Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2006

Σχεδιασμός + Συντήρηση: μία αμφίδρομη σχέση

Όταν κάποιος κληρονομήσει μία περιουσία, ευθύς εξαρχής θα ξεχωρίσει ποια από τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν είναι άχρηστα και θα φροντίσει να τα απομακρύνει, μερικά θα τα επισκευάσει, με προοπτική να τα επαναχρησιμοποιήσει, ενώ κάποια άλλα θα τα κρατήσει απλά επειδή του αρέσουν. Με ανάλογο τρόπο καταρτίζονται οι κανόνες αξιολόγησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μέσω μιας ελεγχόμενης πολιτικής συντήρησης και αποκατάστασης με άμεση και θετική συνέπεια στην πολιτιστική ανάπτυξη ενός τόπου.
Στο αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι συνυφαίνονται η ύλη και η φόρμα, ως υλοποιημένα αποτυπώματα της διανοητικής σύλληψης ενός καλλιτέχνη. Αυτό που επομένως επιδιώκεται να συντηρηθεί δεν είναι τόσο η υλική υπόσταση ενός έργου τέχνης όσο μια ιδέα, μία πρόθεση, που κρίνεται ότι πρέπει να μεταβιβαστεί στις επόμενες γενεές.

Το στάδιο που προηγείται της αρχιτεκτονικής συντήρησης είναι η αξιολόγηση. Ο William Morris στο μανιφέστο του περί προστασίας ιστορικών κτιρίων (1877) αναφέρει ότι «Άξιο προστασίας είναι κάθε τι, το οποίο μπορεί να ειδωθεί ως καλλιτεχνικό, γραφικό, ιστορικό, παλαιό ή αξιόλογο. Ουσιαστικά πρόκειται για κάθε έργο, για το οποίο τόσο οι μορφωμένοι όσο και οι καλλιτέχνες θα έκριναν ότι αξίζει να συζητήσουν γι’ αυτό.» Επειδή όμως κάθε ιστορική εποχή δίνει έμφαση στις δικές της αξίες, είναι πρακτικώς αδύνατο να υιοθετηθούν διαχρονικές και οικουμενικές προδιαγραφές αξιολόγησης. Τα κριτήρια που ισχύουν μια δεδομένη χρονική περίοδο, κατά κανόνα αφορούν μόνο έναν τόπο, με το συγκεκριμένο του πολιτιστικό υπόβαθρο. Ακολούθως, επέρχεται η αμφισβήτηση από τις διάδοχες γενεές, οι οποίες αναθεωρούν τα κριτήρια και προτείνουν εξελιγμένες τεχνικές λύσεις. Για να ελαχιστοποιηθούν τα αναφυόμενα ζητήματα ασυμβατότητας μεταξύ των γενεών, και να προσεγγιστεί ένα σύνολο βασικών και γενικώς αποδεκτών αξιών, θα πρέπει να γίνει αναφορά σε χρονικά και τοπικά προσδιορισμένο πολιτισμικό υπόβαθρο, με δυνατότητα μελλοντικής «αναστρεψιμότητας» των επεμβάσεων.

Η Συντήρηση περιλαμβάνει συνεχείς επιμέρους επεμβάσεις στο σώμα του κτιρίου με σκοπό να διασφαλιστεί η άρση των αποτελεσμάτων της φυσικής φθοράς αλλά και η δομική του ακεραιότητα χωρίς να αλλοιωθεί η μορφή και η δομή του μνημείου. Στη διαδικασία αυτή συμμετέχουν ποικίλες επιστημονικές ειδικότητες: ιστορία της αρχιτεκτονικής, φυσικοχημεία, τεχνολογία των δομήσιμων υλικών, κοινωνιολογία, συντήρηση έργων τέχνης.
Το δίλημμα προκύπτει, όταν απαιτούνται προσαρμογές παλαιών κτιρίων σε νέες χρήσεις, όπου καθοριστικό ρόλο παίζει η συνύπαρξη και αντιπαράθεση του παραδοσιακού με το σύγχρονο πνεύμα. Πρόκειται για ένα δίλημμα, του οποίου η λύση κυμαίνεται μεταξύ δύο εναλλακτικών σχεδιαστικών αντιλήψεων: πλήρης υποταγή στο χαρακτήρα του «παλαιού» είτε υπεροχή της προσωπικότητας του σχεδιαστή και ενσωμάτωση του ιστορικού στοιχείου στη νέα αντίληψη. Τα κριτήρια για να ληφθεί η τελική απόφαση είναι ασαφή και άπτονται του γενικότερου ερωτήματος, πώς ορίζεται η αρχιτεκτονική μιας εποχής.
Το κτίριο αποτελεί φορέα των μεταβολών κατά τη διάρκεια της ύπαρξής του. Η προσπάθεια να επανέλθει σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορικής του πορείας, πιθανόν να καταστρέψει το «γνήσιο», δηλαδή όλες εκείνες τις προσθήκες ή τις επισκευές που έγιναν μέσα στη μακραίωνη ιστορία του κτιρίου και που τελικά αφομοιώθηκαν μ’ αυτό, αλλοιώνοντας την αυθεντικότητά του. Η διαδικασία αυτή καθίσταται περισσότερο αμφισβητήσιμη, όταν συμβαίνει πράξη αντικατάστασης μελών του κτιρίου, οπότε εξαφανίζεται ένα γνήσιο μέρος της ιστορίας του. Το νέο δίλημμα είναι εάν πρέπει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από το γνήσιο υλικό ή μήπως θα πρέπει να «απελευθερωθεί» και να αντικατασταθεί με ένα σύγχρονο και εύρωστο υλικό προκειμένου να αποκατασταθεί το αρχικό, το αυθεντικό σχέδιο.

Η φωτογραφία απεικονίζει μέρος του εσωτερικού χώρου της οικίας Danson (Bexley) προτού αρχίσουν εργασίες αποκατάστασης και αποτελεί επεξεργασμένο δάνειο από την έκδοση Informed Conservation, Kate Clark + Ομάδα Ιστορικής Ανάλυσης και Έρευνας, © copyright 2001 English Heritage.

Το δεοντολογικό πλαίσιο της όποιας σχεδιαστικής απόφασης διαγρά-φεται και πάλι μέσα από το Μανιφέστο του William Morris, σύμφωνα με το οποίο, οι μεταγενέστερες προσθήκες σε ένα ιστορικό κτίριο οφείλουν να είναι διακριτές και προφανείς. Αν και ο Morris στο Μανιφέστο του αναφερόταν αρχικά σε αποκαταστάσεις μεμονωμένων ιστορικών κτιρίων, οι απόψεις του έτυχαν γενικής αποδοχής και το 1964 ενσωματώθηκαν στη Χάρτα της Βενετίας: (άρθρο 12) «... σε κάθε εργασία αποκατάστασης το καινούργιο πρέπει να είναι διακριτό από το αυθεντικό.» (άρθρο 13) «Κάθε προσθήκη δεν πρέπει να μειώνει το ενδιαφέρον του αρχικού κτιρίου, το παραδοσιακό του περιβάλλον, την ισορροπία της σύνθεσης και τη σχέση του με το γύρω χώρο

Μέσω του σχεδιασμού ο αρχιτέκτονας αναπτύσσει τις ικανότητές του προσπαθώντας να χειριστεί το χώρο και την ύλη με σκοπό να δημιουργήσει μια συναισθηματική αντίδραση στο θεατή-χρήστη. Είναι προφανές ότι όσο διενεργείται η ανάλυση των αξιών της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός τόπου πραγματοποιείται ταυτόχρονα, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, μια αντανακλαστική επιρροή αυτών των αξιών στο σύγχρονο σχεδιασμό.
Εάν η ανάλυση προχωρήσει σε υπέρμετρο βαθμό τότε κανείς θα βρεθεί να παράγει οπισθοδρομικά. Μέσα από αυτόν τον προβληματισμό, ο αρχιτέκτονας συντηρητής καλείται να φέρει σε συνύπαρξη το ρεαλιστικό παρόν με το «ομιχλώδες» παρελθόν.

(To κείμενο αυτό έχει δημοσιευθεί στο μηνιαίο τεχνικό περιοδικό Εργοταξιακά Θέματα, τεύχος 97, Απρίλιος 2004, σελίδες 48 & 49, με τον τροποποιημένο από τη σύνταξη του περιοδικού τίτλο: «Η τέχνη της συντήρησης».)

Δεν υπάρχουν σχόλια: