπειρίας του κάθε χρήστη ή θεατή. Η σταθερή ροή του χρόνου θα έμοιαζε με τη μονοτο-νία του ρυθμού ενός εμβατηρίου, στο οποίο η «ρυθμική αρρυθμία» αποτελεί παράβαση. Με παρόμοιο τρόπο ο αρχιτέκτονας προκαλεί «παραφωνία» χρησιμοποιώντας «ειρωνεία», «ποιητικές μεταφορές», ταυτόχρονη «αρμονία» και «φάλτσο» ανάμεσα στις νότες και άλλες παρόμοιες τεχνικές με απώτερο σκοπό να δημιουργήσει μία ψευδαίσθηση του χρόνου (βλέπε αναλογίες ανοιγμάτων στην αρχιτεκτονική του Le Corbusier). Το υποκείμενο, την ώρα που έρχεται σε σχέση με το αρχιτεκτόνημα χάνει την αίσθηση του πραγματικού χρόνου.
          Η διαφορά του φυσικού από τον αρχιτεκτονικό χρόνο έγκειται στο ότι ενώ ο πρώτος βαίνει αναπότρεπτα προς το τέλος, κινείται από την γέννηση προς την φθορά, ο δεύτερος ακο-λουθεί, κατά παράδοξο τρόπο, την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, προς την αρχή, επιχει-ρώντας να ανασυστήσει την κατακερματισμένη εμπειρία και να διαμορφώσει ένα «σενά-ριο», που θα αποδώσει συμπαγές νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η «διανθρώπινη σταθε-ρά» εγχρονίζει τα πράγματα και μετράει τις κινήσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις.
          Η δυτικού τύπου κοινωνία τείνει να αποκόψει τον άνθρωπο από τη βαθύτερη έννοια του χρόνου και του αποστερεί τη σχέση του με τους ρυθμούς της ζωής. Ο χρόνος αποσπάστη-κε από την άμεση ανθρώπινη εμπειρία και μετατράπηκε σε αριθμό, σε κάτι που μπορεί να υπολογιστεί από μια εξίσωση. Το ενδιαφέρον στον ιστορικό χρόνο ταυτίζεται με μια πορεία κατά μήκος της οποίας δείκτες είναι οι μάχες, οι θάνατοι βασιλιάδων και οι εκλογές προέ-δρων.
          Οι παραπάνω ορισμοί περί χώρου και χρόνου αναφέρονται σε σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις. Στην καθημερινή πραγματικότητα, οι δραστηριότητες των υποκειμένων προ-κύπτουν σχετικά με το πώς αυτά αντιλαμβάνονται τη φυσική πραγματικότητα. Επομένως ο χώρος ορίζεται προσδιορισμένος πολιτισμικά και βιωματικά. Δεν πρόκειται για μία απλή υλική διαμόρφωση αλλά για ένα σύμπλεγμα σχέσεων που κάθε φορά δημιουργούνται και συνεχώς αλληλεπιδρούν και μεταλλάσσονται. Αυτό συμβαίνει σε οποιοδήποτε πολιτισμικό περιβάλλον. Οι διάφορες πολιτισμικές παραδόσεις καθορίζουν το είδος των σχέσεων και την αντίστοιχη ποιότητα και κατά συνέπεια ανάλογο χώρο. Άρα ο χώρος δεν υπάρχει αφη-ρημένα ή έξω από τα υποκείμενα ούτε είναι ανεξάρτητος από τα αντικείμενα: είναι το σκη-νικό στο οποίο θα διαδραματιστεί η ανθρώπινη ιστορία σε ιδιαίτερο ανά περίσταση περιβάλλον. Πρωταρχικό ρόλο παίζουν οι ανθρώπινες σχέσεις και δευτερεύοντα τα υλικά στοιχεία.

          Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει να γίνει μία αναφορά στην αντίληψη του χωροχρόνου όπως αυτή περιγράφεται και μέσα από το ιδεολόγημα της «διανθρώπινης σταθεράς»: ο χώρος υπάρχει συνεχώς και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή τη μετακίνηση ύλης ή υποκειμένων διαμέσου αυτού, δεν αλληλεπιδρά με την ύλη, και η ροή του χρόνου είναι σταθερή και α-νεξάρτητη από οποιοδήποτε συμβάν.[18] Αυτή η περίπτωση εξυπηρετεί την αντίληψη των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και τείνει σε ένα μυστικισμό: υπάρχει κάτι σταθερό και ανεξάρτητο από τον άνθρωπο, κάποιες αλήθειες τις οποίες θα μπορούσε κανείς να ανι-χνεύσει. Είναι μία υπόσχεση που, μέσα από τη συγκεκριμένη περίπτωση ανάλυσης κινημα-τογραφικών ταινιών, μεταβιβάζεται στο θεατή, ο οποίος, διαισθανόμενος τη σταθερά, νοιώθει ότι έχει ελπίδες για μια καλύτερη τύχη και ζει μ’ αυτό το όνειρο. Αυτή, πιθανώς, είναι η ουσία του ιδεολογήματος της «διανθρώπινης σταθεράς», η οποία διαπερνά τις κινηματογραφικές ταινίες της συγκεκριμένης εποχής και συνοψίζεται στο απλοποιημένο ισοδύναμο: «Ό,τι κάνεις αυτό είσαι. Είσαι άξιος της τύχης σου».


          Υποσημειώσεις:

          [1] Οι ορισμοί στο κείμενο αυτό, αποτελούν μεταγραφή μερικών μόνο αμιγών εννοιών από άλλα επιστημονικά πεδία όπως Φιλοσοφία, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, Νομική, Ψυχολογία, Θεολογία, Ιατρική, Βιολογία, … Η ενσωμάτωσή τους στο πεδίο της αρχιτεκτονικής είναι μέρος της δοκιμής διεπιστημονικής προσέγγισης που επιχειρείται μέσω του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» προκειμένου να αποσαφηνιστούν έννοιες της αρχιτεκτονικής.

          [2] Ο Καντ ισχυρίζεται ότι το άμεσο αντικείμενο της αντίληψης προέρχεται εν μέρει από εξωτερικά πράγματα και εν μέρει από την ίδια τη λειτουργία της αντίληψής μας. Η πρώτη συνιστώσα, που οφείλεται στο «πράγμα καθ’ εαυτό», αποκαλείται «αίσθηση» και η δεύτερη αποκαλείται «μορφή» του φαινομένου. Η δεύτερη συνιστώσα είναι αυτό που δημιουργεί τάξη μέσα στην άμορφη πολλαπλότητα των αισθήσεών μας. Είναι ένα a priori στοιχείο της αντίληψής μας, που προηγείται ολόκληρης της εμπειρίας και είναι καθολικό, αφού δεν εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα των αισθήσεών μας. Ο Καντ θεωρεί αυτήν τη συνιστώσα ως καθαρή μορφή αισθητικότητας και την αποκαλεί «καθαρή εποπτεία» (reine Anschauung). Ο χώρος και ο χρόνος είναι τα δύο είδη καθαρών εποπτειών. (Βλέπε: Jammer Max, Έννοιες του Χώρου: Η ιστορία των θεωριών του χώρου στη φυσική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001 & Kant Immanuel, Κριτική του Καθαρού Λόγου, τόμος Α’, τεύχος Ι, μετάφραση: Αναστάσιος Γιανναράς, εκδόσεις Παπαζήση, σειρά: Φιλοσοφία – Πηγές, Αθήνα 1976, σελ. 76)

          [3] Καλκάνης Γεώργιος Θεοφ. – Κωστόπουλος Δ. Ι., Φυσική: από το Μικρόκοσμο στο Μακρόκοσμο, τόμος: Ι.α Μηχανική, 1η έκδοση: 1995, © Γ. Θ. Καλκάνης– Δ. Κωστόπουλος, σελ. 22.

          [4] Καλκάνης Γεώργιος Θεοφ. – Κωστόπουλος Δ. Ι., Φυσική: από το Μικρόκοσμο στο Μακρόκοσμο, τόμος: Ι.α Μηχανική, 1η έκδοση: 1995, © Γ. Θ. Καλκάνης– Δ. Κωστόπουλος, σελ. 21.

          [5] Πεδίο: Περιοχή πραγματική ή νοητή, στην οποία γίνεται κάτι, αναπτύσσεται μια ενέργεια, δράση κτλ. / (φυσική) η περιοχή του χώρου μέσα στην οποία δρα μία δύναμη σε ένα σώμα (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών - Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη, 1998).

          [6] Ο P. W. Bridgmann (θεωρητικός της επιχειρησιακής ανάλυσης των φυσικών εννοιών, στο βιβλίο του «The nature of some of our physical concepts», Philosophical Library, New York, 1952, σελ. 19, αναφορά από το βιβλίο του Jammer Max, Έννοιες του Χώρου: Η ιστορία των θεωριών του χώρου στη φυσική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, σελ. 259-260), ανέπτυξε το δίλημμα που ανακύπτει αν εξετάσουμε την έννοια του κενού χώρου από επιχειρησιακή άποψη. Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία μέθοδος για την εξέταση αυτής της κενότητας με χρήση οργάνων. Και μόνο η εισαγωγή ενός οργάνου για τον σκοπό αυτό αναιρεί ήδη τις ουσιαστικές συνθήκες της κατάστασης την οποία ελέγχουμε.

          [7] «Ο χώρος είναι το ενδιάμεσο μεταξύ κινήσεων διαφορετικών κλιμάκων» (Γιάννης Πεπονής στο Hillier Bill, Space is the machine, A configurational theory of architecture, Cambridge University Press, 1996, reprint edition: January 1, 1999, σελ. 174).

          [8] Σύμφωνα και με την αντίληψη του Leibniz.

          [9] Άλμπερτ Αϊνστάιν (Jammer Max, Έννοιες του Χώρου: Η ιστορία των θεωριών του χώρου στη φυσική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, σελ. xxii)

          [10] Η άποψη αυτή, αφορμή για τη δημιουργία της οποίας αποτελεί το βιβλίο του Jammer (2001), σελ. 12, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μία τοπολογική θεώρηση. Η τοπολογία ερευνά τις εγγενείς ποιοτικές ιδιότητες των γεωμετρικών μορφών, που δεν επηρεάζονται από αλλαγές στο μέγεθος και το σχήμα, αλλά παραμένουν αναλλοίωτες δια μέσου συνεχών μετασχηματισμών. Οι βασικές τοπολογικές ιδιότητες εστιάζουν σε «δομικά χαρακτηριστικά των αντικειμένων και η ίδια «τοπολογική δομή» επαληθεύεται από απεριόριστο αριθμό μορφών. Δύο σχήματα είναι τοπολογικά ισοδύναμα εφόσον είναι δυνατόν να οδηγηθούμε από το ένα στο άλλο μέσω συνεχούς παραμόρφωσης (π.χ. από τον κύκλο στην έλλειψη). Οι έννοιες της τοπολογίας έχουν ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική, στο συνθετικό εκείνο στάδιο που τα περιγράμματα είναι ακόμη ασαφή και υπόκεινται σε μεθοδευμένο μετασχηματισμό για να ικανοποιήσουν απαιτήσεις συνέχειας ή ασυνέχειας, επικοινωνίας ή αποκλεισμού περιοχών, συνεκτικότητας ή διακοπής των ορίων του αρχιτεκτονικού χώρου και να αποκαλύψουν τη βασική συνθετική του δομή εμβαθύνοντας σε εγγενείς της ιδιότητες. Τα όρια του αρχιτεκτονικού χώρου αποκτούν την «υφή» μιας επιφάνειας από καουτσούκ, που διπλώνει, τεντώνει, καμπυλώνει, στρέφεται, για να περιβάλλει ένα ρέοντα χώρο φτιαγμένο από πλατφόρμες, βουλιάγματα, πτυχές, ρωγμές, διεισδύσεις, προεξοχές. (Βλέπε το άρθρο της Ελένης Αμερικάνου «Αναγνώσεις Γεωμετρίας» στο Αρχιτεκτονική: ιδέες που χάνονται – ιδέες που συναντιούνται, εκδόσεις ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αθήνα 2004, σελ. 260-275.

          [11] Ο Ιάμβλιχος ορίζει τον τόπο ως μια υλική δύναμη, η οποία συγκρατεί το σώμα και το διατηρεί ενωμένο, ανυψώνει αυτά που έχουν πέσει και συνενώνει αυτά που έχουν χωριστεί, γεμίζοντας τον όγκο τους και περιβάλλοντάς τα από όλες τις πλευρές. (Το αναφέρει ο νεοπλατωνικός σχολιαστής του Αριστοτέλη Σιμπλίκιος τον 6ο αι. μ.Χ., στο έργο του Φυσικά, σελ. 639).

          [12] Ο θεμελιώδης όρος στην πραγματεία του Δαμασκίου δεν είναι ο τόπος ή ο χώρος, αλλά η θέση ή η τοποθεσία, που για αυτόν είναι μια αναπόσπαστη ιδιότητα του αντικειμένου. Όπως ακριβώς για τον Αριστοτέλη ο χρόνος είναι το αριθμητικό μέτρο της κίνησης, έτσι και για τον Δαμάσκιο ο χώρος ή ο τόπος είναι το αριθμητικό μέτρο της θέσης.

          [13] Η άποψη αυτή συμφωνεί με τη θεωρία περί χώρου του Αριστοτέλη, η οποία αναπτύσσεται κυρίως στις Κατηγορίες και στα Φυσικά. Στις Κατηγορίες ο χώρος νοείται ως το συνολικό άθροισμα όλων των τόπων που καταλαμβάνονται από σώματα, ενώ, αντιστρόφως ενώ ο τόπος νοείται ως το τμήμα του χώρου που τα όριά του συμπίπτουν με τα όρια του σώματος που το καταλαμβάνει. Στα Φυσικά ο Αριστοτέλης αναλύει μια θεωρία του τόπου ή μια θεωρία θέσεων στον χώρο. Η έννοια του κενού χώρου είναι ασύμβατη με τη φυσική του Αριστοτέλη, ο οποίος αναπτύσσει με συνέπεια μια θεωρία θέσεων στο χώρο, αποκλείοντας την έννοια ενός γενικού χώρου. Ο Αριστοτέλης προχωρά με μια σαφή διεργασία λογικής απόρριψης, στον περίφημο ορισμό του για τον «τόπο» ως το πέρας του περιέχοντας σώματος.

          [14] Ο Richard Swinburne στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Space and time αποδέχεται τη σχεσιοκρατική άποψη όταν πραγματεύεται το θέμα του χώρου, αφού αρνείται την ύπαρξη ενός προνομιακού συστήματος μέσω του οποίου ο ίδιος τόπος μπορεί να αναγνωριστεί ξανά σε διαφορετικές στιγμές, και δηλώνει κατηγορηματικά ότι «δεν υπάρχει χώρος όταν δεν υπάρχουν φυσικά αντικείμενα που να τον καταλαμβάνουν» (Macmillan, London, St. Martin’s Press, New York, 1968).

          [15] Η περιγραφή θεωρείται κεντρικό ζήτημα γιατί μέσω αυτής συνδέεται η αίσθηση με τη σκέψη.

          [16] Αριστοτέλους, Περί Ουρανού, Α, 9, 279a.

          [17] Καλκάνης Γεώργιος Θεοφ. – Κωστόπουλος Δ. Ι., Φυσική: από το Μικρόκοσμο στο Μακρόκοσμο, τόμος: Ι.α Μηχανική, 1η έκδοση: 1995, © Γ. Θ. Καλκάνης– Δ. Κωστόπουλος. σελ. 22


          Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

          «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» και Θεωρία του Χάους

          Η θεωρία του Χάους μελετάει το πώς απλά και επιμέρους φαινόμενα μπορούν να δημιουργήσουν άλλα, πολύ περισσότερο σύνθετα, τα οποία δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να προβλεφτούν με απλή εξέταση των επιμέρους φαινομένων. Απλοί κανόνες δημιουργούν και ενεργοποιούν σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες μοιάζει να αναδύονται από το πουθενά.
          Η θεωρία της Πολυπλοκότητας μελετάει το πώς σύνθετα συστήματα μπορούν να δημιουργήσουν άλλα πολύ απλούστερα. Παρατηρώντας π.χ. ένα μεμονωμένο ανθρώπινο κύτταρο, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό είναι δυνατόν να συνδυαστεί λειτουργικά με άλλα παρόμοια κύτταρα ώστε να δημιουργήσουν έναν ανθρώπινο οργανισμό.
          Η θεωρία του Χάους και η θεωρία της Πολυπλοκότητας είναι μία νέα επιστήμη που θεωρεί τον κόσμο με έναν ολιστικό τρόπο. Ο μεγάλος αριθμός υπολογισμών που απαιτούνται προκειμένου να διερευνηθεί η πολυπλοκότητα σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε αυτό να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με την εξέλιξη των σύγχρονων υπολογιστών. Με τις συνεχώς βελτιούμενες επιδόσεις των ηλεκτρονικών μέσων και τη δυνατότητά τους να επιτελέσουν απίστευτα σύνθετους υπολογισμούς σε ελάχιστο χρόνο, γίνονται όλο κα μεγαλύτερα βήματα προς την κατανόηση του σύνθετου χαρακτήρα της φύσης.
          Στο παρόν κείμενο, για λόγους καταχρηστικής υπεραπλούστευσης των εννοιών, όταν χρησιμοποιείται ο όρος «θεωρία του χάους» εννοείται και μία ταυτόχρονη αναφορά στο συμπληρωματικό του «θεωρία της πολυπλοκότητας». Αυτό που μας ενδιαφέρει για την αρχιτεκτονική είναι η διάκριση και παραγωγή κατανοητών χωρικών και κοινωνικών μοντέλων μέσα από μία απειρία δεδομένων που φαινομενικά δεν διέπονται από ρητούς κανόνες.


          Η θεωρητική και πρακτική δραστηριότητα που αναπτύσσουν τα ανθρώπινα υποκείμενα, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνικά όντα, προκειμένου να εντάξουν όσο το δυνατόν αρμονικότερα την παρουσία τους μέσα στην πραγματικότητα, καθώς συμπλέκεται με λογικές ανάλυσης, ταξινόμησης και μέτρησης, τείνει να αναπτύξει μία ενδιάθετη γεωμετρία τάξης μειώνοντας αντίστοιχα τη συγκινησιακή φόρτιση του χώρου. Η δραστηριότητα αυτή δεν είναι αυθαίρετη και υποκειμενική, αφού από αυτήν εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της οικειοποίησης με την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Ωστόσο, η συγκινησιακή αυτή φόρτιση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και σε λανθάνουσα μορφή, και είναι αυτή που προικίζει τον υπαρξιακό μας χώρο με κάποιες «κρυφές διαστάσεις», έτοιμες να αποκαλυφθούν σε ορισμένες ιδιαίτερες εμπειρίες. Η αρχιτεκτονική, όντας ακριβώς μια πρακτική δραστηριότητα συλλογικής συμφιλίωσης με το φυσικό χώρο, εισάγει μια σκόπιμη και καθολικά αναγνωρίσιμη γεωμετρική τάξη, συντελώντας αποφασιστικά στην εξαντικειμενίκευση της ενδιάθετης αντιληπτικής γεωμετρίας.
          Η «γεωμετρική» τάξη που διέπει το αντιληπτικό μας πεδίο δεν αποτελεί μια αντανάκλαση της τάξης που υπάρχει στη φύση, ούτε όμως και επιβάλλεται στα φαινόμενα από μια «καθαρή» συνείδηση. Είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του τρόπου μας να ανήκουμε στον κόσμο και να έχουμε πάνω του έναν ορισμένο έλεγχο. Επειδή ακριβώς ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι ένα κλειστό σύστημα που υπόκειται αποκλειστικά στο νόμο της εντροπίας αλλά παραμένει ανοιχτός στο περιβάλλον του, η τάση προς την απλότητα και την τάξη έρχεται σε συνεχή αντιπαράθεση με μια αντίρροπη τάση προς τον εμπλουτισμό και τη διαφοροποίηση.[1] Κατά συνέπεια, υπάρχει μια συσχέτιση σε ένα βαθύτερο επίπεδο μεταξύ «γεωμετρικού» και «βιωμένου» χώρου. Παρά τη διαφορετική υφή τους, οι δύο αυτοί χώροι δεν βρίσκονται σε ασυναίρετη αντίθεση, αλλά συμπλέκονται διαλεκτικά μέσα στον αντιληπτικό χώρο, εκφράζοντας δύο διαφορετικές όψεις του πλέγματος των σχέσεων που δένουν τον ανθρώπινο οργανισμό (την ανθρώπινη συνείδηση) με το περιβάλλον του (τον κόσμο) και ορίζουν ένα γενεσιουργό πεδίο προτύπων.
          Ο ισχυρός συσχετισμός «τάξης» και «χάους» αντανακλά την «ολιστικότητα» που διακρίνει τον τρόπο λειτουργίας της Φύσης, στην οποία ανήκει τόσο ο άνθρωπος όσο και τα δημιουργήματά του. Μέσα σ’ αυτό το κλειστό σύστημα, σε κάθε αντιληπτικό υποτομέα, τα νοήματα βρίσκονται δέσμια μέσα σε αντίστοιχες γλώσσες προτύπων. Σε κάθε τέτοια «γλώσσα» διακρίνονται ενότητες λεξικού χαρακτήρα, κανόνες εφαρμογής της γλώσσας και σύνθεσης των προτύπων (πολύ απλοποιημένοι γραμματικοί κανόνες), και διατυπώσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο υψηλής αφαίρεσης και γενικότητας.
          Έχοντας ως υπόθεση εργασίας ότι η αναπαράσταση είναι διατύπωση προτύπων, το εννοιολογικό μεθοδολογικό εργαλείο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» διαπερνά την «επίφαση» των μορφών και επιχειρεί να απελευθερώσει ό,τι είναι εγκάθειρκτο μέσα στη χωρική γλώσσα αποδίδοντας την ηχώ της. Τελεσίδικη μετάφραση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εφόσον κάθε γλώσσα αποτελεί ζωντανό μέσο που διαρκώς μεταβάλλεται. Ένα φαινόμενο που σήμερα αποδεικνύεται απόλυτα κρίσιμο, για μια άλλη εποχή θα έμοιαζε περιθωριακό. Εάν, επομένως, επιλεγεί ένα τυχαίο χρονικό φάσμα της ιστορίας της κοινωνίας, η προσέγγιση του «ΧΑ» θα ήταν αναξιόπιστη και μη ουσιαστική. Γι’ αυτό αναζητείται μία χρονική περίοδος, κατά την οποία τα πρότυπα παραμένουν κατά κανόνα σταθερά, λειτουργώντας ως «θύλακες σταθερότητας». Μια περίοδος που πληροί αυτή την προϋπόθεση είναι το χρονικό διάστημα 1950-1970. Επιπλέον, το προς μελέτη αντικείμενο, ο οικιακός χώρος, εμπεριέχει θύλακες τάξης και κανονικότητες με τη μορφή επιμέρους αυτό-οργανωμένων χωρικών υπο-ομάδων, οι οποίες επηρεάζουν ολόκληρο το σύστημα στο οποίο περιέχονται.

          Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» αναλύοντας κινηματογραφικές ταινίες επιχειρεί να προσδιορίσει το συσχετισμό των διαφόρων εκφάνσεων του εννοιολογικού δίπολου «τάξη-χάος». Ειδικότερα πραγματεύεται την ανάγνωση και ερμηνεία χωρικών συμβάντων μέσα από τη μελέτη του εννοιολογικού διπόλου «τάξης-χάους» και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μία σειρά ερωτημάτων χωρικού χαρακτήρα, τα οποία, με κάποιον τρόπο, είτε ανάγονται σε είτε συσχετίζονται με ζητήματα «τάξης-χάους». Διακρίνει και αναδεικνύει κατανοητά μοντέλα, μέσα από συστήματα, στα οποία, ενώ εξωτερικά παρατηρείται μία σταθερότητα, υποδόρια οι εσωτερικοί κοινωνικοί κανόνες μεταλλάσσονται και επαναπροσδιορίζονται δημιουργώντας το υπόβαθρο του επόμενου «θύλακα σταθερότητας». Μέσα από αυτή τη διαδικασία πραγματεύεται κανονικότητες σε μία απειρία εκφράσεων, φαινομενικά «άναρχων».
          Μία χωρική διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα απείρων συνδυασμών μεταξύ της εκάστοτε μορφής του περιέχοντος περιβλήματος και των περιεχομένων αντικειμένων. Μέσα σ’ αυτή τη δυνητικά χαοτική αναρχία αναδύονται ίχνη κάποιας ιδιόμορφης τάξης («νησίδες τάξης»), οι οποίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν εκ των προτέρων, όπου η διαρρύθμιση εμφανίζει χαρακτηριστικά «κανονικής» χωρικής οργάνωσης. Οι «νησίδες» αυτές δηλώνουν τη στενή και κατηγορηματική σχέση ανάμεσα στη χωρική τάξη και το χωρικό χάος, ανάμεσα στην «κλειστή» και στην «ανοιχτή» κάτοψη.
          Η χωρική τάξη, ως βαθμός τακτοποίησης (ή ακαταστασίας) του χώρου, είναι μία κατάσταση φαινομενική, όχι πραγματική και αντικειμενική. Όλοι οι χώροι είναι κατά κάποιον τρόπο τακτοποιημένοι ως αντίστοιχα αποτυπώματα των ανθρωπίνων δράσεων. Δεν υπάρχει μία κατάσταση αντικειμενικά «άτακτη». Απλώς, οι εκάστοτε προδιαγραφές έχουν δικούς τους αποδεκτούς εσωτερικούς κανόνες σύμφωνα με συγκεκριμένα πρότυπα, τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες, νοοτροπίες, κοινωνικές τάξεις, συνήθειες (από τα οποία προκύπτει ο βαθμός πολυτέλειας και διακόσμησης), και κάνουν να φαίνονται κάποια χωρικά συστήματα άναρχα ως προς κάποια άλλα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για τάξη κάποιου άλλου είδους, μορφής και βαθμού, η οποία γίνεται αντιληπτή μέσα από το κατάλληλο οπτικό πρίσμα. Αυτά τα είδη μορφών προσπαθεί να εντοπίσει ο Χωρικός Αποκωδικοποιητής, όταν ανιχνεύει π.χ. το είδος της κάτοψης (ανοιχτή ή κλειστή κάτοψη) ή την οργάνωση τοπικών επιμέρους και αυτόνομα οργανωμένων υπο-ομάδων επίπλωσης.
          Η πυκνότητα (μέτρο της υλικής ποσότητας) και η χωρική τάξη (ως μέτρο της υλικής διευθέτησης) συνδέονται με μία σχέση αλληλεξάρτησης: δεν νοείται χωρική τάξη χωρίς υλική υπόσταση. Είναι αυτονόητο ότι δεν υπάρχει σαφές και οικουμενικά αποδεκτό όριο, το οποίο να υποδεικνύει πότε σε έναν χώρο έχουμε «πυκνότητα» ή «αραιότητα» κατά τη χωροθέτηση του εξοπλισμού. Το κριτήριο αυτό σχετίζεται κυρίως με κοινωνικά πρότυπα κα ανά περίπτωση αποδέχεται ιδιαίτερες λύσεις. Αυτό όμως που παρατηρείται μέσω του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» και δίνει μία ερμηνευτική άποψη του φαινομένου είναι ότι το πηλίκο της επιφάνειας του εξοπλισμού προς την καθαρή επιφάνεια του χώρου στα μεν χαμηλά κοινωνικά στρώματα τείνει προς τη μονάδα ενώ στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα τείνει προς το μηδέν. Δηλαδή, ο πυκνά κατειλημμένος χώρος συναντάται κατά κανόνα στα φτωχά σπίτια και ο αραιά κατειλημμένος στα πλούσια σπίτια. Και στις δύο περιπτώσεις εξυπηρετείται αντίστοιχα μία ιδιαίτερη μορφή τάξης.
          Η αναζήτηση σημείων κεντρικότητας (κεντροβαρική χωροθέτηση συγκεκριμένων επίπλων στον οικιακό χώρο, συμμετρία ως προς σημείο ή ως προς άξονα), ορθοκανονικών διατάξεων (η σχετική χωροθέτηση δύο στοιχείων υπό γωνία 90ο ή και η συμμετρία ως προς άξονα υπό γωνία 45ο), ο τρόπος με τον οποίον τοποθετούνται έπιπλα στις γωνίες, και ο έλεγχος συνέπειας ως προς συμβολικές αξίες (κοινωνικά πρότυπα), ουσιαστικά παραπέμπουν στην ανίχνευση του βαθμού οργάνωσης ενός χώρου και κατ’ επέκταση το συσχετισμό του με μία υποέννοια της «τάξης», τη «συμμετρία».
          Όταν κατά την αναζήτηση της δομής της οργάνωσης ενός χωρικού υποσυνόλου, δεν διαπιστώνεται συμμετρία, τότε γίνεται παραπομπή σε ένα άλλο είδος τάξης, τις τοπολογικές σχέσεις, όπου αυτό που μας ενδιαφέρει είναι οι σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους και ο βαθμός εγγύτητάς τους.Τα επιμέρους αυτά στοιχεία συνθέτουν μια εννοιολογική ομάδα, μέσα από την οποία προβάλλονται έμμεσα ή και υπαινικτικά, ερμηνευτικές απόψεις για τη δυναμική του δομημένου χώρου. Στην αναλυτική αυτή διαδικασία, η «διανθρώπινη σταθερά» αποτελεί ένα κοινωνιομετρικό[2] στοιχείο με ιδιαίτερα καταλυτικό ρόλο. Εισάγει τη θεωρία του Χάους και της Πολυπλοκότητας στην κινηματογραφική πραγματικότητα υπό την έννοια ότι το κάθε ανθρώπινο υποκείμενο, ως ιδιαίτερο «ανοιχτό σύστημα», συντηρεί προσωπικές αντιλήψεις και αξίες (ανάλογες με την κοινωνική του θέση και προέλευση) και βρίσκεται σε διαρκή διαπραγμάτευση αυτών των «αξιών» με άλλα υποκείμενα με σκοπό την ενεργειακή του αναβάθμιση (μείωση της εντροπίας). Με όρους κοινωνιολογίας, αναφερόμαστε στην κοινωνική κινητικότητα, την πηγή απ’ όπου αντλεί ενέργεια για την επιβίωσή της η ανθρώπινη ύπαρξη.


          [1] R. Arnheim, Art and Visual Perception, σελ. 416, και του ιδίου «The Gestalt theory of expression» Psychological Review, 56, 1949, αναδημοσιευμένο στο Towards a Psychology of Art, σελ. 53.
          [2] Η κοινωνιομετρία είναι μια μέθοδος κοινωνικής ψυχολογίας, που επινοήθηκε και αναπτύχθηκε αρχικά από τον ψυχίατρο Jacob Levi Moreno (1934). Πρόκειται για μία μέθοδο ανάλυσης αλλά και έναν τρόπο προσδιορισμού παρεμβάσεων που προκαλούν μεταβολές στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στις κοινωνικές ομάδες. Σε μία ομάδα εργασίας, π.χ., η κοινωνιομετρία μπορεί να αποδειχθεί ένα ισχυρό εργαλείο για να μειωθούν οι συγκρούσεις και να βελτιωθεί η επικοινωνία μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας.

          Τετάρτη 8 Αυγούστου 2007

          «Χωρικός Αποκωδικοποιητής»: περιγραφή του Μηχανισμού Λειτουργίας

          Σύνοψη Ταυτότητας του «ΧΑ»: Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» είναι ένα εννοιολογικό μεθοδολογικό εργαλείο, το οποίο συγκροτήθηκε μετά από μία σειρά δοκιμών με κινηματογραφικές ταινίες, από τις οποίες εντοπίζει, ιεραρχεί και επεξεργάζεται ένα σύνολο εννοιών, με σκοπό να αποδώσει νόημα και ταυτότητα στο χώρο.

          Το εργαλείο αυτό περιγράφει μορφές κελύφους, αντικειμένων, συναναστροφές υποκειμένων, και τις μεταξύ τους σχέσεις μετατρέποντας σε λόγο, μέσα από ερμηνευτικές διαδικασίες, τις αντιδράσεις που προκαλούν τα αντικείμενα στις αισθήσεις και τη νόησή μας. Είναι μια πράξη που εμπεριέχει μία επανατροφοδοτική σχέση, και η οποία καθιστά τη «Μορφή» αντικείμενο «Γνώσης», συναρτά δηλαδή την αίσθηση με τη σκέψη (το βλέπω με το σκέφτομαι), καθώς το τελειωμένο αντικείμενο καθίσταται κεκτημένη εμπειρία, και αποτελεί αφετηρία διατύπωσης και εξέλιξης προβλημάτων που θα επιλυθούν κατά τη σχεδιαστική διαδικασία.

          Tο αναλυτικό εργαλείο «ΧΑ» δεν αναφέρεται μεμονωμένα σε συγκεκριμένα αντικείμενα (π.χ. ένα τραπέζι, ή το μπράτσο μιας πολυθρόνας). Κυρίως, διαχειρίζεται σχέσεις μεταξύ προτύπων (patterns) παραμένοντας ανοικτό στην προσθήκη νέων. Απώτερος σκοπός είναι να ενημερώνεται από όσους το χρησιμοποιούν, ώστε να εμπλουτίζεται η βιβλιοθήκη των προτύπων και να βοηθιέται ο κάθε μελετητής προς την κατεύθυνση μίας αρχιτεκτονικής με κοινούς κανόνες και κοινές προδιαγραφές. Αυτό είναι το νόημα της «εξέλιξης της αρχιτεκτονικής σήμερα».




          Η λειτουργία του «ΧΑ» είναι συνυφασμένη με την κινηματογραφική παραγωγή. Πηγή στοιχείων προς επεξεργασία αποτελούν οι κινηματογραφικές ταινίες, οι οποίες εμπεριέχουν μία απειρία σημασιολογικών επιπέδων, κάθε ένα από τα οποία διαχειρίζεται άμεσα είτε έμμεσα) αντίστοιχες έννοιες.

          Κρίσιμη παράμετρος στη λειτουργία του «ΧΑ» είναι η οριοθέτηση της χρονικής περιόδου των επιλεγμένων κινηματογραφικών ταινιών. Ο «ΧΑ» λειτουργεί σε μία αυτοτελή χρονική περίοδο, η οποία βεβαίως θα έχει να επιδείξει αντίστοιχη κινηματογραφική παραγωγή, και η οποία θα εμφανίζει χαρακτηριστικά ενός ευσταθούς συστήματος («νησίδα τάξης»). Μία τέτοια χρονική περίοδος είναι το διάστημα 1950-70, οπότε και εμφανίζονται καταστάσεις, από τις οποίες να αναδύονται ίχνη μιας ιδιόμορφης τάξης στην ελληνική αστική κοινωνία. Από το 1950 μέχρι περίπου το 1970, το κοινωνικό κλίμα έχει ήδη αρχίσει να αναλαμβάνει από τις καταστροφικές επιπτώσεις του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Το τέλος αυτής της περιόδου φθάνει μέχρι λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας, οπότε αρχίζει μια νέα εποχή ορισμού «κανόνων». Η περίοδος 1950-70 προσφέρει σημαντικά αξιόπιστο διαθέσιμο υλικό προς διερεύνηση εφόσον αποτελεί τη «χρυσή» περίοδο του Ελληνικού Κινηματογράφου, [1] την οποίον αμέσως μετά διαδέχεται η τηλεόραση. Τέλος, πρόκειται για πρόσφατα βιωμένο παρελθόν, του οποίου η ανάμνηση και μόνο οδηγεί σε ασφαλέστερα συμπεράσματα.

          Η κινηματογραφική γλώσσα παρέχει τη δυνατότητα για αναλύσεις μέσα από μία προσφε-ρόμενη θεωρητικά απειρία στοιχείων. Από τα στοιχεία αυτά εντοπίζονται και απομονώνο-νται ομάδες που απαρτίζουν συγκεκριμένες τυπολογίες, που δεν είναι άμεσα αντιληπτές μέσα από το «βλέμμα» της κάμερας. Στην κορυφή κάθε τυπολογίας βρίσκεται ένα πρότυπο (pattern), που στην προκειμένη περίπτωση είναι πρότυπο είτε χώρου είτε οικιακού εξοπλι-σμού είτε συμπεριφορών. Η κατηγοριοποίηση αυτή αποκαλύπτει ότι οι διάφοροι τύποι (χώρου, εξοπλισμού, και συμπεριφορών) είναι διασπασμένοι σε πολλές κλίμακες, και σε διαφορετικά αλληλοσυσχετιζόμενα επίπεδα σημασίας. Επομένως, οι τύποι «κλειδιά» είναι τύποι με πεδία σχέσεων. Βέβαια, τα πρότυπα μιας εποχής δεν ισχύουν απαραίτητα διαχρο-νικά. Αναφέρονται σε μία πάρα πολύ αυστηρά ορισμένη χωροχρονική περίοδο, την εποχή για την οποία μελετήθηκαν. Π.χ. Σήμερα δεν υπάρχει το «πολυλειτουργικό τραπέζι» ενώ τα έπιπλα ενσωματώνουν συσκευές της σύγχρονης τεχνολογίας.

          Ο «Χωρικός Αποκωδικοποιητής» λειτουργεί αναλύοντας την κινηματογραφική αναπαρά-σταση μέσα από το πρίσμα ορισμένων κυρίαρχων εννοιών, αναδεικνύοντας το χωρικό τους νόημα και περιεχόμενο. Οι έννοιες αυτές εντοπίστηκαν σε τρία (3) αλληλοτροφοδοτούμενα σημασιολογικά πεδία της κινηματογραφικής γλώσσας, το περιεχόμενο των οποίων ανάγεται στη θεωρία της πολυπλοκότητας ή του χάους και τις συνεπαγόμενες έννοιες της τάξης και συμμετρίας με ιδιαίτερη έμφαση στο χρόνο. [2]
          Τα σημασιολογικά αυτά πεδία λειτουργούν και ως φίλτρα, τα οποία ελέγχουν την απειρία των φαινομένων που παρουσιάζονται στις κινηματογραφικές ταινίες: Το πρώτο καταγράφει το «τι βλέπουμε», χωρίς καμία περαιτέρω εμβάθυνση. Π.χ. Ανασυγκρότηση του οικιακού χώρου. Το δεύτερο ελέγχει «πώς είναι αυτό που βλέπουμε» με μετρήσεις και αναφορές σε σχεδιαστικούς κανόνες. Π.χ. Είδος κάτοψης, πυκνώσεις και αραιώσεις. Το τρίτο, τέλος, ε-λέγχει «πώς λειτουργεί αυτό που βλέπουμε», δηλαδή τη συνέπειά του ως προς κοινωνικά πρότυπα. Π.χ. χαρτογράφηση κινήσεων των υποκειμένων μέσα στον οικιακό χώρο.
          Συνεπώς, ο «ΧΑ» επεξεργάζεται κινηματογραφικές ταινίες δημιουργώντας πίνακες με κα-τηγορίες χώρων, επίπλων, και συμπεριφορών και τις κλίμακες διαβάθμισής τους δημιουρ-γώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αντίστοιχες τυπολογίες, τις οποίες εν συνεχεία διαχειρίζεται μέσα από το πρίσμα των τριών (3) σημασιολογικών πεδίων.
          Η συνδυαστική ερμηνευτική επεξεργασία δεδομένων από κάθε σημασιολογικό πεδίο αποδίδει συγκεκριμένες ανά περίπτωση ποιότητες χώρου μέσω των οποίων ανασυγκροτείται και μελετάται ο σκηνικός χώρος προκειμένου να ανεβρεθούν και διασυνδεθούν γενικές αρχές χωρικών μορφών με την κοινωνική πραγματικότητα του κινηματογράφου.

          Α. Αντιληπτικό επίπεδο χρήσης του χώρου
          • Καταρχήν κατηγορηματικό υποεπίπεδο

            • Ανάλυση του αφηγηματικού περιεχομένου των ταινιών
              • Ταυτότητα της ταινίας
              • Αφήγηση σεναρίου
              • Κατανομή κειμένου σε αφηγηματικές ενότητες
              • Περίληψη
              • Χρονική διάρκεια αφηγηματικών ενοτήτων


          • Εκφραστικό κατηγορηματικό υποεπίπεδο

            • Ανασυγκρότηση του σκηνικού οικιακού χώρου

              • Διάταξη ως προς τοπολογικές σχέσεις (αραιώσεις / πυκνώσεις)

            • Χρονική διάρκεια προβολής του οικιακού χώρου

          Κατά το πρώτο αυτό διαδικαστικό στάδιο γίνεται η μεταγραφή στοιχείων από το κινηματο-γραφικό σύστημα γραφής (από ένα σύνολο απειρίας εκφράσεων, φαινομενικά «άναρχων») στο αρχιτεκτονικό χωρικό κώδικα (σε μετρήσιμα μεγέθη). Η διαδικασία αυτή μεταφέρει την κινηματογραφική πραγματικότητα στο χαρτί και δίνει τα πρώτα δείγματα δυνατότητας επεξεργασίας. Το αντιληπτικό επίπεδο [3] υποδιαιρείται περαιτέρω σε «Καταρχήν» και «Εκ-φραστικό». Στο «Καταρχήν» υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή μέσω της απλής «α-νάγνωσης». Στην περίπτωση των κινηματογραφικών ταινιών, στο επίπεδο αυτό περιγρά-φονται βασικά στοιχεία αναγνώρισης του χώρου, τα οποία υποπίπτουν άμεσα στην αντί-ληψη του θεατή (η ανάγνωση του χώρου ως προς πρότερη εμπειρία στην ανάπτυξη δρά-σεων) και οδηγούν σε συμπεράσματα απλά μετά από διαπίστωση και σύνοψη, χωρίς καμία άλλη διαμεσολάβηση. Στο «Εκφραστικό» υποεπίπεδο η σημασία γίνεται αντιληπτή επιπλέον της απλής «ανάγνωσης» και μέσω της απαραίτητης εμπάθειας, μιας ευαισθησίας, που πηγάζει από την πρακτική εμπειρία του υποκειμένου, δηλαδή από την καθημερινή του ε-ξοικείωση με τα αντικείμενα και τα γεγονότα. Στο Αντιληπτικό Επίπεδο Σημασίας αναγνω-ρίζονται φυσικές μορφές (γραμμές, χρώματα, πέτρινοι και μεταλλικοί όγκοι) ως αναπαρα-στάσεις φυσικών αντικειμένων (ανθρώπινα όντα, ζώα, φυτά, σπίτια, κ.ο.κ.), προσδιορίζο-ντας τις μεταξύ τους σχέσεις ως γεγονότα και διακρίνοντας τις εκφραστικές ιδιότητές τους (όπως, λ.χ., ο πένθιμος χαρακτήρας μιας στάσης ή χειρονομίας).

          Β. Ιδεολογικό επίπεδο χρήσης του χώρου
          • Διατάξεις ως προς συμβατική οργάνωση (τυπική / άτυπη κάτοψη)

          • Διατάξεις ως προς ομοιογένεια ύφους (πολυσυλλεκτικότητα)

          • Συγκρότηση τυπολογίας οργάνωσης των χώρων

            • Αναλυτική καταγραφή απόψεων
            • Σύνοψη απόψεων (καταγραφή σε σχέδιο κάτοψης)
            • Επιμέρους απόψεις (συνδυασμένη καταγραφή σε σχέδια κάτοψης και σε τρισδιάστατες απεικονίσεις από φωτογραφικές απόψεις)

          Το επίπεδο αυτό [4] περιλαμβάνει μοτίβα που αναγνωρίζονται ως εικόνες, και συνδυασμοί εικόνων, που αποτελούν αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε αλληγορίες ή ιστορίες. Η διαφορά της σημασίας αυτού του επιπέδου από το αντιληπτικό είναι ότι στο ιδεολογικό ε-πίπεδο απαιτείται μια νοητική και όχι απλώς αισθητηριακή διεργασία, καθώς και ότι «φορ-τίζει» συνειδητά την πρακτική ενέργεια με την οποία αποδίδεται (π.χ. το βγάλσιμο του κα-πέλου ερμηνεύεται ως ευγενικός χαιρετισμός). Το γεγονός ότι η πληροφορία σχετίζεται με διαθέσεις και συναισθήματα (π.χ. το βγάλσιμο του καπέλου αποτελεί συμβατικό χαιρετι-σμό), το συγκεκριμένο περιστατικό ή ενέργεια, πέρα από το ότι πρόκειται για ένα συμβάν στο χώρο και στο χρόνο, μπορεί τελικά να αποκαλύψει στοιχεία της «προσωπικότητας» του ενεργούντος.
          Τα στοιχεία του ιδεολογικού επιπέδου των κινηματογραφικών ταινιών προκύπτουν μέσα από μία αναζήτηση συνέπειας μεταξύ σχεδιαστικών κανόνων και τρόπου ζωής, σχέσης φύλων και ηλικιών, κοινωνικού στρώματος, κοινωνικής κινητικότητας, και διαπραγμάτευσης της «αλήθειας» (ή ταυτότητας) των υποκειμένων.

          Γ. Συμβολικό επίπεδο χρήσης του χώρου
          • Χαρτογράφηση των δυναμικών κινήσεων και συμπεριφορών των
            υποκειμένων μέσα στον οικιακό χώρο (καταγραφή ανά αφηγηματική ενότητα)
          • Χρονική διάρκεια όρθιων και καθιστών συναναστροφών
          • Διαγραμματική εξέλιξη των χαρακτήρων των δύο φύλων


          Η χρήση του Συμβολικού Επιπέδου [5] αρχίζει αφότου προσπαθήσουμε ν’ αντλήσουμε συ-μπεράσματα για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο (εντοπισμός και διάκριση μορφών και σχη-μάτων σε ορθογώνια ή μη ορθογώνια, είδος κάτοψης κ.λπ.) ή μία συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς τα ως σύμπτωμα κάποιων ευρύτερων τάσεων ενός έθνους, μιας περιόδου, μιας τάξης, μιας θρησκευτικής ή φιλοσοφικής θεωρίας – ασύνειδα προσδιορισμένες από ένα άτομο και συμπυκνωμένες σε ένα του έργο. Δεν μπορούμε να αποφανθούμε για την προσωπικότητα κάποιου με βάση μια μεμονωμένη του ενέργεια (π.χ. ενός ευγενικού χαιρετισμού), παρά μόνο αφού συνδυάσουμε περισσότερες ομοειδείς πα-ρατηρήσεις και τις ερμηνεύσουμε και υπό το πρίσμα των πληροφοριών μας για την ηλικία, την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, τις πολιτισμικές παραδόσεις κ.ο.κ. του συγκεκριμένου ατόμου.
          Στις κινηματογραφικές ταινίες, μέσω του συμβολικού επιπέδου χρήσης του χώρου γίνεται αναζήτηση συνέπειας ως προς κοινωνικά πρότυπα. Ανιχνεύονται δηλαδή πληροφορίες ως προϊόντα της αποτύπωσης της μορφολογίας των συμπεριφορών ή της κοινωνικής χρησι-μοποίησης του χώρου, όπως τρόπος κίνησης, στάσης και συμπεριφοράς των υποκειμένων μέσα στο κέλυφος και ανάμεσα στον εξοπλισμό, και υλοποιείται σε καταγραφές, που αξιο-ποιούν κατεξοχήν το «βέλος του χρόνου». [6]

          Οι μεταβλητές από τα τρία (3) πληροφοριακά πεδία αυτά είναι άλλοτε μετρήσιμες ποσοτικά και άλλοτε καθαρά ποιοτικές.
          Οι πυκνότερες και πληρέστερες μεταβλητές είναι οι τακτικές (ordinal) μεταβλητές. Περιέχουν πληροφορίες που επιδέχονται τη διαμεσολάβηση μιας κωδικοποίησης και σύγκρισης με νούμερα. Αυτές οι μεταβλητές είναι κατ’ εξοχήν δυνατόν να μετρηθούν και να συστη-ματοποιηθούν. Πληροφορίες αυτού του πεδίου είναι τα εμβαδά, οι αναλογίες ελεύθερου και κατειλημμένου χώρου, ή η χρονική διάρκεια προβολής των διαφόρων περιοχών του οικιακού χώρου.
          Ένα δεύτερο είδος μεταβλητών (υποπερίπτωση των τακτικών μεταβλητών), το οποίο επίσης επιδέχεται κωδικοποίηση, είναι οι διχοτομικές μεταβλητές (δυαδική λογική): αλήθεια ή ψέμα, πολυώροφο ή μονώροφο, «α» ή «β», άντρας ή γυναίκα. Πληροφορίες αυτής της κατηγορίας είναι π.χ. η χρήση της ταπετσαρίας στους τοίχους (πίνακας 9), το προφίλ του χαρακτήρα του άνδρα και της γυναίκας (πίνακας 12), η ύπαρξη ή όχι οικιακής βοηθού (πίνακας 17), ή η οργάνωση των επίπλων (κεντρομόλος-φυγόκεντρος).
          Τέλος, ένα τρίτο είδος μεταβλητών είναι οι διαβαθμισμένες μεταβλητές: π.χ. άριστο, πολύ καλό, καλό, μέτριο, κακό. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι διαπιστώσεις του τύπου κοινωνική διαστρωμάτωση (πίνακας 2), ανασυγκρότηση του σκηνικού χώρου (αντιληπτικό επίπεδο): τύπος κάτοψης (πίνακας 4), ανασυγκρότηση του σκηνικού χώρου (αντιληπτικό επίπεδο): επίπεδα (πίνακας 5), τυπολογία κατόψεων (πίνακας 7), πόλοι αλήθειας και είδος χωρικής αλλαγής (πίνακας 8), Τύπος κατοικίας (πίνακας 10).

          Η λειτουργική διαδικασία του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» αξιοποιεί τα πληροφοριακά στοιχεία από τα σημασιολογικά πεδία Αντίληψη, Ιδεολογία και Συμβολισμός, τα οποία κα-ταγράφονται κατ’ αρχήν σε μία σειρά «Αναλυτικών Πινάκων», και εν συνεχεία, με τάση προς όλο και μεγαλύτερη εννοιολογική εξειδίκευση, σε «Συνοπτικούς», σε «Συγκεντρωτικούς Πίνακες» και τέλος σε «Συμπερασματικούς Πίνακες», και πραγματοποιείται σε τρεις (3) φάσεις: την «Εισαγωγή δεδομένων», την «Επεξεργασία δεδομένων» και την «Εξαγωγή συμπερασμάτων».



          I. Εισαγωγή δεδομένων (Αναλυτικοί πίνακες)
          Στο στάδιο αυτό γίνεται ο έλεγχος και η εισαγωγή των στοιχείων κάθε ταινίας. Τα στοιχεία αυτά ομαδοποιούνται σύμφωνα με τα τρία (3) σημασιολογικά φίλτρα ερμηνείας του χώρου κατά Panofsky: Αντίληψη, Ιδεολογία και Συμβολισμός.

          Η εννοιολογική ανάλυση κάθε στοιχείου βάσει των φίλτρων αυτών προχωράει σε περαιτέ-ρω επίπεδα εμβάθυνσης μέχρις ότου φθάσει στα ‘ακρότατα σημεία ανάλυσης’. Η πρώτη σειρά ταξινομητικών πινάκων, οι ‘αναλυτικοί’, περιλαμβάνουν ακριβώς στοιχεία από τα ακρότατα αυτά σημεία ανάλυσης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα σώμα δεδομένων από όλες τις ταινίες που θα τύχουν της σχετικής επεξεργασίας από τον «Χωρικό Αποκωδικοποιητή».


          II. Επεξεργασία δεδομένων (Συνοπτικοί και Συγκεντρωτικοί πίνακες)

          Το πρώτο στάδιο επεξεργασίας, το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις της διαχειριστικής δυνατότητας των εισηγμένων στοιχείων, είναι η σύνοψη των στοιχείων που παραθέτουν οι αναλυτικοί πίνακες σε μία νέα σειρά πινάκων, τους ‘συνοπτικούς’, οι οποίοι αποτελούνται από το σύνολο των ‘ακρότατων σημείων’ για κάθε μία από τις εννοιολογικές κατηγορίες ή υποκατηγορίες που προκύπτουν από τα τρία (3) σημασιολογικά φίλτρα ερμηνείας του χώ-ρου. Η διαδικασία αυτή ταξινομεί τα στοιχεία του συνόλου των ταινιών.
          Στην περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία μέσω του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» αφορά σε ένα σύνολο ταινιών μιας περιόδου και όχι πρωτότυπες εκδόσεις και επανεκδόσεις, τότε οι Αναλυτικοί Πίνακες συνοψίζουν τα στοιχεία όλων αυτών των ταινιών.
          Εάν όμως πρόκειται για ζευγάρια ταινιών (πρωτότυπη έκδοση και επανέκδοση), τότε το υλικό των Αναλυτικών Πινάκων (το υλικό δηλαδή που προκύπτει από το πρώτο στάδιο εφαρμογής της μεθόδου του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή»), συστηματοποιείται σε δύο σειρές Συνοπτικών Πινάκων, και δίνεται έτσι μία δυνατότητα συγκριτικής αξιολόγησης των στοιχείων της πρωτότυπης έκδοσης και της επανέκδοσης.

          Οι πίνακες αυτοί ταξινομούνται σύμφωνα με τα τρία (3) σημασιολογικά επίπεδα του Panof-sky. Μέσω αυτής της καταγραφής το ερευνητικό ενδιαφέρον εστιάζεται σε περαιτέρω συ-σχετισμούς μεταξύ χωρικών μορφολογικών σχηματισμών (κέλυφος, εξοπλισμός / spatial forms, phenotypes) και κοινωνικών δομών (συμπεριφορές / abstract rules, genotypes).

          Το δεύτερο στάδιο επεξεργασίας των δεδομένων προκύπτει ως άμεση διαχειριστική απαί-τηση του πρώτου σταδίου επεξεργασίας. Ενώ δηλαδή παρατίθεται μία πλειάδα στοιχείων με τυχαίο τρόπο, είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός τους ανά χρονική περίοδο και ανά κοι-νωνικό στρώμα. Το έργο αυτό επιτελούν οι ‘συγκεντρωτικοί πίνακες’.


          III. Εξαγωγή συμπερασμάτων (Συμπερασματικοί πίνακες)

          Το τελευταίο στάδιο επεξεργασίας του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» έχει δύο μέρη. Στο πρώτο γίνεται η προεργασία του συντακτικού υλικού (διαμόρφωση των ‘φράσεων’) και στο δεύτερο η σύνταξη των ‘προτάσεων’.

          • Η προεργασία του συντακτικού υλικού πραγματοποιείται με την ταξινόμηση των στοιχείων των ‘συγκεντρωτικών πινάκων’ (δηλαδή ανά κοινωνικό στρώμα και ανά χρονική περίοδο) ανά οικιακό χώρο ή υποχώρο. Η ταξινόμηση αυτή γίνεται στους ‘συμπερασματικούς πίνακες’ που αποτελούν και τη δομή των τελικών συμπερασμάτων.
            Σε κάθε πεδίο των πινάκων αυτών συμμετέχουν εννοιολογικά όσα στοιχεία της ταινίας (‘ακρότατα σημεία’) σχετίζονται με τη συγκεκριμένη έννοια. Π.χ. Στην ‘αντιληπτικότητα’ συμμετέχουν η ‘ταυτότητα της ταινίας’ [Α.Iα (1)], η ‘αφήγηση σεναρίου’ [Α.Iα (5)], οι ‘αφηγηματικές ενότητες’ [Α.Iα (3)], η ‘περίληψη’ [Α.Iα (4)], η ‘διάρκεια αφηγηματικών ενο-τήτων’ [Α.Iα (5)], και η ‘διάρκεια προβολής χώρου’ [(Α.II (3)]. Στο ‘είδος κάτοψης’ συμ-μετέχει η ‘ανασυγκρότηση του χώρου’ [Α.II (1)]. Στους ‘πόλους συνεύρεσης’ συμμετέχουν οι ‘δυναμικές κινήσεις και συμπεριφορές’ [Γ.I (1)], η ‘διάρκεια όρθιων και καθιστών συναναστροφών’ [Γ.I (2)] και η ‘εξέλιξη χαρακτήρων’ [Γ.I (3)].
            Οι τιμές των πεδίων αυτών προέρχονται από τις κλίμακες διαβάθμισης των αντίστοιχων τυπολογιών (οικιακού χώρου, οικιακού εξοπλισμού και συμπεριφοράς).
            Στο γλωσσικό σύστημα της αρχιτεκτονικής, όπου γίνεται διαχείριση κατεξοχήν σχημάτων, οι έννοιες καθίστανται ευκολότερα αντιληπτές όταν σχηματοποιηθούν, σε μία πορεία προς την ολοκληρωτική υλοποίησή τους. Σε μία από τις πρώτες φάσεις αυτής της πορείας πα-ρεμβάλλεται η χρήση του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή», ο οποίος ακριβώς αξιοποιεί τη σχηματοποίηση των εννοιών, δηλαδή τη σταδιακή μετάβασή τους από το νοητικό στο υλικό επίπεδο. Συμπληρωματικά λοιπόν προς τη διαγραμματική μορφή του Μηχανισμού Λει-τουργίας του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» παρατίθεται, αμέσως μετά από αυτή, η σύνοψη των τύπων των τριών (3) παραπάνω τυπολογιών. Η παρουσίαση αυτή, αν και δεν περι-λαμβάνει καινούργιες έννοιες ή στοιχεία, κρίνεται εντούτοις ενδιαφέρουσα διότι σ’ αυτήν σχηματοποιούνται οι αντιθετικές έννοιες και οι κλίμακες διαβάθμισής τους. Επιπλέον, η σύνοψη αυτή προϊδεάζει το μελετητή για την ‘επόμενη’ πρώτη και δεύτερη φάση επεξερ-γασίας (Εισαγωγή & Επεξεργασία δεδομένων) ώστε να επαναπροσδιορίσει ακριβέστερα την ερευνητική του κατεύθυνση αναζητώντας και άλλα στοιχεία, τα οποία δυνητικά θα επε-κτείνουν την κλίμακα των συμπερασμάτων.

          • Τα Τελικά συμπεράσματα του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή» προκύπτουν ως μία διεπι-στημονική ερμηνεία των στοιχείων των ‘συμπερασματικών πινάκων’. Η ανάγνωση αυτών των στοιχείων προϋποθέτει εμπειρία και γνώση από την αρχιτεκτονική και συναφή με αυ-τήν επιστημονικά πεδία, αποτελεί δε μία ερμηνευτική επεξεργασία στοιχείων προκειμένου να συνταχθούν μία ή περισσότερες ‘προτάσεις’, οι οποίες θα περιλαμβάνουν ‘φράσεις’ από τους συμπερασματικούς πίνακες.





                                                  Υποσημειώσεις:
                                                  [1] Η Αγλαΐα Μητροπούλου (Ελληνικός κινηματογράφος, Αθήνα 1980, σ.23) κάνει την εξής περιοδολόγηση του ελληνικού κινηματογράφου: 1906-1925: προϊστορία και πρωτοπόροι, 1925-1947: αρχή σοβαρής παραγωγής, 1950-1967: εξέλιξη σε αναζήτηση ταυτότητας, 1967-1980: προβολή του πολιτικού στοιχείου.
                                                  [2] Η ανυπαρξία χρόνου αποκλείει τον χρονισμό των συμπεριφορών και κατ’ επέκταση τη θεατρικότητα όπως αυτή καθορίζεται και πραγματοποιείται από το είδος του κελύφους του οικιακού χώρου (ανοιχτή ή κλειστή κάτοψη, ρόλος πορτών και δακτυλίων).
                                                  [3] Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Πρωτοβάθμιο ή Φυσικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky: υποδιαιρείται περαιτέρω σε καταρχήν και εκφραστικό. Εντοπίζεται αναγνωρίζοντας φυσικές μορφές (γραμμές, χρώματα, πέτρινους και μεταλλικούς όγκους) ως αναπαραστάσεις φυσικών αντικειμένων (ανθρώπινα όντα, ζώα, φυτά, σπίτια, κ.ο.κ.), προσδιορίζοντας τις μεταξύ τους σχέσεις ως γεγονότα και διακρίνοντας εκφραστικές ιδιότητές τους όπως, λ.χ., ο πένθιμος χαρακτήρας μιας στάσης ή χειρονομίας. (Panofsky Erwin, Μελέτες εικονολογίας, Ουμανιστκά θέματα στην Τέχνη της Αναγέννησης, μετάφραση: Ανδρέας Παππάς, Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1991, σελ. 26).
                                                  [4] Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Δευτεροβάθμιο ή Συμβατικό Επίπεδο Σημασίας κατά Panofsky: περιλαμβάνει τα μοτίβα που αναγνωρίζονται ως εικόνες, και τους συνδυασμούς εικόνων, που α-ποτελούν αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε αλληγορίες ή ιστορίες. (Panofsky Erwin, ibid. σελ. 26-28).
                                                  [5] Το επίπεδο αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με το Τριτοβάθμιο Επίπεδο Σημασίας (της εγγενούς σημασίας ή του περιεχομένου) κατά Panofsky: αρχίζει αφότου προσπαθήσουμε ν’ αντλήσουμε συμπεράσματα για το συγκεκριμένο έργο τέχνης, αντιμετωπίζοντάς το ως σύμπτωμα κάποιων ευρύτερων τάσεων, με τα συνθετικά και εικονογραφικά του γνωρίσματα ερμηνευόμενα ως ιδιαίτερες όψεις και εκφάνσεις των τάσεων αυτών. (Panofsky Erwin, ibid. σελ. 28-37).
                                                  [6] Το «βέλος του χρόνου» αποτελεί ιδέα κλειδί για την κατανόηση του κεντρικού θέματος «χρόνος» κατά την εφαρμογή του «Χωρικού Αποκωδικοποιητή». Ενώ οι νόμοι της φύσης είναι χρονικά αντιστρεπτοί, η μακροσκοπική μας εμπειρία περί χρόνου δεν είναι χρονικά αντιστρεπτή. Έχουμε αναμνήσεις από το παρελθόν αλλά καμία από το μέλλον. Νοιώθουμε ότι δεν μπορούμε να τροποποιήσουμε το παρελθόν ενώ μπορούμε να επηρεάσουμε το μέλλον. Επί 300 χρόνια, η φυσική βασιζόταν σε γραμμικά συστήματα. Ο όρος ‘γραμμικός’ αναφέρεται στο γεγονός ότι η γραφική παράσταση μιας εξίσωσης είναι μία ευθεία γραμμή. Πολλά φυσικά φαινόμενα λειτουργούν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο γι’ αυτό και η κλασική μηχανική μπορεί να τα περιγράψει με επαρκή ακρίβεια. Ένας οργανισμός γεννιέται, αναπτύσσεται μέχρι την ωριμότητα του και πεθαίνει, έχει δηλαδή μια ιστορία. Τόσο στη κλασική φυσική, από το Νεύτωνα και μετά, όσο και στη φυσική του 20ού αιώνα με την κβαντική μηχανική και την θεωρία της Σχετικότητας, ο χρόνος, περιέχεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Όμως πολλά άλλα φυσικά φαινόμενα δεν είναι γραμμικά και κατά συνέπεια δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά μέσω γραμμικών συστημάτων. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν λειτουργεί με γραμμικό τρόπο, το ίδιο και η οικονομία με τον χαοτικό κύκλο απότομων αυξήσεων και κάμψεων (υφέσεων). Μία ‘μη-γραμμική’ εξίσωση δεν εκφράζεται με ευθεία γραμμή αλλά λαμβάνει υπόψη της τη μη-κανονική, ανακόλουθη και συχνά χαοτική φύση της πραγματικότητας. Η θερμοδυναμική όμως, ήδη από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, (οπότε οι άνθρωποι άρχισαν να σκέπτονται με όρους ενέργειας και όχι με το μοντέλο σφαιρών του μπιλιάρδου ή ρολογιών) είχε θέσει το πρόβλημα των μη αντιστρεπτών διαδικασιών και του βέλους του χρόνου σε μη γραμμικού χαρακτήρα φυσικές διαδικασίες και σε συμπεριφορές των φυσικών συστημάτων, όταν βρίσκονται μακριά από την κατάσταση ισορροπίας. Μια μπάλα που σπάει μια τζαμαρία καθώς περνάει μέσα από αυτήν είναι ένα φαινόμενο με μια μόνο χρονική κατεύθυνση. Μέρος από την κινητική ενέργεια της μπάλας που μεταβιβάζεται στο γυαλί γίνεται θερμότητα και δεν μπορεί ν΄ ανακτηθεί με την αντίστροφη πορεία της μπάλας. Με άλλα λόγια η τακτική οργανωμένη κίνηση της μπάλας μετατράπηκε εν μέρει σε άτακτη κίνηση των μορίων του αέρα και αυτό δεν μπορεί να αναστραφεί. Η μη αντιστρεπτότητα παίζει εποικοδομητικό ρόλο. Δημιουργεί μορφή. Δημιουργεί ανθρώπινα όντα.


                                                  ©ΚΓΔ




                                                  Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

                                                  Τι είναι ή, τέλος πάντων, τι δεν είναι η Αρχιτεκτονική;

                                                  Το ερώτημα αυτό πιθανόν να μην με απασχολούσε με τον ίδιο τρόπο, εάν δεν έπρεπε να δημιουργήσω ως αρχιτέκτων.
                                                  Κάποιος περιγράφει το σαλόνι του που είναι 40 τετραγωνικά μέτρα. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρχιτεκτονική.
                                                  Κάποιος άλλος ζητάει από το φίλο του να τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τα έπιπλα στην τραπεζαρία του, τώρα που αγόρασε ένα καινούργιο τραπέζι. Αυτό δεν είναι αρχιτεκτονική.
                                                  Ένας τρίτος παινεύεται για το εξοχικό σπίτι που μόλις αγόρασε σε πολύ χαμηλή τιμή. Αυτό δεν είναι αρχιτεκτονική.
                                                  Τι είναι τέλος πάντων «αρχιτεκτονική»;

                                                  Πιθανόν να είναι όλα τα παραπάνω και όλα τα παρακάτω μαζί, και όλα όσα θα προστίθενται κατά καιρούς…
                                                  Για το λόγο αυτό, το θέμα της παρούσας καταχώρησης θα παραμένει εξ ορισμού «ανοιχτό» και θα αποτελεί μία σύνοψη αποσπασματικών καταγραφών και σκέψεων με θέμα την αρχιτεκτονική, με την πεποίθηση ότι όλες μαζί, διαρκώς ανανεούμενες και αυξανόμενες, συνιστούν μόνο μέρος της περιγραφής της έννοιας της αρχιτεκτονικής.
                                                  Αρχιτεκτονική είναι το σύνολο των ορισμών για την αρχιτεκτονική.
                                                  Αρχιτεκτονική συμβαίνει όταν παρευρίσκονται στο έργο και οι άλλες ειδικότητες που αναμιγνύονται στην κατασκευή (π.χ. πολιτικοί μηχανικοί, μηχανολόγοι, κ.λπ), και να είναι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα χωρίς να μπορούν να προτείνουν καλύτερη λύση όσον αφορά τον τομέα τους.
                                                  Η αρχιτεκτονική είναι μία αντιεντροπική αναγκαιότητα. Επομένως, η διαδικασία που απαιτείται για την ικανοποίηση αυτής της αναγκαιότητας εξαρτάται από το βαθμό αντίληψης των υποκειμένων που τη δημιουργούν, τη λειτουργούν και τη βιώνουν.
                                                  Όταν ένας έμβιος οργανισμός διαντιδρά με το κτιστό περιβάλλον με αποτέλεσμα να μειώνεται η εντροπία, τότε έχουμε αρχιτεκτονική.
                                                  Ο χώρος είναι το αποτύπωμα των ανθρωπίνων δράσεων, άρα και ιδεολογιών. Η αρχιτεκτονική, ως γεννήτρια χώρου, είναι μία προσπάθεια επιβολής μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας και ενός τρόπου ζωής (σε συνειδητό ή σε ασυνείδητο επίπεδο).
                                                  -----------------------------------------------------------------------
                                                  Αρχιτεκτονική είναι το αποτέλεσμα της πράξης: Φωτογραφία «Α» – Φωτογραφία «Β», το οποίο συναρτάται από το γνωστικό επίπεδο, και τις αισθητικές, αντιληπτικές, και διανοητικές ικανότητες αυτού που εκτελεί την πράξη. Δηλαδή από την ευκολία επικοινωνίας υποκειμένου και αντικειμένου. Κατά συνέπεια η διαφορά μπορεί να τείνει είτε προς τη δεξιά φωτογραφία είτε προς την αριστερή, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις να μην διακρίνεται διαφορά. Το αντιληπτικό ερέθισμα για κάποιους ανθρώπους είναι αδιάφορο.


                                                  -----------------------------------------------------------------------