Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2006

Εντροπία & Πληροφορία: ένα εννοιολογικό δίπολο στην Αρχιτεκτονική

Η επιστήμη, με την εγγενή της τάση να κατανοήσει τη φύση, υιοθετεί τακτικές ποσοτικοποίησης, διάσπασης και υπεραπλούστευσης, εις βάρος των φυσικών ποιοτήτων και των μη μετρήσιμων αξιών, ώστε να μπορέσει να τη μελετήσει ευκολότερα. Χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά και την τέχνη ως αναπαραστατικό εργαλείο συμπυκνώνει σύμβολα και τρόπους σκέψης της πολιτισμικής πραγματικότητας για να αναπαραστήσει τον κόσμο.
Συχνά συμβαίνει επιστημονικές ιδέες να μεταγράφονται στη συνείδηση της κοινωνίας ως πολιτισμικές μεταφορές. Ο ισχυρισμός του Κοπέρνικου ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο είχε πολύ περισσότερα επακόλουθα από την απλή αλλαγή μιας πεποίθησης της μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Βοήθησε τη δυτική κοινωνία να στρέψει το ενδιαφέρον της από το Θεό και τη μετά θάνατον ζωή στις ανθρώπινες υπάρξεις ως όντα και στους νόμους του φυσικού κόσμου. Ως μεταφορά, η νέα θεώρηση του Ηλιοκεντρικού Συστήματος πρόσθεσε μεγάλη δύναμη στην αναπτυσσόμενη ευρωπαϊκή Αναγέννηση και βοήθησε τη μεγάλη μάζα των ανθρώπων, που δεν ήταν ούτε επιστήμονες ούτε φιλόσοφοι, να βιώσουν το σύμπαν και το δικό τους ρόλο μέσα σε αυτό με ένα δραματικά καινούργιο τρόπο.
Στο παρόν κείμενο υιοθετείται ως υπόθεση εργασίας ότι η αντίληψη της ουσίας του χώρου δεν υπόκειται στην άμεση ανθρώπινη αισθητηριακή αντίληψη.[1] Στοιχεία της υπόστασής του όμως μπορούν να ληφθούν έμμεσα μέσα από την προσέγγιση των υλικών ιδιοτήτων του, δεσπόζουσα των οποίων είναι ο τρόπος οργάνωσης, ή μάλλον αυτό-οργάνωσής του. Με αυτό το εννοιολογικό δεδομένο επιχειρείται μία μεταγραφή της θεωρίας του χάους[2] στην αρχιτεκτονική σημασιοδοτώντας τον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης του χώρου στην «ανοικτή» κάτοψη και κατά μείζονα λόγο στην «ελεύθερη» κάτοψη.
Σύμφωνα με τον Ilya Prigogine, τα απλά και απομονωμένα συστήματα (όπως ο κρύσταλλος), έχουν αδρανή και ομοιογενή δομή και βρίσκονται σε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας.[3] Αντίθετα, τα «ανοιχτά θερμοδυναμικά συστήματα» (πολύπλοκα συστήματα[4], στα οποία περιλαμβάνονται και οι ζωντανοί οργανισμοί, και οι ανθρώπινες κοινωνίες), αυτο-οργανώνονται, βρίσκονται σε διάδραση με το περιβάλλον τους ανταλλάσσοντας με αυτό αδιάκοπα ύλη και ενέργεια λειτουργώντας σε συνθήκες που απέχουν της θερμοδυναμικής ισορροπίας. Μέσω αυτής της σταθερής ροής ενέργειας εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους, διατηρούν τη δομική τους ευστάθεια, και παράγουν πολύπλοκες δομές,[5] οι οποίες εισάγουν μέσα στη φύση τη διαρκή δημιουργικότητα. Στοιχεία αυτής της «οικονομίας», του τρόπου δηλαδή με τον οποίον η φύση οργανώνεται τόσο σε μικροσκοπικό όσο και σε μακροσκοπικό επίπεδο, μας δίνει η θεωρία του «χάους».
Η έννοια του χάους βοηθά να χειριζόμαστε «πολύπλοκες» καταστάσεις, γιατί μας αποκαλύπτει ότι πέρα από τις προσπάθειές μας για έλεγχο υπάρχει ο απέραντος κόσμος των λεπτών αποχρώσεων και της ασάφειας όπου βιώνεται η αληθινή ζωή. Το χάος εκφράζει την αστάθεια, την αταξία και την πολυπλοκότητα ενός συστήματος και μέτρο του είναι η εντροπία,[6] η οποία ισοδυναμεί με την ποσότητα της πληροφορίας[7] που λαμβάνουμε από αυτό το σύστημα. Η πληροφορία μετράει το βαθμό της τάξης μέσα στη δομή του μηνύματος και συνδέεται με την αβεβαιότητα.[8] Ένα μήνυμα με υψηλό πληροφοριακό περιεχόμενο (η πληροφορία είναι κωδικοποιημένη πυκνά και μη-γραμμικά), είναι χαμηλό σε προβλέψιμη δομή (εκφράζει αβεβαιότητα) και κατά συνέπεια η εντροπία του συστήματος που παράγει αυτό το μήνυμα είναι χαμηλή. Επομένως, η πληροφορία είναι αντιστρόφως ανάλογη της εντροπίας: όσο μικρότερη είναι η εντροπία τόσο περισσότερη είναι η πληροφορία άρα και η αβεβαιότητα. Το εννοιολογικό δίπολο «Εντροπία – Πληροφορία» οριοθετεί μία τυπολογία, μέσα στα όρια της οποίας κυμαίνεται η ποικιλία των εκφάνσεων της οργάνωσης. Οι ακραίες τιμές του εννοιολογικού αυτού δίπολου συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:


Η εντροπία δείχνει μία έμφυτη γενική τάση της φύσης προς τη βαθμιαία αποδιοργάνωση και τη φθορά. Το σίδερο σκουριάζει, το ξύλο σαπίζει, ο νεκρός οργανισμός αποσυντίθεται, το ζεστό νερό στην μπανιέρα τείνει να κρυώσει. Παράλληλα όμως, η φύση επιδεικνύει πολυάριθμες περιπτώσεις της αντίθετης διαδικασίας: αυθόρμητη αυτό-οργάνωση και ανάπτυξη. Όταν ένα σύστημα μεταβαίνει στο χάος, η συνολική του εντροπία αυξάνει προοδευτικά ώσπου να φτάσει στην κατάσταση ισορροπίας, οπότε αποκτά τη μέγιστη τιμή της. Τότε εμφανίζονται σε αυτό περιοχές, από τις οποίες αναδύονται ίχνη κάποιας ιδιόμορφης τάξης, που ονομάζονται «νησίδες τάξης», όπου το σύστημα έχει την μορφή ενός ευσταθούς συστήματος. Η ύπαρξη αυτών των «νησίδων» σηματοδοτεί τη στενή σχέση ανάμεσα στην τάξη και το χάος.
Μέσα σ’ ένα σύμπαν που τείνει προς την αποδιοργάνωση και το χάος, είναι δηλαδή καταδικασμένο να αυξάνει την εντροπία του, οι ζωντανοί οργανισμοί κατορθώνουν να διατηρούνται σε χαμηλή στάθμη αταξίας, επειδή πραγματοποιούν με την υπόλοιπη φύση μια επικερδή για τους ίδιους συναλλαγή, γνωστή ως μεταβολισμό. Για να εξασφαλίσουν αυτή τη ζωτική σχέση, οι οργανισμοί προσανατολίζουν τις δραστηριότητές τους προς την ικανοποίηση ορισμένων αναγκών (όπως ανεύρεση τροφής, εξασφάλιση τόπου διαμονής, αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, εξουδετέρωση ενός εχθρού ή αποφυγή κάποιου επικίνδυνου φαινομένου) με προϋπόθεση ότι διαθέτουν την απαιτούμενη ικανότητα επίτευξης αυτών των σκοπών. Μέσω αυτών, ο οργανισμός διαχειρίζεται (προσλαμβάνει, επεξεργάζεται και οργανώνει) επωφελώς αφενός μεν ύλη και ενέργεια (μέσω του μεταβολισμού) αφετέρου δε πληροφορίες (μέσω της αντίληψης). Επομένως μεταβολισμός και αντίληψη είναι λειτουργίες αλληλένδετες και ανάλογες.[9]
Σε αντίθεση με την αντιεντροπική αυτή εσωτερική δραστηριότητα του μεταβολισμού, η εξωτερική δράση των περισσότερων οργανισμών, αν εξαιρέσουμε την αναπαραγωγή του είδους, είναι καταρχήν καταστροφική για το περιβάλλον, αφού, για να διατηρήσουν χαμηλή στάθμη εντροπίας, απομυζούν από τη φύση ύλη και ενέργεια ανώτερης μορφής και τις αποδίδουν σε αυτή με κατώτερη, λιγότερο οργανωμένη μορφή. Ορισμένοι ωστόσο από αυτούς, κι ανάμεσά τους ο άνθρωπος, δεν περιορίζουν την οργανωτική τους δραστηριότητα στην ανάπτυξη και συντήρηση της εσωτερικής τους δομής, αλλά την επεκτείνουν και στον άμεσο, φυσικό τους περίγυρο. Μετασχηματίζουν, διαρθρώνουν και οργανώνουν τα στοιχεία του περίγυρου σύμφωνα με τις ανάγκες τους, για να τον καταστήσουν όσο γίνεται πιο φιλόξενο και βολικό γα τη ζωή τους. Η γεωμετρική αυτή οργάνωση είναι φαινόμενο που αντιβαίνει στις φυσικές εντροπικές τάσεις και αποτελεί την πλέον συνηθισμένη έκφανση ανθρωπογενούς αντιεντροπικής δραστηριότητας.

Η αρχιτεκτονική είναι για τον άνθρωπο μία συμφυής αντιεντροπική αναγκαιότητα που εκδηλώνεται κατά τη διαδικασία με την οποία τα υποκείμενα αποτυπώνουν τις δράσεις τους στο φυσικό περιβάλλον μετασχηματίζοντάς το σε κτιστό. Οι χωρικές οργανώσεις περιέχουν στοιχεία συναρτησιακής λογικής (τρόπος συγκρότησης δομών), διαδικαστικής λογικής (τρόπος διαπραγμάτευσης της ταυτότητας) και συμβολικής λογικής (τυπικές οργανώσεις σύμφωνα με κοινωνικά πρότυπα), οι οποίες αφενός μεν καθορίζουν τον τύπο της εκάστοτε οργάνωσης αφετέρου δε ανταποκρίνονται επακριβώς στο βαθμό αντίληψης των υποκειμένων που τη μορφοποιούν, τη λειτουργούν και τη βιώνουν. Μία ομάδα ατόμων πιθανόν να νοιώθει μη οικεία ή άβολα σε μία χωρική οργάνωση, προϊόν μιας άλλης ομάδας, με διαφορετική σύνθεση συναρτησιακής, διαδικαστικής και συμβολικής λογικής, και γι’ αυτό να την απορρίπτει. Η πλέον χαρακτηριστική έκφραση της κοινωνικής αδράνειας είναι η διάθεση της ομάδας να εξοντώσει τη διαφορά.
Κάνοντας χρήση του εννοιολογικού διπόλου «εντροπία–πληροφορία» στην ερμηνεία της «ανοιχτής» και «κλειστής» κάτοψης, θα μπορούσαμε να κάνουμε την εξής διαφοροποίηση των δύο αυτών χωρικών οργανώσεων: Στην «κλειστή» κάτοψη οι κανόνες συμπεριφοράς και ο τρόπος μετάδοσης της πληροφορίας είναι ρητοί (προφανείς), κυριαρχεί βεβαιότητα τόσο στο επίπεδο συναρτησιακής όσο και διαδικαστικής και συμβολικής λογικής. Η προβλεψιμότητα είναι υψηλή και ο βαθμός πληροφόρησης μικρός. Η αντίληψη του χώρου γίνεται με «γραμμικό» τρόπο: το υποκείμενο για να μεταβεί από το χώρο Α στο χώρο Β θα περάσει από ένα διάδρομο και θα χρειαστεί να ανοίξει δύο πόρτες. Η «κλειστή» κάτοψη ταξινομεί («ισχυρή ταξινόμηση» κατά τον Bernstein) και διαχωρίζει («ισχυρή περιχάραξη») χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές. Το ποσοστό της εντροπίας είναι αυξημένο: όλα είναι παγιωμένα και τίποτα δεν μπορεί να μετακινηθεί από τη θέση του χωρίς να γίνει αντιληπτό από τον ιδιοκτήτη/χρήστη του χώρου. Η ελευθερία χωρικής δημιουργικότητας είναι περιορισμένη. Ο χώρος αποτελεί μορφοποίηση δομών ιεραρχίας. Η «ανοικτή» κάτοψη χαρακτηρίζεται από «μη γραμμικότητα» όπου εν δυνάμει μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα πολλοί κανόνες εφόσον ενεργοποιηθούν καταλλήλως. Εξαρτάται από το υποκείμενο να επιλέξει με ποιους από αυτούς θα λειτουργήσει (αντίληψη, μεταβολισμός). Ο χώρος αυτός ευνοεί το υποκείμενο να προβάλλει τα προσωπικά του ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η «ανοιχτή» κάτοψη αναμιγνύει («χαλαρή ταξινόμηση») και ενοποιεί («χαλαρή περιχάραξη») χωρικές ζώνες με διαφορετικού είδους συμπεριφορές. Το πληροφοριακό περιεχόμενο είναι υψηλό και για την αποκωδικοποίησή του απαιτείται «εξειδικευμένη» αντίληψη. Η «ανοιχτή» κάτοψη διεγείρει τη φαντασία και ενεργοποιεί την πρωτοβουλία και τη δημιουργικότητα. Π.χ. Μπορεί κανείς να καθίσει σε οποιονδήποτε όγκο προσφέρεται για κάθισμα και όχι μόνο σε μια συμβατική καρέκλα. Η «ανοικτή» κάτοψη είναι χώρος εννοιολογικός: αναπαριστά δομές σκέψης, εξυπηρετεί ποιότητες ζωής και το ανθρώπινο ον διαδρά με αυτήν ως ένας ιδανικός χωρικός αποκωδικοποιητής.


Στο πεδίο της αρχιτεκτονικής η θεωρία του χάους σχετίζεται με την αισθητική όχι μέσω μιας ιδεαλιστικής επένδυσης αλλά προτρέποντας στη μελέτη των λεπτομερειών του πραγματικού κόσμου. Η «εντροπία» περιγράφει το είδος «χωρικής οργάνωσης», και η «πληροφορία» αφορά στο βαθμό σαφήνειας των «κανόνων συμπεριφοράς» (άλλοτε ρητών και άλλοτε άρρητων) τους οποίους υπαγορεύει ο κάθε χώρος. Εντούτοις, η απόλυτη οριοθέτηση ή ο διαχωρισμός των εννοιών αυτών αποτελεί θέμα ουτοπικό. Πρόκειται για έννοιες υποκειμενικής αξιολόγησης των οποίων η αντίληψη εξαρτάται από την εκάστοτε προσαρμογή των υποκειμένων στους συμβατικούς κανόνες οργάνωσης του χώρου: αυτό που κάποιος θεωρεί αταξία είναι η μη συμβατή προς αυτόν τάξη ενός τρίτου.
Συμπερασματικά, αξιοποιώντας το εννοιολογικό δίπολο «εντροπία-πληροφορία» στη γλώσσα της αρχιτεκτονικής θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε τη διπλή συνεπαγωγή πως, όσο μεταβαίνουμε από ένα καθεστώς χωρικής οργάνωσης σε ένα άλλο και η ενέργεια που απαιτείται να δαπανηθεί για να συντηρηθεί το νέο καθεστώς μειώνεται, τότε
(α) μεταβαίνουμε από μία κατάσταση «κλειστής» κάτοψης σε μία άλλη «ανοικτότερη» και
(β) η δυνατότητα δημιουργικής διάδρασης των υποκειμένων με το εν λόγω περιβάλλον βαίνει αυξανόμενη.


--------------------------------------

[1] …εκείνο που ανθίσταται στην περιγραφή μας είναι εκείνο που χαρακτηρίζει το μεγαλειώδες ενός έργου τέχνης: F. David Peat–John Briggs, Μια αιρετική άποψη για το Χάος στην καθημερινή μας ζωή, μετάφραση: Ιωάννα Μουζακίτη, εκδοτικός οίκος Π. ΤΡΑΥΛΟΣ, Αθήνα 2001, σελ. 170.
[2] Η θεωρία του χάους είναι μία υπόθεση που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και θεμελιωτές της είναι ο γάλλος μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος των επιστημών του 19ου αιώνα Jules Henri Poincaré, ο Edward Lorenz, ο lya Prigogine, και Bénoit Μandelbrot.
[3] Στη φύση, ισορροπία είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Prigogine, «μία σπάνια και επισφαλής κατάσταση».
[4] Για τα χαρακτηριστικά των πολύπλοκων συστημάτων βλέπε: Cilliers Ρaul, Complexity and Postmodernism, London: Routledge, 1998.)
[5] Τις δομές αυτές ο Prigogine ονομάζει ‘dissipative structures’ («δομές διασκορπισμού» ή και «καταναλωτικές δομές»). Πρόκειται για κάποια σχετικά απλά φυσικοχημικά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια και αντανακλούν την αλληλεπίδραση των συστημάτων με το περιβάλλον, με το οποίο ανταλλάσσουν ενέργεια, διατηρούμενα μέσα από μια ατελείωτη δυναμική ροή.
[6] Τον όρο «εντροπία» εισήγαγε στη φυσική ο Clausius το 1850 για να χαρακτηρίσει τη μη αντιστρεπτή μεταβολή που συνεπάγεται το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα (Carnot, 1824): η θερμοκρασία ρέει πάντα από μια θερμότερη περιοχή προς μια ψυχρότερη και ουδέποτε συμβαίνει το αντίστροφο αν το σύστημα δεν τροφοδοτηθεί με μηχανική ενέργεια απ' έξω.
[7] Πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζει κάποιος (Claude Shannοn).
[8] Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την «πληροφορία» ή το «μήνυμα» ως γεγονότα, δεδομένα, μαρτυρίες. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της πληροφορίας, πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζει κάποιος. Αν κάποιος ακούσει πως «αύριο θα βρέχει στο κέντρο της Αθήνας», το μήνυμα αυτό, έχει μεγάλη πληροφορία, γιατί είναι ένα αβέβαιο γεγονός. Αν όμως ακούσει κάποιος πως «στην Ευρώπη αύριο θα βρέχει», τότε το κείμενο αυτό έχει πολύ μικρή πληροφορία. γιατί η πιθανότητα να βρέχει κάπου στην Ευρώπη είναι πολύ μεγάλη.
[9] Κονταράτος, Η Εμπειρία του Αρχιτεκτονημένου Χώρου και το Σωματικό Σχήμα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983, σελ. 60.

Δεν υπάρχουν σχόλια: